Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικότατα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικότατα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Σκατά

Ακόμα πονάει, μέσα σε όλη την τρέλα ήταν ο ένας άνθρωπος που με αγαπούσε έτσι, για εμένα.
Τώρα όλοι οι υπόλοιποι θέλουν ο καθένας το αντάλλαγμά του,
Απόλυτη μοναξιά, πάλι πάγος μέσα στο μεδούλι από τα κόκκαλα.
Παγώνω αργά από μέσα προς τα έξω.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Ο Άγνωστος

Ήταν τότε που έκανα εκπομπές στο ραδιόφωνο, γύρω στα εικοσικάτι ήμουν, και όλα ήταν ταραγμένα εντός μου. Οι καταστάσεις ήταν τέτοιες που το μυαλό μου λυσσομανούσε. Ήμουν ερωτευμένη με κάποιον Βαγγέλη, αλλά δεν ήμουν καθόλου έτοιμη για αυτό, όπως τυχαίνει όταν ποθούμε κάτι με όλο μας το είναι αλλά το σοφό σύμπαν μας λέει "περίμενε, ξύπνα πρώτα". Ήταν σα να έβλεπα τον
όμορφο κόσμο μέσα από ένα θολό τζάμι, γεμάτο σκόνη, αράχνες και μυγόσκατα.
Ένα βράδυ, στο στούντιο της εκπομπής, ήρθαν δυο φίλοι, κι έφεραν μαζί τους έναν άλλον, άγνωστο για εμένα. Ήταν ένας κοντούλης, χοντρούλης γιατρός με γυαλάκια που έκανε φαντάρος στην Πρέβεζα. Μας σύστησαν. Ήξερα ότι του άρεσα γιατί με κοιτούσε με τον ίδιο τρόπο που με κοιτούσαν οι μισοί άντρες της παρέας μας, αλλά ήμουν όπως ήμουν και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Είχε αυτός ο άνθρωπος κάτι το γλυκό επάνω του, ήταν από αυτούς που σου φέρνουν την επιθυμία να τους αγκαλιάσεις και να χουχουλιάσεις μαζί τους. Πολύ συμπαθητικός. Μας έλεγε διάφορα, όπως κάνουν συχνά οι φαντάροι και με κοιτούσε. Εϊπε ότι θα έφευγε αύριο για άλλη πόλη.
Με κοιτούσε από την άλλη άκρη του στούντιο και μερικές φορές κοιτούσε κάτω. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσα να κάνω.
Κάποια στιγμή, πήρε ένα απότα πρόχειρα χαρτιά που είχαμε στο τραπέζι κι έναν στυλό, κι έγραψε δυο γραμμές. Πριν φύγει μου το έδωσε.
"Δεν ξέρω από αύριο που θα'μαι, Μα απόψε τρέμω για σένα και φοβάμαι"

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Περί Ανέμων - Ο Ερωτευμένος

Είναι πολύ συχνό τα μικρά παιδάκια να ερωτεύονται τον δάσκαλο ή τη δασκάλα τους, με μία αγάπη άδολη και πλήρως απελευθερωμένη από ιδιοτέλειες. Δεν έχει τόσο σχέση με την ομορφιά των προσώπων, αλλά συχνά τα παιδάκια συναισθάνονται την καλοσύνη και την αύρα του δάσκαλου ή της δασκάλας. Έτσι, έτυχε μέσα σε όλα τα χρόνια που διδάσκω να δω αυτή την αγάπη, κάτι τόσο τρυφερό και αστείο που σου σπάει η καρδιά.

Ήταν, ας πούμε, ένα παιδάκι, ο Γιάννης, που καθόταν μόνος του στο θρανίο και δεν έλεγε τίποτα. Ήθελα να δω αν ήταν αδιάβαστος ή απλά ανόρεχτος, κι έτσι έκανα μία απλή ερώτηση, στην οποία το υπόλοιπο τμήμα ανταποκρίθηκε με πολλά υψωμένα χέρια. Ο Γιάννης όμως κοιτούσε στο άπειρο, σα να ήταν αλλού. "Γιάννη, πες" του είπα επαναλαμβάνοντας την ερώτηση. Ο Γιάννης έμεινε βουβός και ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα, πήρε μία ανάσα και είπε μπροστά σε όλη την τάξη που
ανέμενε "Κυρία, μη με κοιτάτε έτσι. Ζαλίζομαι". Το γέλιο που ξέσπασε στο τμήμα δεν περιγράφεται και ο κακομοίρης ο Γιάννης υπέστη καζούρα για μέρες, τύπου "Κυρία κλείστε τα μάτια όταν ρωτάτε τον Γιάννη" και άλλες μαθητικές κρυάδες, και κοκκίνιζε ο καημένος ο μικρούλης, τετάρτη δημοτικού ήταν τότε...

Ένας άλλος πιτσιρικάς, ο Ηλίας, άκουγε με προσοχή που τους εξηγούσα ότι θα πρέπει να μελετάνε για να πάνε καλά και ότι άσχετα με το ποιόν έχουν δάσκαλο πρέπει να σκέφτονται το δικό τους ώφελος από το να έχουν γνώσεις, στο οποίο ο Ηλίας απάντησε με ένα ειλικρινέστατο και γεμάτο πάθος "Τί λετε κυρία! Εγώ για εσάς διαβάζω!" για να συμπληρώσει με το αφοπλιστικό "Θα μείνω την ίδια για να σας έχω και του χρόνου!". κάτι που παραλίγο να συμβεί γιατί ο Ηλίας δεν ήταν και πολύ του διαβάσματος.

Το πιο έντονο ξέσπασμα όμως ήταν από τον Αποστόλη, που ήταν παιδί κλειστό και συνεσταλμένο. Τον έβλεπα που με κοιτούσε με παράπονο και άχτι χωρίς να λέει τίποτα, σε αντίθεση με τα περισσότερα παιδάκια που είναι πιο εκδηλωτικά. Ήταν κάτι που του έτρωγε τα σωθικά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, φυσικά, εκτός από το να παριστάνω την ανήξερη και να μην τον μαλώνω πολύ. Μία μέρα με ρώτησε που είναι ο άντρας μου. Τώρα, η πόλη μου είναι ένα μικρό μέρος και όλοι γνωριζόμαστε οπότε αυτή η ερώτηση δεν ήταν αδιάκριτη για τα δεδομένα μας.Χωρίς να γελάσω, απάντησα ότι είναι στο ναυτικό. Και τότε ο πιτσιρικάς, μέ μένος και λύσσα πραγματική, ξεστόμισε το εξής :"Να του βουλιάξει το καράβι!"

Αυτή η άνευ όρων αγάπη δεν κρατάει για πολύ, γιατί μεγαλώνουν, μαθαίνουν το σώμα τους και τον κόσμο και σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά. Μαθαίνουν ό,τι πονηρό υπάρχει και ενθουσιάζονται έντονα. Αρχίζουν να εκφράζονται αλλιώς και νομίζουν ότι είναι άτρωτοι, ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Δοκιμάζουν τις αντοχές σου και τα νεύρα σου, σε προκαλούν, θέλουν την αναμέτρηση και γίνονται επιθετικά από ένστικτο. Αυτό είναι λιγότερο συγκινητικό, αλλά δεν παύει να είναι αληθινό και αυθόρμητο. Πρέπει όμως η δασκάλα να είναι αυστηρή και αμείλικτη για να μην δώσει λάθος μηνύματα ή εντυπώσεις σε μαθητές και γονείς.

Για παράδειγμα ένας μικρός, ο Κώστας, δευτέρα γυμνασίου ήταν τότε, περίμενε στον διάδρομο στην αρχή της χρονιάς για να δεί ποιά αγγλικού θα έχουν. Μόλις με είδε, με κοίταξε για λίγο όπως πλησίαζα, με το χαρακτηριστικό ύφος της αγορίστικης αγάπης και μου είπε "Εσάς έχουμε;" Ναι" του είπα "Πήγαινε στην τάξη και θα έρθω σε λίγο" γιατί έπρεπε να πάω σε μία άλλη τάξη πρώτα να δώσω κάτι χαρτιά. Τότε τον άκουσα που πήγε τρέχοντας στην αίθουσα και ανακοίνωσε με βροντερή φωνή "Έχουμε την Αθηνά και είναι μουνάρα!". Κοκκάλωσα. Πως θα μπω σε αυτό το τμήμα τώρα, σκέφτηκα. Θα χασκογελάνε σαν ηλίθια και θα ανταλλάζουν βλέμματα όλο νόημα.... Κοιτάχτηκα σε ένα τζάμι. Ήμουν ντυμένη άτσαλα με χαλαρά ρούχα, άβαφη και δεν φαινόταν καθόλου σάρκα πουθενά. Πήρα το πιο αυστηρό και σοβαρό μου ύφος και μπήκα παριστάνοντας ότι δεν είχα ακούσει τίποτα. Δεν χαμογέλασα για  50 λεπτά και όλη τη χρονιά ήμουν πιο αυστηρή και πιο σκληρή μαζί τους.

