Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρωτας με άλφα κεφαλαίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έρωτας με άλφα κεφαλαίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (4)

Τώρα, τώρα έστεκε μπροστά μου.
Μας καλησπέρισε απλά.
Παρόλο που κανένα αίσθημα δεν έδειχνε, ήταν εδώ, αυτή τη στιγμή.
Αναθεμάτισα πάλι πολλές φορές τον εαυτό μου. Πως το έπαθα εγώ αυτό?
Δε γινόταν, δε μπορούσα να τον αφήσω πίσω.
«Περίμενε» είπα στον Αντίωρο.
Αγκάλιασα τον Αγαθαρχίδα. Μετά τον έπιασα από τους ώμους, πίεσα κάτω και μέσα.
Τον μίκρυνα, μέχρι που έγινε μικρούλι απαστράπτον φυλαχτό.
Τον κράτησα στη χούφτα μου παρατηρώντας πως έγινε φως στο χέρι μου. Τον κράτησα σφιχτά και είδα τον Αντίωρο να με κοιτά.
«Δεν τον αφήνω» είπα.
«’Η αυτός ή εγώ» είπε.
«Αυτός» είπα, μην πιστεύοντας τι ξεστόμισα.
«Αυτός» ξαναείπα, ξέροντας ότι μόνο το φως είχε μείνει, από δικό μου σφάλμα και μόνο. Απλά δε γινόταν, απλά δεν μπορούσα να αφήσω πίσω. Δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος. Αρνήθηκα να αφήσω το χέρι του Αντίωρου και αρνήθηκα να αφήσω να ξεθυμάνει  ότι είχε απομείνει από τον Αγαθαρχίδα.
Έσκυψα, μην μπορώντας να πάρω απόφαση, μέσα στο τελευταίο σφύριγμα του καραβιού που θα έφευγε, μάλλον χωρίς εμένα. Είχα παραλύσει από τον φόβο. Άκουσα κάτι να ραγίζει τρομερά.
Τι να αποχωριστώ δεν ήξερα, κι όμως ήταν τόσο εύκολο να δεί κανείς το τι θα σήμαινε το κάθε ένα. Τα πάντα ράγισαν και γονάτισα πιάνοντας το κεφάλι με τις παλάμες μου. Δεν έκλαιγα, αν και ένιωθα το λιμάνι να σπάει κάτω μου. Έμεινα εκεί γονατισμένη, ενώ έφευγε, ενώ μόνο φως είχα να κρατήσω, έφυγε και ήμουν εκεί γονατισμένη μόνο σε ένα άδειο νησί χωρίς κανέναν που να ήθελα εκτός από ένα φως πιο άϋλο και από μία ιδέα, τόσο στέρεο όσο ένας αέρας.


Καθώς το πλοίο έφευγε, και το νησί τριγύρω κατέρρεε, με κομμάτια βράχων να κατακρημνίζονται στη θάλασσα με θόρυβο, καθώς όλα έπεφταν και το λιμάνι σιγά-σιγά βυθίζονταν κι αυτό, έμεινα να κρατώ ένα φως καθώς το νερό έκλεινε τριγύρω μου. Βούλιαζα...

Για λίγο, μόνο ένα αχανές, μπλέ τίποτα με έπνιγε.

Όχι έτσι, σκέφτηκα.
 Θύμωσα τόσο με αυτούς τους δύο, που ούρλιαξα κάτω από το νερό και με μία δυνατή σπρωξιά με τα πόδια, αναδύθηκα ορμητικά από το νερό ανάμεσα από τις μπουρμπουλήθρες μου. Κοίταξα τριγύρω, και ήταν μόνο νερό.
Όχι. Όχι έτσι, ξανασκέφτηκα, κι ο θυμός μου φούντωνε.

Έκλεισα να τα μάτια. Είπαμε πως εδώ γίνεται ό,τι θέλω εγώ. Χωρίς συνέπειες. Ξαναέφερα στα μάτια του νού το νησί με τις επτά κυριακές και τον ήλιο. Το λιμάνι με το πλακόστρωτο και τη λήθη. Κολύμπησα ως εκεί και βγήκα έξω στάζοντας, στον ήλιο που εγώ είχα ξαναφέρει με τη σκέψη μου.

Ήμουν ακόμα απίστευτα θυμωμένη.

Γύρισα την πλάτη στη θάλασσα και κοίταξα τα σπίτια του νησιού, μισοτυφλωμένη από τον ήλιο. Αφού έφερα όλο το νησί με τη ματιά μου μία γύρα, τέλος και για άλλη μία φορά έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα την πρώτη κυριακή. Σκέφτηκα και τις υπόλοιπες, αλλά τις βάφτισα ημέρες κανονικές. Σκέφτηκα τις συνέπειες και τις έφερα και αυτές να αλωνίζουν στο νησί, να διώξουν τη λήθη ώσπου να φύγει. Σκέφτηκα και τον εαυτό μου. Του έβαλα δυο ρυτίδες ανάμεσα στα μάτια και το ψάθινο καπέλο με την κορδέλα, και την τσάντα με το βιβλίο μέσα. Σκέφτηκα και το αεράκι.