Το πιο ακραίο που μου είχε τύχει ήταν ο Δημητράκης, ετών 17. Σε αυτή την ηλικία τα αγόρια είναι ανυπόμονα και θέλουν να γίνουν άντρες με μία πιεστική ανάγκη και μία ορμή που δύσκολα καμουφλάρεται ή σταματιέται. Όπως έχετε καταλάβει, δεν τα σηκώνω κάτι τέτοια και του τσάκισα τα κόκκαλα με έναν τρόπο που μόνο ένας καθηγητής μπορεί να τσακίσει έναν μαθητή. Του απηύθυνα ερωτήσεις πολύ σπάνια, ανόρεχτα, του έβαζα τις δυσκολότερες ερωτήσεις και τον τιμωρούσα με το παραμικρό κιχ. Δεν του χαμογέλασα ούτε μία φορά και δεν ανέφερα ποτέ το όνομά του, αλλά του έλεγα πράγματα όπως "Πες" ή "Λάθος". Φυσικά, ήταν ανένδοτος. Αντί να κάθεται στο πίσω θρανίο γαλαρία όπως με τους άλλους καθηγητές, στο δικό μου μάθημα έρχονταν μπροστά-μπροστά και με κοιτούσε στα μάτια. Μία μέρα, κάναμε ένα κείμενο και τους εξηγούσα το λεξιλόγιο λύνοντας ασκήσεις, με τον Δημήτρη στο μπροστινό θρανία να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή με σαχλαμάρες. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που βρήκαμε μπροστά μας τη λέξη lick=γλύφω . Την εξήγησα και ένα παιδί είχε την απορία αν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε μεταφορικά όπως στα Ελληνικά για να πούμε ότι "γλείφουμε" κάποιον για να τον καλοπιάσουμε και δυστυχώς έδωσε και παράδειγμα "Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι γλείφουμε την κυρία των αγγλικών για να μας βάλει καλούς βαθμούς". Απάντησα ότι όχι και ότι για αυτή την περίπτωση υπάρχει άλλη έκφραση που θα την μάθουμε παρακάτω, ευχόμενη με όλη μου την ψυχή να περάσει αυτό απαρατήρητο από τον πιτσιρικά που περίμενε την ευκαιρία. Φυσικά και δεν του ξέφυγε. Κοκκίνησε ολόκληρος και γελώντας πονηρά, με κοίταξε λέγοντας "Δηλαδή θα μας μάθετε πως γλύφουν τις κυρίες;" με ένα ύφος που δεν άφηνε καμμία αμφιβολία για το υπονοούμενο. Η υπόλοιπη τάξη ήταν νεαρότερα και πιο συνεσταλμένα παιδιά, μάλλον δεν κατάλαβαν ή δεν άκουσαν γιατί δεν υπήρξε αντίδραση, αλλά η οργή μου ήταν τέτοια που ο Δημήτρης πάγωσε και χλώμιασε. Τον κοίταξα με τεράστιο θυμό τόσο που χαμήλωσε το κεφάλι και δεν ξαναείπε τίποτα. Ποτέ.


Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Η δύναμη των λέξεων, έκτοτε.

Θυμάμαι ήμουν χάλια. Όλα ήταν χάλια. Στο σπίτι χαμός, στη δουλειά χάος, τσακωμός με τους φίλους, όλα κατά διαόλου. Έκανα την καρδιά μου πέτρα και ετοιμάστηκα. Δεν είχα καν την ψυχραιμία να χτενίσω τα μαλλιά μου, κοιτούσα τον καθρέφτη και μου φαίνονταν το ίδιο, είτε ανάκατα είτε χτενισμένα. Τόσο θολό ήταν το βλέμμα μου. Έσκυψα. Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Έφυγα.
Πήγα στο ιδιαίτερό μου, ένα ενήλικος, αδερφός μίας φίλης μου. Μην πάει αλλού το μυαλό σου, ο Χρήστος ήταν αλλού.

Με είδε. Δεν είπε τίποτα. Αρχίσαμε το μάθημα. Καθώς του διόρθωνα ένα γραπτό, άπλωσε το χέρι, έβαλε τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου. "Η ζωή είναι όμορφη" μου είπε.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Ομορφιά μέχρις δακρύων

Στον φασαριόζικο έφηβο που μόνος του επέλεξε να καθήσει κοντά στην έδρα μου, παρόλο που το μάλωνα όλη τη χρονιά πέρυσι.

Στην μικρή νεράιδα που ξαφνικά άρχισε να θυμάται το λεξιλόγιο

Στον μαντραχαλά που με φωνάζει "coach".

Στην μουλωχτή που με κοιτάει κρυφά με πονηρό χαμόγελο όταν οι άλλοι κάνουν λάθος.

Στα κεφαλάκια σκυμένα πάνω από την δύσκολη άσκηση.

Στο "Ωχ, κυρία!" της βαρεμάρας, την τελευταία ώρα.

Στη λάμψη του "Το κατάλαβα!" μετά τον πλάγιο λόγο.

Στο "Αχ, κυρία!" μετά το απρόσεχτο λάθος και η σβύστρα πέρα δώθε.

Στα πιτσιρίκια που με λένε αυστηρή παρόλο που δεν τα έχω μαλώσει ποτέ.

Στην άδεια αίθουσα που επιτέλους ησύχασε για απόψε.

Στις εικόνες που πήραν μαζί τους σπίτι, δώρο από εμένα.


Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2015

Risks of a No-Risk Policy

Πάντα είχα μία πολιτική, την πολιτική του μηδενικού ρίσκου όταν πρόκειται για την ευθύνη μου ως προς τους άλλους. Δηλαδή, όταν πρόκειται για κάτι που αφορά μόνο εμένα και κανέναν άλλον (πολύ λίγα πράγματα στη ζωή είναι τέτοια) τότε το ρίσκο το παίρνω με χαρά και ευχαρίστηση. Όταν όμως το ρίσκο αφορά άλλους, όπως τους μαθητές μου ή τους ανθρώπους που αγαπάω, όποιοι και να είναι, όπου και αν βρίσκονται, τότε τηρώ αυτή την τακτική, δηλαδή να μην διακινδυνεύσω με κανέναν τρόπο το δικό τους συμφέρον και να μην κάνω τίποτα αν δεν είναι οι πιθανότητες συντριπτικά υπέρ τους.

Μέχρι τώρα η τακτική αυτή με έχει βγάλει ασπροπρόσωπη, υπό την έννοια ότι ποτέ δεν έχω κάνει τίποτα που να βλάψει κάποιον με κανέναν τρόπο. Προσπαθώ μάλιστα να προστατεύσω τους γύρω μου από τα λάθη μου, όσο μπορώ φυσικά, διότι μερικά από τα λάθη μου τα βλέπω ως σωστά.

Για αυτό και προσπαθώ να δέχομαι κάτι με το οποίο διαφωνώ όταν θεωρώ ότι ίσως για κάποιον άλλον να φαίνεται σωστό. Προσπαθώ, όσο μπορώ μέσα στη ανθρώπινη άρα ατελή μου αντίληψη και φύση, να συνδυάσω το δικό μου μυαλό με των τριγύρω μου, για να περιορίσω τα λάθη που θα κόστιζαν σε άλλους. Έτσι την έχω την ευθύνη στο μυαλό μου, αυτόν τον ορισμό της δίνω.

Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, νιώθω ότι ξέρω λιγότερα. Νιώθω σα να είναι όλα λάθος και σαν όλα να είναι αταίριαστα ως προς εμένα. Πράγματα που είχα ως σταθερές, είναι τώρα ρευστότερα κι από λάδι σε κατηφόρα και αυτό που περισσότερο αμφισβητώ είναι το τί καταλαβαίνω.

Οι πηγές είναι περισσότερες από όσες μπορώ να διαχειριστώ και πιο πολύπλοκες από ότι ήταν.

Πάντα όμως, σε καιρούς κρίσεως, οι άνθρωποι αντιδρούν με δύο τρόπους, είτε που αναζητούν την ασφάλεια της πεπατημένης, κανουν δηλαδή αυτό που πάντα έκαναν ελπίζοντας ότι οι ίδιοι νόμοι θα
έχουν τις ίδιες επιπτώσεις, είτε που κάνουν το εντελώς αντίθετο, με το σκεπτικό ότι αφού μέχρι τώρα έκανα αυτό, τώρα πρέπει να κάνω το αντίθετο. Και είμαι στο σημείο που πρέπει να αποφασίσω ποιό από τα δύ θα κάνω. Δύσκολη απόφαση, αν μη τι άλλο γιατί όπως όλες οι παοφάσεις πρέπει να παρθεί εν βρασμώ ψυχής και χωρίς αρκετές πληροφορίες.

Όσο για τον Παναγιώτη, έχω να πω το εξής. Αυτό που εμένα με βοήθησε ήταν το εξής, να σταματήσει αυτό εδώ, η φράση αυτή για κάποιο λόγο στα αγγλικά, "This ends here!"

Σκέφτηκα, Παναγιώτη, το εξής. Οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές δεν αποφασίζουν, αλλα αντιδρούν, άλογα, όπως το νερό όταν πέσει μέσα του μία πέτρα: δεν είναι απόφασή του να κάνει κύκλους, απλά έτσι αντιδρά. Έτσι πήρα την ΑΠΟΦΑΣΗ να μην αντιδράσω σύμφωνα με το αρνητικό ερέθισμα, αλλά αντιθέτως, να μην αντιδράσω σύμφωνα με αυτό. Πήρα την απόφαση, οι ομόκεντροι κύκλοι του δικού μου προβλήματος να μην επεκταθούν περισσότερο, αλλά να σταματήσουν σε εμένα. Πήρα την απόφαση να είμαι εγώ η μόνωση ανάμεσα στον θόρυβο του παρελθόντος και την επόμενη γενιά.

Αποφάσισα, οποιαδήποτε αντίδραση οφείλεται σε εκείνο το πρόβλημα, να την πνίξω. Κοίταξα τριγύρω και παρατήρησα ποιές ήταν οι αντιδράσεις στα καλά πράγματα και τις αποστήθισα όπως ο ηθοποιός το σενάριο και τις έκανα ζωή μου, ώστε η επόμενη γενιά να έχει ένα στρώμα (εμένα) να την προστατεύει από τους απόηχους των ουρλιαχτών. Δεν εξέφρασα θυμό ούτε έφυγα. Δεν μίλησα σε κανέναν ούτε ξέσπασα. Δεν απέφυγα τις υποχρεώσεις μου, δεν έκανα πίσω όταν μου ζητήθηκε να δείξω κατανόηση σε ανθρώπους που δεν την έδειξαν σε εμένα. Έγινα η μόνωση. Στρίμωξα το είναι μου ανάμεσα στις πληγές του παλιού και τις απαιτήσεις του νέου, των νέων

Έχει το τίμημά του. Πρέπει κάποια στιγμή να εκφραστείς, γιατί δεν μπορεί κανείς να τα κρατά όλα μέσα του για πάντα. Η μαυροδάφνη βοήθησε. Και η πολύ δυνατή μουσική. Και οι μικρές ώρες πριν την αυγή που ότι ρέει είναι αόρατο.

Μόνη ανταμοιβή ότι σταμάτησα το κακό, δεν το άφησα να αναπαραχθεί μέσα από τα λόγια ή τις πράξεις μου. Η νέα μέρα είναι καθαρή.

Κανένα ρίσκο για τους άλλους, για μένα όλα.
Μπορώ και το κάνω.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Ένα για τον Μάκη.

Ο Μάκης ήταν ο περίφημος Locus Publicus που γνώρισα διαδικτυακώς και που είχα την τύχη να γνωρίσω και δια ζώσης.

Πέθανε πριν από μερικά χρόνια και δεν θυμάμαι καν αν είναι σήμερα η επέτειος του θανάτου του, όμως σήμερα τον σκεφτόμουν έντονα και πολύ. Δεν ξέρω γιατί. Όταν τον γνώρισα ήδη είχε προβλήματα υγείας και είχε χάσει ένα σωρό κιλά από τη διατροφή που του είχαν δώσει οι γιατροί.

Όπως είχα πει και στη Ρία, αυτόν τον άνθρωπο τον είχα ερωτευτεί για το μυαλό του και με λύπησε πολύ ο θάνατός του.

Μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ήξερε τα ελληνικά πολύ καλά, παρόλο που είχε περάσει μεγάλο μέρος της ζωής του έξω. Μου είχε κάνει εντύπωση το γεγονός ότι ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικής ευφυίας και, όταν τον γνώρισα από κοντά, για λίγες ώρες μόνο, μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που έχει υπερβεί τον εαυτό του, υπό την έννοια ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους από εμας, αναρωτιέται και για το παραπέρα. Δεν βλέπει μόνο τα δικά του, αλλά κοιτάει και πιο μακρυά, αναρωτιέται για τα πάντα. Είχε πάντα την φωτογραφική του μαζί και φωτογράφιζε τα πάντα. Του άρεσε η μουσική και έπαιζε σε μία ομάδα λαϊκής μουσικής.

Ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος, όπως και αν το έβλεπες.

Αυτό που μου λείπει από αυτόν τον άνθρωπο είναι το γεγονός ότι καταλάβαινε. Σε κοιτούσε με αυτό το ερευνητικό ύφος και καταλάβαινες ότι ήξερε για ποιό πράγμα μιλούσες.
Όταν ήρθε στην Πρέβεζα και είδε ότι ήταν στα αλήθεια έτσι όπως είχα καταλάβει από τις αναρτήσεις και τα σχόλιά του, ένιωσα τεράστια ανακούφιση. Σκέφτηκα κάτι όπως "επιτέλους, ένας άνθρωπος!"
Και μετά του μίλησα για τα πάντα. "Πρέπει να είπαμε πάνω από 3000 λέξεις" μου είπε πριν πάμε για καφέ.

Μου λείπει αυτό. Κάποιος που να καταλαβαίνει. Κάποιος που να βλέπει. Όχι απλά να συμφωνεί ή να έχει το ίδιο συμφέρον ή να σε ανέχεται ή να σε εκτιμά επαγγελματικά, ή να πηγαίνεις για καφέ, αλλά να καταλαβαίνει, έστω και αν τελικά διαφωνεί. Κάποιος που δεν είναι απλά ευφυής, αλλά πέρα από την ευφυΐα είναι και δεκτικός προς την πολλαπλή πραγματικότητα του κόσμου.

Μου αρέσουν αυτοί οι άνθρωποι.
Όταν είχε έρθει, μου είχε πεί ότι σε μία από τις αναρτήσεις μου, του θύμησα χωρίς να το ξέρω τα νιάτα του, τότε που πρωτοπήγε στην Αμερική, γιατί στο τραγούδι αυτό δείχνει το μέρος που τότε έμενε σαν φοιτητής.

Θα μου τον θυμίζει πάντα.
Κάπου πρέπει να τριγυρίζει ακόμα ένα τέτοιο μυαλό.


Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Μικρότητες 2 (Ένα Βραβείο για τους γείτονες)

Όλο το καλοκαίρι, επειδή δεν πήγαμε πουθενά, άφησα τα παιδιά να "αλητέψουν" δηλαδή να ευχαριστηθούν το παιχνίδι στη γειτονιά με τους φίλους τους, το οποίο και έκαναν.

Ανάμεσα σε όλα, το αλήτεμα προϋποθέτει και παιχνίδι στο σπίτι, το οποίο επίσης έκαναν.
Όλο το καλοκαίρι, έρχονταν οι φίλοι τους στο σπίτι για να παίξουν. Στις 10 το πρωί οι φίλοι "χτυπούσαν κάρτα" για να φύγουν γύρω στις μία, και το απόγευμα από τις 5μιση ως τις 9 τα έχω εναλλάξ αυλή-σπίτι, κατά την έμπνευση της στιγμής.

Τώρα, το να έχεις μία παρέα αγοριών στο σπίτι δεν είναι απλή υπόθεση. Τα αγόρια έχουν παραπνίσια ενέργεια και διαολεμένη δημιουργικότητα που δεν συνάδει ούτε με τα νεύρα ούτε με τις προσδοκίες μίας μέσης μαμάς που έχει κι αυτή τα δικά της. Ωστόσο, επειδή ήταν χαρούμενα, τα άφησα να παίξουν με την ψυχή τους όλο το καλοκαίρι. Τα κέρασα παγωτό και καρπούζι, τα κάλεσα να δούμε ταινίες τρώγοντας πατατάκια, ανέχτηκα τη φασαρία τους, μάζεψα το σπίτι (με τη βοήθεια των κυρίων υιών μου, φυσικά) που ήταν κατά κανόνα χοιροστάσιο μετά από τέτοιο παιχνίδι, και κανόνισα όλες τις δραστηριότητές μου όπως ψώνια και νοικοκυριό και βόλτες ώστε να μην διακόψω αυτή την διασκέδαση των δικών μου και των άλλων παιδιών.

Και τσαντίστηκα πάρα πολύ που οι άλλοι γονείς είναι ελεεινοί, τρισαθλιότατοι, να μην έχουν το φιλότιμο ή την αξιοπρέπεια ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΟΛΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ να καλέσουν τα δικά μου παιδιά, όχι για ταινία με πατατάκια, αλλά ούτε για πέντε λεπτά, παρά μόνο είδαν την δική μου υπομονή σαν μία καλή ευκαιρία να παρκάρουν τα παιδιά τους, τα οποία θέλουν απλά να ξεφορτωθούν, οι ποταποί καρμοίρηδες.

Ούτε μία φορά δεν πήγαν τα παιδιά μου στα δικά τους σπίτια, με διάφορες προφάσεις και ούτε μία φορά δεν πλήρωσε κανείς ένα παγωτό ή άλλο κέρασμα, αλλά τα δικά τους όταν έρχονται σε εμάς κατεβάζουν με τις χούφτες τα καλούδια που έχουμε, σταφύλια, αμύγδαλα, και ότι φρούτο βρεθεί μπροστά τους, γιατί τί να πείς σε ένα παιδάκι; "Θα δώσω στο δικό αλλά εσύ όσο και αν πεινάς θα κοιτάς μόνο"; Δεν το λες αυτό, εκτός και αν είσαι σαν τους γείτονες, τους ξεφτίλες.

Και, παρόλο που νιώθω έτσι, δεν θέλω να δηλητηριάσω την ξενοιασιά του παιχνιδιού ούτε να σπείρω τη διχόνοια ανάμεσα στην παρέα, γιατί έτσι και γίνει αυτό τότε θα τελειώσει η παρέα και δεν το θέλω αυτό.

Οπότε, φρόντισα να έχω ταϊσμένα τα δικά μου πριν έρθουν οι φίλοι και  απέσυρα κάθε τρόφιμο από το πεδίο όρασης των αγενών καλεσμένων, και όποτε ζητάνε τους λέω να ρωτήσουν τη μαμά τους, γιατί κοντεύει η ώρα του φαγητού. Αυτό, εκτός που τις περισσότερες φορές είναι αλήθεια, είναι και κάτι που τα παιδιά πάντα βαριούνται να κάνουν, δηλαδή να πάνε ως το σπίτι τους και μετά να ξαναέρθουν, οπότε είτε που κάνουν υπομονή είτε που πάνε σπίτι τους να φάνε, απαλλάσσοντας και εμένα από την θορυβώδη παρουσία τους για μερικά λεπτάκια.

.
ΥΓ: Η μία δε εκ των μαμάδων, είναι τόσο γελοία, που όταν δεν μπορούν να έρθουν σε εμένα για παιχνίδια (αν εμείς έχουμε πάει κάπου ας πούμε) ούτε τότε αφήνει την υπόλοιπη παρέα να πάει σπίτι της, και τα βρίσκω όταν επιστρέψουμε καθισμένα στα σκαλιά έξω από την πόρτα μου, να παίζουν με τη δική μου σύνδεση στο ίντερνετ στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Τόσο "καλή" μαμά και τόσο "φιλότιμη" γειτόνισσα!

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Εκμυστήρευσις Κακής Γυναικός

Πριν από πάρα πολύ καιρό, ήμουν γύρω στα 20-κάτι, είχαμε στην παρέα τη ραδιοφωνική ένα παιδί που είχε διάφορα προβλήματα. Τραύλιζε, ψεύδιζε, είχε διάφορα έντονα τικ και ήταν έκδηλο ότι εκτός από όλα αυτά είχε και τα ψυχολογικά που συνήθως τα συνοδεύουν. Καλό παιδί γενικώς, αλλά δεν καταλάβαινες τί έλεγε και σα να μην έφταναν όλα τα κακά της μοίρας του, ήταν και υπέρβαρος. Και είχε και λίγα μαλλιά.

Επίσης έκδηλο ήταν ότι με είχε ερωτευτεί. Όσο ήμασταν μεγάλη η παρέα, δεν έλεγε τίποτα, δείλιαζε. Μετά η παρέα άρχισε να φυλλορροεί κατά την πορεία των βίων μας, και μείναμε στην Πρέβεζα από
όλη την παρέα αυτός κι εγώ να κάνουμε εκπομπές, οπότε κάποια στιγμή, το έβλεπα ότι έρχονταν, και τελικά μου το ξεφούρνισε. Φυσικά ήξερε ότι δεν είχε ελπίδα αλλά υπήρξα κάτι παραπάνω από σαφής διότι τα άτομα με ψυχολογικές εκκρεμότητες είναι εύκολο να παρερμηνεύσουν τις προθέσεις των άλλων με λιγότερες εκκρεμότητες.