Ανάσανα. Τώρα ήταν πολύ καλύτερα, μιας και ο θυμός είχε φύγει. Είχα ξεχάσει το πλοίο, όμως. Αναλογίστηκα αν θα έπρεπε να το φέρω και αυτό, τί νόημα θα είχαν οι συνέπειες χωρίς αυτό, αλλά μετά απέρριψα αυτή την ιδέα. Θα το φέρω όταν είναι η ώρα.

Λοιπόν, κύριοι, συνέπειες.

Και όταν κανείς δε φάνηκε, με ένα χαμόγελο τους σκέφτηκα να χάνονται στα σοκάκια σα να μην είχε υπάρξει το χτές.

Και με συνέπειες, ημέρες και έρωτες, άρχισε πάλι το παιχνίδι.


Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (3)

«Απόψε είναι σαββατόβραδο.»
«Α. Εντάξει.» Τον κοίταξα και χαμογέλασα πάλι. Άνοιξε τα χέρια του και μπήκα στην αγκαλιά του.
«Γειά σου Τζιμ!»
«Γειά σας κυρία.» είπε και επέστρεψε στα τραπέζια και στις παραγγελίες του.

Ήθελα λίγο χρόνο να σκεφτώ ήρεμα. Πέρασα μέσα από το αρσενικό πλήθος σε αναζήτηση ενός ήσυχου μέρους, αλλά στο κατάμεστο λιμάνι δεν υπήρχε, κι έτσι κάθισα στην πρώτη άδεια καρέκλα που βρήκα, ευτυχώς κάπου που να μη φαίνομαι από τη μεριά του Τζιμ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με ενοχλούσε. Ήθελα για λίγο να απομονωθώ. Το γκαρσόνι ήρθε για παραγγελία. Περίμενα να πει κάτι, αλλά αδιάφορα πήγε να μου φέρει τη μαυροδάφνη.
Περίεργο, αυτός ποιος ήταν? Δεν τον θυμόμουν και, μάλιστα, μάλλον προς το αδιάφορο μου έκανε. Εγώ πόθησα αυτόν? Δεν το νομίζω! Έβγαλα το κινητό και κάλεσα τον Τζιμ.
«Εμπρός?»
«Τζιμ, εγώ είμαι. Να σε ρωτήσω κάτι?»
«Ναι, πείτε μου.» Μόλις που τον άκουγα στο βουητό της πολυκοσμίας.
«Εδώ βλέπω πολλούς άγνωστους και πολλούς που δε μου αρέσουν. Τι γίνεται?»
«Κάποτε σας άρεσαν, ακόμα και για ένα δευτερόλεπτο, ακόμα και φευγαλέα, καθώς περνούσε από μπροστά σας, κάποιος που είδατε στην τηλεόραση, ή στο δρόμο. Έστω και για ένα δευτερόλεπτο, όποιος βρήκατε όμορφο η θελκτικό, είναι εδώ. Ούτε κι εκείνοι σας θυμούνται.»
«Αα, έτσι.» είπα κουνώντας το κεφάλι «Εντάξει Τζιμ, σε ευχαριστώ.»
«Κυρία, έχω πολλή δουλειά. Αν θέλετε τίποτα άλλο, πείτε το γρήγορα.»
«Όχι, εντάξει. Δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Γειά.»
Αυτή η πληροφορία με έκανε να χαλαρώσω, γιατί δεν ήταν ανάγκη να αναμετριέμαι με επίδοξους εραστές κάθε ώρα και στιγμή. Όταν ήρθε η μαυροδάφνη μου, ήπια την πρώτη γουλιά με ανακούφιση.
Κοίταξα το νυχτερινό λιμάνι, με τα φώτα των κέντρων, τις διάφορες τυχαίες μουσικές, το βαρύ  βουητό των αντρικών φωνών, τα χιλιοπατημένο πλακόστρωτο, τα φανάρια του δρόμου… Πού να ήταν? Δε μου θύμιζε κανένα μέρος από αυτά που είχα επισκεφθεί. Όχι πως είχε σημασία, φυσικά.
Αν όλοι όσοι μου άρεσαν ήταν εδώ, τότε κάπου εδώ τριγύρω πρέπει να βρισκόταν και ο Αγαθαρχίδας. Ήμουν σίγουρη ότι ακόμα και μέσα σε αυτό τον όχλο θα τον διέκρινα αμέσως, όμως δε φαινόταν πουθενά. Για να δούμε ,λοιπόν, ποιους έχουμε εδώ πέρα?