Ωστόσο, θες επειδή ο Έρωτας είχε εξαφανιστεί εκείνον τον καιρό και μου την είχε βαρέσει στα νεύρα, λίγο επειδή εκείνο τον καιρό υπήρχαν κι άλλες αλλαγές, μεγάλες, στη ζωή μου, θες επειδή είχε έναν απολύτως εκνευριστικό τρόπο να με κοιτάει σα ζητιάνος, θες επειδή είχαν ενταθεί λόγω ερωτικής απογοήτευσης τα συμπτώματά του, δεν τον άντεχα άλλο. Είχα φτάσει στο σημείο να τον αποφεύγω. Σκέφτηκα, όμως, δεν είναι αυτός τρόπος να περνάς τις ημέρες σου, αθηνόβιο. Δεν είναι δυνατόν να περιορίζεσαι επειδή ένας άσχετος έτσι θέλει. Βρες λύση. Και την βρήκα, η κακούργα. Την επόμενη φορά που ήρθε στο στούντιο την ώρα της εκπομπής μου, του είπα ευθέως και χωρίς καμμία περιστροφή, κατάμουτρα και ανηλεώς ότι δεν ήθελα να έρχεται και ότι δεν τον άντεχα άλλο, ότι δεν ήθελα να κάνουμε παρέα, ούτε καν να μου μιλάει. Ότι δεν τον χωνεύω. Το παιδί , όπως ήταν φυσιολογικό, αγανάκτησε και έφυγε.

Ένιωσα τύψεις, αλλά οι μέρες μου έγιναν λιγότερο δυσάρεστες και περισσότερο ευχάριστες. Επίσης, δεν ήξερα τί άλλο να έκανα, εφόσον ο άνθρωπος αυτός είχε ολοκάθαρα προσκολληθεί σε εμένα αλλά εγώ δεν μπορούσα ούτε να έχω την ευθύνη για την ύπαρξή του, ούτε για τα ψυχολογικά του, ούτε ήμουν σε θέση να τον βοηθήσω με άλλο τρόπο. Έλεγα από μέσα μου ότι ήταν πολύ χειρότερο για αυτόν να νομίζει λάθος πράγματα και ότι ίσως με αυτή μου την κίνηση να του έδινα μία ώθηση να ξεκολλήσει, να ξυπνήσει κατά κάποιον τρόπο. Η αλήθεια, όμως ήταν, και το ήξερα, πως απλά έκανα αυτό που ήθελα χωρίς κανέναν δισταγμό. Σε τελευταία ανάλυση σκέφτηκα, δεν έχω υποχρέωση να νταντεύω ούτε να αναθρέψω κανέναν.

Τα τικ και το τραύλισμα και το ψεύδισμά του χειροτέρεψαν πολύ. Το τικ του έγινε τόσο έντονο που πλέον πετάγονταν ολόκληρος σαν από ηλεκτρικό ρεύμα κάθε μερικά δευτερόλεπτα. Αργότερα έφυγε και αυτός από την πόλη για να σπουδάσει σε κάποια σχολή.

Δυστυχώς, ήταν πολύ φίλος με τον σύζυξ. Και εξακολουθούσα να νιώθω τύψεις, οπότε με μισή καρδιά του ζήτησα συγγνώμη. Φυσικά, δεν είχαμε και καμμιά εγκάρδια σχέση. Απλά ήμασταν υποτυπωδώς ευγενικοί ο ένας με τον άλλον, όποτε βρισκόμασταν στην ίδια παρέα.

Τα χρόνια πέρασαν. Αυτός έκανε διάφορες θεραπείες για τα συμπτώματά του, τελείωσε τη σχολή του σε λίγο περισσότερο από δεκαετία και δούλεψε σε διάφορες περιστασιακές δουλειές. Εγώ παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, δίδαξα αγγλικά (με ένα τριετές ιστιοπλοϊκό διάλειμμα), έκοψα το ραδιόφωνο, την χορωδία και άρχισα το μπλόγκιν, είκοσι χρόνια περίπου πέρασαν.

Τις προάλλες τον είδα στο δρόμο, Χαιρετιστήκαμε. Τον ρώτησα πως είναι, για την οικογένειά του, κοκ. Κάποια στιγμή κάποιος άλλος με φώναξε και γύρισα το κεφάλι να δω ποιός ήταν. Είπα καναδυό κουβέντες και ξαναγύρισα το κεφάλι για να συνεχίσω την κουβέντα μου με αυτόν, αλλά είχε εξαφανιστεί, λες και τον κατάπιε η γης. Ούτε την πλάτη του που έφευγε δεν διέκρινα πουθενά. Είχε γίνει καπνός. Έλα χριστέ και παναγιά, σκέφτηκα. Τί κόλπα είναι τούτα.

Αυτό που με έκανε να ανησυχήσω ακόμα περισσότερο για αυτό το παιδί ήταν όταν πριν από λίγε ημέρες τον ξαναείδα στον δρόμο. Ετοιμάστηκα από μακρυά να του πω μία καλημέρα, αλλά αυτός έκανε το εξής. Πήρε ειρωνική έκφραση, είπε "Α! η Τρελή!" και έστριψε σε μία γωνία.

Η πρώτη μου σκέψη ήταν "Fuck!"

Πρώτη φορά εξέφραζε θυμό, είκοσι χρόνια μετά, έτσι, με αυτόν τον τρόπο στη μέση του δρόμου. Πολύ ανησυχητικό.
Δεν ξέρω τι θα απογίνει με αυτό το όχι-πλέον παιδί.
Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι που να μπορώ να κάνω πλέον για να λύσω αυτό το ζήτημα. Δε νομίζω ότι λύνεται, βασικά, γιατί εφόσον πρόκειται για ερωτική απογοήτευση, δεν είναι δυνατόν να του κάτσω αναδρομικά και υπό ιατρική παρακολούθηση, με τα προβλήματα που έχει.

Ξέρω στα σίγουρα ότι, μπορεί να μην χειρίστηκα σωστά το ζήτημα τότε, ωστόσο δεν είμαι εγώ η γενεσιουργός αιτία των προβλημάτων του, γιατί αυτά τα είχε πολύ πριν με γνωρίσει.

Φοβάμαι ότι έχω γίνει η προσωποποίηση των αγανακτήσεών του, ότι έχει φορτώσει στο πρόσωπό μου όλα του τα ζητήματα.

Δεν μπορούσε απλά να θυμώσει με τους γονείς του όπως κάνει όλος ο κόσμος;







Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Πονάει η κοιλιά μου

Εδώ και μερικές εβδομάδες δεν έχω όρεξη για φαγητό. Το παθαίνω συχνά όταν έχει πολλή ζέστη. Πίνω πολλά νερά, τρώω πολύ καρπούζι και όταν έρθει η ώρα του φαγητού, έχω φουσκώσει σαν κολοκύθα και το ζεστό φαί μου φαίνεται σαν καζάνι της κολάσεως, κι έτσι είτε  που θα φάω μερικές μπουκιές είτε που θα περιοριστώ σε λίγη σαλάτα είτε που θα μείνω με το καρπούζι. Για σνακ δροσερό γιαουρτάκι.

Δε ζήλεψα ούτε μία φορά, τίποτα. Ούτε όταν έτρωγαν πιττόγυρα οι άρρενες, ούτε όταν τα παιδιά κατέβαζαν παγωτά το ένα μετά το άλλο, ούτε τα υποβρύχια, ούτε τίποτα. Δεν ζήλεψα καν την μπύρα, να φανταστείς. Αλλά σήμερα....

Σήμερα πήγα στο σουπερμάρκετ και είδα τη μερέντα. Έμεινα κόκκαλο κοιτώντας το γυάλινο βαζάκι όπως ο μετανάστης τη γαλανόλευκη. Το αγόρασα και το καταχώνιασα πιίσω-πίσω στο ντουλάπι. Και το απόγευμα, μετά τη σιέστα, μόλις πήγαν τα παιδιά να παίξουν στην αυλή, έβαλα ένα μεγάλο ποτήρι γάλα και τις φρυγανιές με τη μερέντα και δεν άφησα τίποτα να περισσέψει.

Και τώρα πονάει η κοιλιά μου.

Αλλά ακόμα έχω το χαμόγελο στο πρόσωπο.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Υπάρχουν δεξιοί

Συνήθως, όταν γνωρίσω έναν άνθρωπο που θα συμπαθήσω αυτόματα, τις περισσότερες φορές είναι αριστεροί, παναθηναϊκοί και εξαιρετικά έξυπνοι.

Και ενώ τα πρώτα δύο συστατικά είναι προαιρετικά, το τελευταίο δεν έχει πέσει ποτέ έξω.

Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις, άνθρωποι που μεμιάς αγάπησα, αλλά εκ των υστέρων ανακάλυψα ότι ήσαν δεξιοί. Και παρόλο που διαφωνούμε ριζικά σε βασικά ζητήματα, συνεχίζω να τους αγαπάω και να σκέφτομαι τα λόγια τους.

Είναι, ας πούμε, ο Παναγιώτης, ο Νίκος, ο Βαγγέλης και ο Αρκάς. Ναί, ο κωμικογράφος, αυτός με τα κόμικ, που από τότε που βγήκε ο Τσίπρας έχει ξεσπαθώσει και τα γράφει καλύτερα από ποτέ.

Αναρωτιέμαι, όμως, πολύ συχνά αν αυτή η δεξιά τους θεώρηση των πραγμάτων αντιστοιχεί σε προσωπικό ώφελος και συμφέρον ή σε αφηρημένη ιδεολογία. Και ειλικρινά δεν ξέρω τί είναι καλύτερο.

Θέλω να πω, το εξής: αν πρόκειται για προσωπικό ώφελος, αν ας πούμε είσαι δεξιός επειδή έχεις πολλά λεφτά και κάποια πράγματα αν γίνουν θα σου αποφέρουν περισσότερα κέρδη, τότε έχεις το ελαφρυντικό ότι είσαι καπάτσος και έξυπνος, καταφερτζής σε πράγματα πρακτικά, προσγειωμένος και ρεαλιστής. Αλλά από την άλλη, έχεις το μειονέκτημα ότι δεν έχεις ιδέες, δεν έχεις ιδανικά, ότι είσαι απλά για τα λεφτά, ένας υλιστής.

Αντίθετα, αν πρόκειται για δεξιό από ιδεολογία, τότε ισχύει το αντίστροφο,μάλλον. Θεωρείς ότι η δεξιά θα σώσει τον κόσμο και ότι αποτελεί τη λύση για τα προβλήματα της ανθρωπότητος, αλλά μάλλον χωρίς δικό σου προσωπικό συμφέρον. Σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για αιθεροβάμονα που ακολουθεί κάτι χωρίς να έχει συναίσθηση του τί σημαίνει αυτό στον πραγματικό κόσμο.

Και δεν ξέρω τί από τα δύο είναι καλύτερο από το άλλο, ούτε ξέρω τί ισχύει για τον κάθε ένα από τους αγαπημένους μου δεξιούς.

Θα μου πείς, οι αριστεροί είναι καλύτεροι;
Οι αριστεροί υποπίπτουν στις εξής δύο κατηγορίες: αυτούς που είναι φτωχοί και αυτοί που είναι πλούσιοι και εκμεταλλεύονται την αριστερή ρητορική, όπως οι "συνδικαλιστές" που έφαγαν καλά σε βάρος των πραγματικών αριστερών ή συνδικαλιστών.

Η δική μου νοοτροπία, δεν είναι , θέλω να ξέρετε, αριστερή ακριβώς. Θέλω να βγάζουν κέρδος οι άνθρωποι και θέλω να υπάρχει ρεαλισμός όταν λύνουμε τα προβλήματα. Θέλω όμως και την αριστερά να βάζει φρένο στους κυνικούς, να σώζει δικαιώματα και κεκτημένα. Θέλω οι άνθρωποι να μεγαλουργούν με κίνητρο και μέσο το χρήμα όπως γίνονταν εδώ και χιλιετίες, αλλά θέλω και να υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη, ανθρωπιά και αλληλεγγύη. Δεν πιστεύω ότι το ένα αποκλείει το άλλο. Πιστεύω ότι ο επιχειρηματίας μπορεί να βγάλει κέρδος, και μάλιστα μεγάλο, χωρίς να κάνει σκλάβο τον εργάτη. Υπάρχει και γίνεται, το έχουν κάνει κάποιοι.

Προφανώς, κρατάω την ονειροφαντασία από κάθε μεριά.

Θέλω να συμμορφωθούν οι Έλληνες με τις Ευρωπαϊκές γραμμές, να γίνει Ευρώπη και κατ'ουσίαν, δεν θέλω όμως να πληρώσει το μάρμαρο ο 3+60 φτωχοδιάβολος, επειδή ο Βενιζέλος είναι τσιράκι των τραπεζών, ούτε να γίνουμε σαν την αγγλία με μόνη διαφορά ότι αντί για το μπάκινχαμ να έχουμε τον βαρβιτσιώτη και το Μητσοτακέηκο.

ΕΝ τέλει, θέλω να πω στους δεξιούς μου αγαπημένους ότι παρά το κράξιμο που ρίχνω στον Σαμαρά και στον Καραμανλή, τους οποίους δεν χωνεύω καθόλου ούτε σαν πολιτικούς, ούτε σαν ομιλητές ούτε για το έργο τους, τους ίδιους τους φίλους μου, είτε διαδικτυακούς είτε πραγματικούς, όχι μόνο τους αγαπώ και τους εκτιμάω, αλλά αυτά που λένε τα σκέφτομαι και παίρνω πολύ στα σοβαρά, όχι μόνο ως αντίθετα επιχειρήματα σε μία συζήτηση αλλά και ως κάτι ακόμα να μάθω σε αυτή τη μάταιη ζωή, όπου όλα κρίνονται εκ των υστέρων, αφού γίνει ότι έχει να γίνει.

Μία ερώτηση μόνο έχω για τους δεξιούς μου φίλους: πως νιώθετε που ανήκετε στην ίδια παράταξη με τον Βορίδη και τον Άδωνι; Πως νιώθετε να σας εκπροσωπούν τέτοια άτομα; Όταν μιλάει ο Μητσοτάκης για αξιοκρατία τη στιγμή που εσείς είστε στο δρόμο, εσείς νιώθετε δικαιωμένοι και λέτε "ναι, πες τα μεγάλε" ή σκέφτεστε ότι, ε, σε κάθε κόμμα υπάρχει κι ένας βλάκας;


Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Τεστ: Πόσο Αθηνόβιο είστε;


  1. Ποιό πρωινό προτιμάτε;
    α. ένα ποτήρι γάλα και ένα φρούτο
    β. ένα ποτήρι χυμό και δημητριακά
    γ. έναν καφέ και μία τυρόπιτα
    δ. τίποτα
    ε. κάθε μέρα και διαφορετικό, ποτέ το ίδιο
  2. Ποιό ντύσιμο σας χαρακτηρίζει;
    α. κοστούμι ή ταγιέρ
    β. τζήν και μπλουζάκι
    γ. δερμάτινα παντού
    δ. φόρμες και αθλητικά
    ε. σαν εσκιμώος τον χειμώνα, σαν αβορίγινας το καλοκαίρι
  3. Πως διαβάζετε τα βιβλία σας;
    α. από την αρχή προς το τέλος
    β. πρώτα το κύριο μέρος και στο τέλος την εισαγωγή.
    γ. πρώτα την τελευταία παράγραφο και μετά το υπόλοιπο
    δ. κάποια στιγμή πηδάω σελίδες από ανυπομονησία
    ε. έχω ταυτόχρονα πολλά διαφορετικά βιβλία και τα εναλλάσσω κατά την όρεξη
  4. Τί επίδραση έχει επάνω σας ο καφές;
    α. με αναζωογονεί
    β. με εκνευρίζει
    γ. μου φέρνει ιδέες
    δ. με ξυπνάει
    ε. πέφτω κάτω και κοιμάμαι σα να μην υπάρχει αύριο
  5. Θέλετε να λύσετε ένα πρόβλημα. Πότε σας έρχονται οι καλύτερες ιδέες;
    α. όταν εργάζομαι
    β. όταν χαλαρώνω
    γ. όταν συζητώ
    δ. όταν ερευνώ
    ε. όταν κάνω κάτι παντελώς άσχετο, όταν είμαι αφηρημένη
  6. Με ποιά σειρά κάνετε τις δουλειές σας;
    α. πρώτα τα σημαντικά
    β. πρώτα τα δύσκολα
    γ. πρώτα τα επείγοντα
    δ. πρώτα τα εύκολα
    ε. πρώτα αυτά που έχω όρεξη
  7. Όταν βγαίνετε πίνετε....
    α. καλό κρασί
    β. ωραία μπύρα
    γ. νερό
    δ. κάποιο κοκτέηλ
    ε. κάτι που να μην μου αρέσει για να μην το πιώ μεμιάς και με χτυπήσει


Περισσότερα α: 0,1% αθηνόβιο. είστε ένα ισορροπημένο άτομο με αυτοπειθαρχεία και σύνεση.
Περισσότερα β: 20% αθηνόβιο. είστε ένα ελεύθερο πνεύμα, αλλά λογικός και ευχάριστος τύπος
Περισσότερα γ. 25% αθηνόβιο. είστε ξεχωριστός με ιδιαίτερες ικανότητες και επαναστατικές ιδέες.
Περισσότερα δ: 30% αθηνόβιο. είστε ένας απλός άνθρωπος, με κοινή λογική και πρακτικό πνεύμα
Περισσότερα ε: 100% αθηνόβιο. την πατήσατε. έχετε το προνόμιο να μοιάζετε στο αθηνόβιο, γούστο σας και καπέλο σας και στην κορφή κανέλα.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Γνωριμία με το θάνατο

Ο γαλανός μου αγαπάει πολύ οτιδήποτε ζωντανό. Να φανταστείς, έτυχε κάποτε να βρούμε ένα νυχτεριδάκι γαντζωμένο στα κάγκελα του μπαλκονιού μας, και το βρήκε τόσο χαριτωμένο που ζήτησε να το κρατήσουμε για κατοικίδιο. Λατρεύει τα ζουζούνια κάθε είδους, τα σκυλιά, τα γατιά, τα σπουργίτια, τις κότες, τα σαμιαμίδια, τις αράχνες, όλα.

Έτσι πήραμε μία γατούλα, τη Σάσα, την οποία μετά μεταφέραμε στο πατρικό μου. Εκεί γέννησε
γατάκια, κατά τον ρουν των γεγονότων. Φυσικά, πιο αξιολάτρευτο πλάσμα από τα γατάκια δεν υπάρχει και πιο πολύ από όλα ήταν γλυκύτατο ένα άσπρο με γκριζο-ριγέ μπαλώματα. Παιχνιδιάρικο και πανέμορφο, μία γλύκα σκέτη.

Τα γατάκια, μαζί και αυτό, ο honey-booboo, όπως τον βάφτισε, έπαιζαν και μεγάλωναν. Μέχρι την περασμένη κυριακή που πήγαμε πάλι στο πατρικό μου και ενώ όλα ήταν καλά στην αρχή, ξαφνικά παρατηρήσαμε πως ο honey-booboo δεν ήταν καλά. Μέσα σε ένα λεπτό έπεσε κάτω και έκανε σπασμούς. Το κοιτούσαμε σαστισμένοι χωρίς να ξέρουμε τί να κάνουμε. Το χάιδεψα λίγο και το κοίταξα στα μάτια, μήπως και το πλασματάκι νιώσει λίγη παρέα πριν πεθάνει. Ο γαλανός ζήτησε να το χαϊδέψει, έκανε το ίδιο. Του πέθανε στα χέρια.

Το άφησε κάτω και έκλαψε σπαραχτικά.

Μετά το σήκωσε και το άψυχο κεφαλάκι πηγαινοέρχονταν σαν ξεκούρδιστο. "Πάμε να το θάψουμε" του είπα και συμφώνησε.

Πήγαμε στον κήπο και σκάψαμε έναν λάκκο. Το σκεπάσαμε και βάλαμε από πάνω ξύλα για να μην το ξεθάψουν τα σκυλιά.

Του εξήγησα πως ίσως το τσίμπησε σκορπιός και πως ο θάνατος είναι μέρος της ζωής.

"Είναι παράλογο" μου είπε.

Δεν το ανέφερε από τότε. Περιμένω πότε θα το βγάλει από μέσα του και πως.

Σάββατο 2 Μαΐου 2015

Όλα λάθος, όλα λάθος.

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι καλοί στο ένα πράγμα και λιγότεροι καλοί στα υπόλοιπα. Οι περισσότεροι άνθρωποι , στις αποφάσεις που παίρνουν στη ζωή τους, κάνουν κάποια σωστά πράγματα και κάποια άλλα τα κάνουν λάθος. Το λάθος, η αμαρτία ελληνιστί, δεν είναι κάτι που το κάνεις επίτηδες ούτε ξεκινάει κανείς τη ζωή του με σκοπό να τα κάνει μαντάρα. Αυτό γίνεται από λάθος, από λάθος αποφάσεις.

Τις περισσότερες φορές, οι περισσότεροι άνθρωποι το καταλαβαίνουν αυτό, είτε πριν κάνουν το λάθος, είτε μετά. Και οι περισσότεροι άνθρωποι προσπαθούν είτε να το αποφύγουν είτε να το διορθώσουν. Κάποιες φορές γίνεται, άλλες όχι, ανάλογα με τη σοβαρότητα και την έκταση της ζημιάς.

Η κόλαση, η τιμωρία, ελληνιστί, δεν είναι κάτι που μας φέρνει κάποιος γενειοφόρος από ψηλά. Είναι
κάτι που φέρνουμε στον εαυτό μας, είναι η ζωή με τις επιπτώσεις των λαθών μας.

Και έτσι ξέρεις αν τα έκανες σωστά τα πράγματα: βλέπεις αν είχαν καλό και σωστό αποτέλεσμα. Αν ταλαιπωριέσαι, τότε κάτι έχεις κάνει λάθος. Μπορεί να έχεις επενδύσει στο λάθος επάγγελμα ή σε λάθος σύντροφο ή σε λάθος συναναστροφές ή λάθος δίαιτα ή λάθος σπίτι ή λάθος λέξεις ή λάθος έκφανση του εαυτού σου, αλλά το μόνο κριτήριο είναι η δική σου ευημερία ή ταλαιπωρία, και αυτό είναι κάτι που μόνο εσύ ξέρεις μέσα σου βαθειά.

Για αυτό είναι σημαντικό να μην τιμωρούμε περισσότερο τους ανθρώπους, γιατί οι ίδιοι έχουν φέρει στον εαυτό τους το μαρτύριο των λαθών τους, και περισσότερη δυστυχία από αυτή είναι αχρείαστη.

Είναι μερικοί άνθρωποι που τα έχουν κάνει όλα λάθος. Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν έχουν αφήσει τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. Είναι μερικοί άνθρωποι που, όχι μόνο έχουν κάνει πολλά λάθη, αλλά αρνούνται ακόμα και να μιλήσουν στον εαυτό τους για να βγούν από την κόλαση της αυτοτιμωρίας τους. Είναι μερικοί άνθρωποι που όταν υποφέρουν δεν αλλάζουν τις αποφάσεις τους. Είναι μερικοί άνθρωποι που όταν βλέπουν πως κάτι πάει στραβά, το ξανακάνουν και νομίζουν ότι το να διορθώνεις τα λάθη σου είναι αδυναμία. Είναι κάποιοι άνθρωποι που νομίζουν ότι το λάθος έγινε μόνο του ή ότι το λάθος θα ήταν σωστό υπό άλλες συνθήκες, κι έτσι το ξανακάνουν ξανά και ξανά, παντού, χωρίς ποτέ να βλέπουν ότι ακόμα και στον βόρειο πόλο, αν κάψεις ένα ξύλο δεν υπάρχει περίπτωση αυτό να μην καεί.

Οι άνθρωποι που το κάνουν αυτό, είναι παράφρονες, προς το τέλος. Πνίγοντας τις λέξεις μέσα στην ενοχή, πνίγοντας την συνείδηση μέσα στον εσωτερικό γολγοθά της αυτοτιμωρίας, δείχνουν άκαμπτοι και αλύγιστοι, ως το τέλος και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κοιτάς και να καταλαβαίνεις και το ξέρουν και το ξέρεις και δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ένας τεράστιος ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο του μυαλού τους, που τον ταΐζουν με δικαιολογίες γιατί αν δεν το κάνουν τότε η σήψη του τεράστιου κουφαριού του θα γαγγραινιάσει το σύμπαν,

Και καταλήγουν σάπιοι. Το κακό με την σαπίλα είναι ότι είναι οριστική. Μία σάπια, άδεια φλούδα, λιωμένη, λίγο πριν γίνει ένα με το χώμα. Τι να τιμωρήσει κανείς από αυτό, τί να κάνεις σε ένα τέτοιο άτομο που να μην το έχει κάνει ήδη στον εαυτό του; Ούτε σωτηρία, ούτε βοήθεια, λιώνει μέχρι κάθε μόριο της ύπαρξής του χωριστεί από τα άλλα, μέχρι που η σαπίλα του μυαλού να μοιραστεί σε αμελητέες ποσότητες σκόνης, σωματίδια άυλα σε ένα αδιάφορο σύμπαν.

Θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αλλά δεν είναι.
Ποτέ δεν είναι.


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Τα καλά της Μετεμψύχωσης

Είδες τελικά φίλε μου, που όλα έχουν τη θέση τους στον κόσμο;
Έλεγαν, ας πούμε, οι παλιοί για παράδεισο και μετεμψύχωση, για το τέλος του πόνου, κόντρα σε κάθε ένδειξη για το αντίθετο.
Έτσι είναι ο κόσμος, πάντα ο ίδιος και πάντα απρόβλεπτος.

Λέγαν, ας πούμε, ότι αν τα κάνεις όλα σωστά, τότε η επόμενη ζωή σου θα ήταν σε μία καλύτερη μορφή. 
Αν το σκεφτείς λιγάκι, αν το βάλεις σε άλλη προοπτική, αν το κοιτάξεις σχηματικά, τότε
καταλαβαίνεις ή ίσως αγγίζεις κάτι εντός σου που μοιάζει με κατανόηση.

Κανείς δε ζεί για πάντα, προφανώς, κανείς δε βλέπει τον θεό, κανείς δεν κλαίει για άλλο πλην του εαυτού του, όμως πάντα το θέμα ήταν το μέλλον και το μέλλον είναι οι γενιές. Αυτές είναι που ίσως κάποτε δουν τον παράδεισο και την κορυφή με τα χιόνια. Όπως οι μονάρχες με τα κόκκινα φτερά που πετούν για τους επόμενους. Η μετάδοση γονιδίων, πάντα, εξ αρχής και δια παντός, ποιανού το σπέρμα θα καρπίσει.

Σχηματικά, ξαναζείς μέσω των απόγονων και πεθαίνεις για άλλη μια φορά με τον τελευταίο τους. Αμαρτίαι γονέων...

Κάνε τα όλα σωστά και οι επίγονοι θα ζήσουν κάτι καλύτερο. Κάνε τα όλα λάθος και θα κατέβουν στην κόλαση, οι πράξεις σου θα τα οδηγήσουν σε κατώτερες μορφές ζωής, να δυστυχούν σε δυστυχίες που εσύ διάλεξες, μέρα με τη μέρα, επιλογή την επιλογή, απόφαση την απόφαση.

Το καλό είναι ότι το ανώτερο όν που παίρνει τις αποφάσεις, είσαι εσύ.
Το κακό είναι ότι κανείς ποτέ δεν αλλάζει.
Και μόνο εκ των υστέρων ξέρει κανείς την απάντηση.
Αν οι απόγονοι είναι πιο πάνω, λες εντάξει. Αν είναι πιο κάτω, τότε εθελοτυφλώντας λές και λέω, ότι θα μπορούσε να είναι και χειρότερα.

Ένα μόνο αληθινό κριτήριο ο πόνος, αυτός που δίνεις και αυτός που παίρνεις.
Η ζυγαριά του πόσο υποφέρεις.



Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Ετεροχρονισμένη απάντηση στην Αγρικουλτούρα

Καθόμουν και έβλεπα από μακρυά τις φίλες μου να παίζουν όλες μαζί. Έδειχναν να διασκεδάζουν τόσο πολύ! Πήγα κοντά τους και έπιασα μία κούκλα. Ήταν αδύνατον να σταθεί στα πόδια της. Κοίταξα τη Βιβή και τη Ρούλα, την Αγγελική και την Λίνα. Συζητούσαν χαρούμενα τί να φορέσουν. Καταλάβαινα τί έλεγαν αλλά δε μου φαινόταν διασκεδαστικό. Πες πως φόρεσες ροζ φόρεμα στην κούκλα. Μετά; Σήκωσα τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια. Μερικά είχαν ωραία χρώματα. Ήταν ένα, θυμάμαι, που ευχήθηκα να μπορούσα να το είχα σε κανονικό ρούχο. Μετά όμως σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσα να παίζω ποδόσφαιρο ούτε να κάνω κούνιες ούτε μονόζυγο, οπότε έβγαλα αυτή τη σκέψη από το μυαλό μου ως αντιπρακτική. Έντυσα την κούκλα με το ρούχο. Κοίταξα τα κορίτσια. Χτενίζαν τις κούκλες τους. Προσπάθησα να κάνω το ίδιο. Ήταν χαζό και μάταιο, Αυτά δεν ήταν μαλλιά αλλά πετονιές, αδύνατον να τις χτενίσεις σωστά. Τελικά έδεσα κότσο. Κοίταξα τα κορίτσια πάλι. Έδειχναν να διασκεδάζουν πολύ περισσότερο από όσο εγώ. Κοίταξα το πλαστικό πράγμα στα χέρια μου και μου φάνηκε τόσο άχρηστο, που το άφησα κάτω και έφυγα χωρίς να πω κουβέντα. Από μακρυά πάλι, κοίταξα τα κορίτσια. Δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι έφυγα. Δεν μπορούσα να τις καταλάβω ούτε τότε, ούτε τώρα. Γιατί να ασχολείται κανείς με ένα αντικείμενο άχρηστο που δεν κάνει τίποτα; Αδιανόητο. Καλύτερα το σκαρφάλωμα, το κυνηγητό, το ποδόσφαιρο. Λίγο αργότερα, έπαιζα ποδόσφαιρο με τα παιδιά. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα γιατί τρέχω. Έβαλα γκόλ. Αναρωτήθηκα, μήπως πρέπει τώρα να χαρώ; Γιατί να χαρώ; Επειδή κατάφερα κάτι; Σιγά το κατόρθωμα! Για άλλη μία φορά κοίταξα τα παιδιά που συνέχιζαν το παιχνίδι γύρω μου και αναρωτήθηκα γιατί να κουράζεται κανείς για κάτι που δεν έχει πραγματικό ώφελος κανένα. Γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Που πας; μου φώναξε ο Αντρέας ο Νταλάκας. Δεν απάντησα γιατί δεν ήξερα τι έπρεπε να απαντήσω χωρίς να αρχίσω τις μακροσκελείς ιστορίες και συζητήσεις. Τί να του εξηγούσα τώρα; Έφυγα.

Όταν έψαχνα την πρώτη μου δουλειά, ήταν πολύ της μόδας το Δημόσιο. Το 89, για να καταλάβεις. Άκρες δεν είχαμε σαν σόι, αλλά γνωρίζαμε ότι θέσεις στην ειδικότητά μου ήταν διαθέσιμες τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Με ρώτησε ο πατέρας μου "Θες;" Όλοι μου έλεγαν να αρπάξω την ευκαιρία. Ήξερα ότι τα λεφτά ήταν όχι πολλά, αλλά σίγουρα. Αρνήθηκα. Όλοι όσοι ήξερα ως ΔΥ ήταν άτομα που αντιπαθούσα. Ήταν αδιάφοροι, κυνικοί, αγενείς και διεφθαρμένοι. Μερικοί από αυτούς χαζοί. Να γίνω εγώ έτσι; Ποτέ! Αν ήταν να πουλήσω την ψυχή μου στο διάβολο, τότε θα έπρεπε τα λεφτά να ήταν πολύ περισσότερα, πράγμα που δεν ήταν δυνατόν. Βρήκα μία θέση στον ιδιωτικό τομέα που την απήλαυσα μέχρι την τελευταία στιγμή και δόξαζα το Θεό που στάθηκα τόσο τυχερή, ειδικά όταν έβλεπα άλλους γνωστούς μου που φίλησαν κατουρημένες ποδιές για να έχουν το προνόμιο να βαριούνται τη ζωή τους κάθε ώρα και στιγμή, να πνίγουν όποια φιλοδοξία ή ταλέντο
είχαν και να καταλήγουν όπως ήξερα από πριν: κυνικοί, αδιάφοροι, παραδομένοι στο σύστημα, σε ένα τέλμα, σε μία κατ'ευφημισμό παραγωγικότητα, σε μία ζωή φυλακισμένη στη σκόνη. Τους έβλεπα να παινεύονται για τα εισοδήματά τους, για τις γνωριμίες τους και τις "άκρες" τους και δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου και στα αυτιά μου. "Δηλαδή τώρα εσύ μας παινεύεσαι τί καλός κλέφτης και ψεύτης είσαι;" ήθελα να πω πολλές φορές. "Αντί να προσπαθείς να αποδείξεις την αξία και την ικανότητά σου, υπερηφανεύεσαι για το γεγονός ότι είσαι κακούργος;" Κι όμως, αυτό έκαναν, χωρίς να κρύβονται, χωρίς να ντρέπονται και χωρίς να φοβούνται τίποτα και κανέναν. Αυτό με έκανε να σιχαθώ ακόμα περισσότερο και όποτε κάποιος μου έλεγε να τρυπώσω στο δημόσιο, ήξερα αμέσως τί άτομο ήταν και γιατί μου τα έλεγε όλα αυτά: γιατί ακόμα κι αν δεν ήταν λαμόγιο, ήταν διατεθειμένος να γίνει, ή ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι είναι δυνατόν να μπείς στο δημόσιο χωρίς να χάσεις ορισμένες από τις αξίες σου.

Ανάλογα και στον έρωτα, ήμουν στραβόξυλο. Ήθελα να είμαι όμορφη, αλλά δεν ήθελα να αλλάξω το ποιά είμαι. Όταν βαφόμουν ένιωθα σαν τέρας, ακόμα και όταν οι φίλες μου, που ήξεραν από αυτά, έβαζαν όλη την τέχνη τους για να βγούμε το βράδυ. Περιέργως, ενώ αναγνώριζα πόσο όμορφες ήταν εκείνες με τα ρουχαλάκια τους και τα μαλλάκια τους και το κραγιονάκι τους, εγώ ούτε ναρκωμένη δεν ήθελα να γίνω έτσι. Το κυριότερο, δεν έβρισκα το λόγο να βαφτώ. Να βαφτώ για ποιόν; Για τους λιγούρηδες; Αυτοί δεν βάφονταν, ούτε άλλαζαν τον εαυτό τους, παρά μόνο έκαναν ένα ντούς και ξυρίζονταν. Εγώ γιατί να αλλάξω τη φάτσα μου; Έστω κι έτσι, είχα κάποιες επιτυχίες, δεν ξέρω γιατί. Ποτέ δεν υπήρξα απαστράπτουσα καλλονή. Μονίμως με τα τζήν και τα άρβυλλα κυκλοφορούσα. Κάποια στιγμή έκοψα και τα μαλλιά μου αγορίστικα, μία ξελευτερία απίστευτη. Μπορούσα πλέον να μένω και αχτένιστη! Ακόμα και όταν ήρθε ο Έρωτας ο κατακούτελος, δεν διανοήθηκα να γίνω πιο όμορφη. Μου την έπεσαν ορισμένοι από την παρέα μου, ορισμένοι από
άλλες παρέες κι εγώ τους κοιτούσα όπως κοιτάει κανείς ένα σκαθάρι που έχει πέσει ανάσκελα και δεν ξέρει πως να γυρίσει σωστά στα πόδια του. "Αυτοί είναι άντρες;!" σκεφτόμουν, παρά την αχανή μοναξιά μου. "Αυτό το πράγμα είναι κόρτε; Έτσι θέλουν να με ρίξουν; Για αυτούς τους λιγούρηδες θα βαφτώ; Ίου!" Για άλλη μία φορά, έμεινα εμβρόντητη από την ηλιθιότητα. Πως μπορούσε κανείς να είναι τόσο χαζός; Έβλεπα τις φίλες μου να δίνονται στους λιγούρηδες και απορούσα. Από μέσα μου κουνούσα με απογοήτευση το κεφάλι. Μου διηγούνταν τις αγωνίες τους, αν με θέλει ο λιγούρης, αν με παντρευτεί ο λιγούρης, με απάτησε ο λιγούρης, με χτύπησε ο λιγούρης, και ήθελα να τους πω ότι δεν είναι ανάγκη να είναι έτσι. Σήκωσε το κεφάλι σου, κορίτσι μου! Ένας ανασφαλής είναι. Αγάπα τον, αν θέλεις, αλλά σύνελθε! Μην περιμένεις τον λιγούρη! Η απόφαση του λιγούρη ποτέ δεν θα είναι καλύτερη από τη δική σου!

Για να εξηγούμεθα, μην φανταστεί κανείς ότι ήμουν και καμμία ντίβα. Μονόχνωτη και παλιοπερίεργη, αντικοινωνική από επιλογή, βαρετή και ιδιότροπη. Σπανίως χαμογελούσα (και χαμογελώ), χωρίς αίσθηση του χιούμορ και απόμακρη. Αλλά μου άρεσε. Κάποιες φορές έπιανα τον εαυτό μου αλαζονικά να περιφρονεί όσους δεν είχαν αυτά τα κουσούρια, σε σημείο να ακούω κάποιον να λέει ένα αστείο ανέκδοτο και σκέφτομαι "Α, τον καημένο". Μη με ρωτήσετε γιατί. Ακόμα και για τον Έρωτα,δεν άλλαξα. Αν έπρεπε να αλλάξω τότε ποιό το νόημα; Εγώ γιατί να τον δεχτώ όπως είναι αλλά σε εκείνον να σερβίρω εντυπώσεις; Αν είναι να ρίξω το τείχος, και αυτό που θα φανεί από μέσα δεν είναι αληθινό, τότε τι θα είναι αληθινό, ποτέ; Είμαι απόμακρη, κύριος. Γκέγκε;

Και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής ήμουν το ίδιο ιδιότροπη. Έβλεπα, ας πούμε, τους άλλους να παθιάζονται για τις ομάδες, και αναρωτιόμουν "Καλά, αυτός πληρώνεται μύρια για το γκόλ. Εσύ τι χαίρεσαι;" Μου φαινόταν ηλίθιο το γεγονός ότι αντί να παίξουν οι ίδιοι ποδόσφαιρο να το χαρούν, χαιρόταν που κάποιος άγνωστος θα πάρει λεφτά, και μάλιστα τη στιγμή που σε λίγους μήνες ο ίδιος άγνωστος θα ήταν σε άλλη ομάδα, ίσως μάλιστα την αντίπαλη. Ρε ηλίθιε, τί είναι μία ομάδα; Τίποτα. Ένα ακριβό τίποτα.

Ποτέ καμμία απόφασή μου δεν βασίστηκε στα χρήματα. Πάντα είχα για πυξίδα τα περίεργα μαθηματικά του νού μου και τις δικές μου ψυχεδελικές εξισώσεις, φαινομενικά ασυνάρτητες για τους κοντινούς μου ανθρώπους, οι οποίοι λίγη υπομονή παραπάνω αν δείξουν θα πρέπει να αγιοποιηθούν.

Και φυσικά, δεν είχα φίλους. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι με παρόμοια κουσούρια που με έχουν συνηθίσει, αλλά αυτοί βρίσκονται μακρυά, κατά μία περίεργη συγκυρία.

Για αυτό σου λέω, Αγρικουλτούρα. Νιώθω περίεργη.
Γιατί σε θυμήθηκα;
Η αλήθεια είναι ότι σε σκέφτομαι πολ
ύ συχνά τελευταίως.
Αναρωτιέμαι.

Τώρα, δε θέλω να πω μεγάλες κουβέντες, κλείνω το μπλογκ και αηδίες, αλλά όπως έχετε ήδη αντιληφθεί η συχνότητα και η ποιότητα των αναρτήσεων έχει πέσει αισθητά.
Έχασα την όρεξή μου.
Από ό,τι βλέπω στη γύρα, και οι άλλοι έχουν χάσει την όρεξή τους.
Κάποτε κάναμε επικές συζητήσεις, σεντόνια και μάχες, ενώ τώρα αναλωνόμαστε στην γλοιώδη επικαιρότητα.
Εις το επανιδείν.










Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

Τι να μας πείς κι εσύ, καημένε....

Ο σύζυξ, μετά ωρίμου σκέψεως και βαθύτατης περισυλλογής, διέκοψε κάθε σχέση με το Ελληνικό κράτος και μετέβη στην Αραβική χερσόνησο, όπου βρήκε εργασία στον τομέα του, στην ειδικότητά του και στο πλαίσιο των ικανοτήτων του. Η αμοιβή που θα λαμβάνει είναι αρκετές φορές παραπάνω από αυτά που μπορούν να προσφέρουν οι Έλληνες εργοδότες, ειδικά οι Πρεβεζιάνοι, αλλά το ζήτημα είναι ότι είναι και ζήτημα αντιμετώπισης.

Θέλω να πω, όταν το κράτος σου πίνει το αίμα και έχεις μόνιμα τα άγχος από που θα σου πεταχτεί η επόμενη κουτσουκέλα και πόσες φορές θα πληρώσεις το προνόμιο να σε κυβερνά καλοζωισμένος πρωθυπουργός από τζάκι, τότε αναγκάζεσαι να γίνεις σκυλί του πολέμου: θα κάνεις τα πάντα για να επιζήσεις, χωρίς να υπολογίσεις κανέναν γιατί κανένας δεν σε υπολογίζει. Και αυτό ισχύει για οποιονδήποτε δεν τρέφεται από το κράτος.

Γιατί αυτοί που τρέφονται από το κράτος, έχουν την μεγαλοψυχία να μιλάνε για ρομάντσα με γεμάτο στομάχι. Έτσι ήταν πάντα στην Ελλάδα, για αλλού δεν ξέρω.

Θέλω να πω, γιατί ο Έλληνας να δίνει το μυαλό του στο κατάρ και όχι στην πρέβεζα, την τρέλα μου μέσα;

Αλλά ας μην τα ξαναλέμε, και γινόμαστε κουραστικοί, γιατί οι άρχοντές μας είναι ευαίσθητοι και στεναχωριούνται, τους χαλάμε την αισθητική και το τσί. Ταράσσεται το τσάκρα των αγορών με την τόση ανευθυνότητά μας και τόση αδιακρισία μας, να υποφέρουμε με θόρυβο.

Θα μου πείς, ρε αθηνόβιο, πόσο υποφέρεις, δηλαδή;

ΚΟίτα, δεν υποφέρω ακριβώς.
Θα προτιμούσα να ήταν όμως η χώρα μου ικανή να με θρέψει. Και θα προτιμούσα όλες τις ικανότητές μου να τις δώσω σε Έλληνα, να γίνει η πατρίδα μου καλύτερη, αντί να ξενιτεύομαι και η δική μου ικανότητα να γίνεται ξένος πλούτος.

Επίσης θα προτιμούσα το γεγονός ότι ο άντρας μου θα περάσει ένα μεγάλο διάστημα μακρυά μου να μην ήταν προϊόν αδικίας, γιατί είναι προϊόν αδικίας και η αδικία είναι ότι είναι πρακτικά αδύνατον να φορολογείσαι περισσότερο από όσο παράγεις, είναι πρακτικά αδύνατον να ζήσει μία χώρα μόνο από υπηρεσίες χωρίς να παρανομήσει και είναι πρακτικά αδύνατον να ζήσουν όλοι από το κράτος, γιατί όλα τα υπόλοιπα τα έχουν ρημάξει οι προδότες, από το πόστο του ο καθένας να τρώει ότι μπορεί.

Θα ήταν όμορφα, αν ήταν απόφαση καριέρας και όχι ανάγκης. Θα ήταν όμορφα αν η απόφαση να εργαστεί κάποιος αλλού δεν ήταν σα να ξεφεύγεις από μία κολαση γεμάτη τσιμπούρια.

Ο θυμός μου είναι απίστευτος, και οι χοντρομπαλάδες που τρώνε τυρόπιτα στην καντίνα της βουλής αστειευόμενοι για το σουτιέν την κεφαλογιάννενας δε βοηθάνε καθόλου.

Καθόλου, όμως!

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Η Απόφασή μου

Σε πολύ νεαρή ηλικία καλούμαστε όλοι να πάρουμε αποφάσεις για τη ζωή μας, παρόλο που εκείνη τη στιγμή γνωρίζουμε ελάχιστα, η εμπειρία μας είναι σε μεγάλο βαθμό από δεύτερο χέρι, δηλαδή όσα ακούμε από τον περίγυρο και συνήθως βρισκόμαστε σε κατάσταση σύγχυσης, ακόμα και οι πιο χοντρόπετσοι από εμάς.

Τις περισσότερες φορές η απόφαση αυτή είναι, κατά συνέπεια, συναισθηματική, δηλαδή εφόσον οι γνώσεις μας δεν αρκούν, αποφασίζουμε βασισμένοι στο συναίσθημα, τι μας αρέσει και τι θέλουμε, τι ονειρευόμαστε, τι τυχαίνει να είναι της μόδας εκείνη την ώρα ή ακόμα και το ποιόν θα τύχει να συμπαθήσουμε τη στιγμή εκείνη.

Προσωπικά ήμουν όπως όλοι σε αυτή την ηλικία, αλλά ήθελα και να φύγω όσο πιο μακρυά γίνεται.

Ωστόσο...

Κοίταξα το υπόλοιπο σόι και από τις δύο μεριές.
Είναι τα σόγια μου πολύ περιπετειώδη, αν και το ένα λίγο περισσότερο από το άλλο. Και τα δύο σόγια έχουν ταξιδευτές και ονειροπόλους, έχουν ανήσυχα πνεύματα, φύσεις περίεργες και φευγάτες, φευγαλέες και άνθρωποι που ησυχία δεν έχουν ούτε και όταν κοιμούνται. Είδα τις τύχες τους και τα ριζικά τους.

Αποφάσισα τότε να μην φύγω.

Όλοι οι άλλοι το έκαναν, κατά πως όριζε το γονίδιο του καθενός τους,  και έμεινα εγώ εδώ.
Ήθελα πάρα πολύ να γίνω φυσιολογική, περισσότερο από ότι ήθελα να φύγω.

Ήταν για εμένα το πιο δύσκολο, η μεγαλύτερη πρόκληση, να είναι κανείς κανονικός και συνεχίζει να απαιτεί όλη την ενέργειά μου.

Το τελευταίο διάστημα βρέθηκα με τα άτομα που έφυγαν, τα είδα από κοντά και μου είπαν τις ιστορίες τους, για τόπους άλλους και άλλες αλήθειες. Και ενώ από τη μία θυμήθηκα τότε που παραλίγο να φύγω και μόνο μία μικρή τοσοδά αγκυρούλα τελικά με κράτησε στην πραγματικότητα, τότε που όλα ήταν πιθανά, τότε που παρά τη μανία μου, είπα θα μείνω.

Τελικά άξιζε τον κόπο και είχα δίκιο που το έκανα, η φυσιολογικότητα έχει ωφέλη.
Συν τοις άλλοις, αυτοί που φεύγουν ξέρουν που να με βρούν.
Έχουν οι άλλοι κάπου να γυρίσουν, έχουν ένα σπίτι για να φεύγουν,

Τελικά, είχα δίκιο.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Γιατί πρέπει να αποφεύγουμε τις γυναίκες με έντονο μέηκ απ

Δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.
Λίγα χρόνια πριν θα έλεγα ότι μία γυναίκα που επενδύει τόσο πολύ χρόνο στον καλλωπισμό ώστε να της βγεί απολύτως επιτυχημένο, είτε κρύβει κάτι (ασκήμια, ανασφάλειες, σκατοψυχία, κόμπλεξ) τα οποία έστω και μόνο ψυχολογικά έχει ανάγκη να καλύψει, είτε έχει στρεβλό σύστημα αξιών με αποτέλεσμα να θεωρεί την εξωτερική εμφάνιση σημαντικότερη από άλλα πράγματα στη ζωή και για αυτό μόλις βαφτεί θαρρεί ότι έκανε το χρέος της στην κοινωνία και εφόσον δείχνει όμορφη μπορεί να φέρεται όπως της καπνίσει στους γύρω της, που αποτελεί και τον ορισμό της πουτανιάς.

Ή και τα δύο μαζί: και κρύβει κάτι και έχει στρεβλό σύστημα αξιών, όπως η νύφη μου που  μόλις έχασε μερικά κιλά την "είδε" γκόμενα και χάλασε την οικογένειά της και πηγαινοφέρνει τα παιδιά από γκόμενο σε γκόμενο.

Πλέον έχω ανακαλέσει.

Τα ίδια απολύτως δεινά μπορεί να σου προκαλέσει και μία καλόγρια από το μοναστήρι χωρίς ίχνος μέηκ άπ.

Βαφτείτε άφοβα.