Κοιτώντας τριγύρω αφηρημένα, δε ξεχώρισα κανέναν. Ίσως να μπορούσα να θυμηθώ και αν θυμόμουν τότε να μπορούσα να αναζητήσω κάποιον συγκεκριμένο.
Σκέφτηκα τη μονότονη ζωή μου.
Εδώ δεν υπήρχαν συνέπειες, ούτε φόβος δηλαδή.
Η περιέργεια που είχα πάντα μπορούσε να ικανοποιηθεί, να αγγίξω τα πρόσωπα όλων αυτών των αντρών, να νιώσω τη γεύση τους και την αψάδα τους.
Χωρίς συνέπειες.
Αγαθαρχίδα.
Μα που είχε πάει αυτός ο άνθρωπος?
Ορίστε τώρα!
Είχα μία εβδομάδα να κάνω ότι θέλω κι εγώ ήμουν κολλημένη σε κάποιον τόσο υπαρκτό όσο και τα σύννεφα.
Νευρίασα με τον εαυτό μου, κατέβασα μονορούφι  τη μαυροδάφνη που  είχε μείνει στο ποτήρι και σηκώθηκα.
Για άλλη μία φορά περιπλανήθηκα μέσα στη νύχτα, μέχρι που κατέληξα σε ένα μπαράκι πολύ μικρό, αλλά πολύ όμορφα διακοσμημένο. Μία κενή θέση στο μπαρ υπήρχε και κάθησα εκεί. Νιώθοντας ασφάλεια, μετά από όσα μου είχε πει ο Τζιμ, επέτρεψα σε κάποιους να μου πιάσουν κουβέντα, να με κεράσουν. Για άλλη μία φορά η κουβέντα και η ενορχήστρωση των προσώπων με συνεπήρε, είπαμε πολλά με πολλούς. Το να συζητώ με όμορφους άντρες ήταν κάτι το εξαιρετικά ευχάριστο, παρόλο που ήταν φανερό ότι η κουβέντα ήταν απλά η ηχώ της μοναξιάς.
Ο ένας μετά τον άλλον, απογοητεύτηκαν.
Ο πιο επίμονος, Χρήστο τον λέγανε αν θυμάμαι καλά, με συνόδευσε μέχρι το νοικιασμένο μου δωμάτιο. Μου έδωσε το πρώτο μου φιλί, πολύ περίτεχνο και παθιασμένο, όμως ήθελα να τελειώνει σύντομα. Τον άφησα να βάλει όλη την τέχνη του, μετά όμως τον καληνύχτησα.
«Γιατί?»
«Δεν μπορώ.»
«Μα, γιατί?»
Τον κοίταξα, μέσα στο φεγγαρόφωτο και ήταν θεϊκά πλασμένος. Ο πόθος, όχι για εμένα αλλά μάλλον περισσότερο για την υπόσχεση, του έδινε ύψος και πύρινη ματιά.
Όταν βρέθηκα μόνη στο δωμάτιο, με ανακούφιση έριξα αλλού την τσάντα και το καπέλο μου, κλώτσησα τα πέδιλά μου και ξυπόλητη στο μάρμαρο βγήκα στο μπαλκόνι.
Η βραδινή θέα ήταν τουλάχιστον απόκοσμη.
Στο ύψος της νύχτας, με το φεγγάρι στα πόδια μου, συνειδητοποίησα ότι η μοναξιά μου δεν ήταν αλλουνού σφάλμα εκτός από δικό μου.
Θα μπορούσα τώρα, αυτή τη στιγμή, να είμαι με τον μελαχροινό Χρήστο ή με τον άλλο μελαχροινό Σπύρο ή με τον Νίκο που ήταν μπάσος και ήξερε να παίζει τα ακόρντα στην κιθάρα, από όλα τα τραγούδια που μ’αρέσουν.
Θα μπορούσα.
Το θέμα είναι ότι δεν ήθελα.
Για άλλη μία φορά, νευρίασα με τον εαυτό μου. Δε με αντέχω άλλο! Τη μία πεθαίνω για την παρέα μίας στιγμής και την άλλη μίσανδρος, σα μέδουσα, τους παγώνω και τους στρέφω αλλού.
Δεν ήταν λόγω του Αγαθαρχίδα, που δεν είχε βγεί ούτε για δευτερόλεπτο από το μυαλό μου. Έτσι ήμουν, ήμουν ευτυχισμένη όταν έμενα με τη σκέψη μου, μου άρεσε το άδειο δωμάτιο.
Ξανασήκωσα το κεφάλι στη θέα που απλώνονταν μέχρι τον νυχτερινό ορίζοντα. Ναι, έτσι μου αρέσει, είμαι εντάξει, αλλά που είσαι Αγαθαρχίδα?
Γύρισα στο δωμάτιο, έριξα φόρεμα και σουτιέν σε κάποια καρέκλα και τυλίχτηκα στο σεντόνι, οι λευκές κουρτίνες, το μόνο εμπόδιο ανάμεσα στην αύρα και εμένα.
Κοιμήθηκα με τον Αγαθαρχίδα, λες και ήταν εκεί, χαμογελώντας.
Από τότε, αυτός ήταν η πιο όμορφη σκέψη μου, ιδανικός σαν όλες τις ιδέες.

Το πρωί με βρήκε αργά μέσα στα σεντόνια πάλι.
Ήμουν πια σίγουρη και για τις επόμενες ημέρες έκανα μόνο αυτό που μου άρεσε και αυτό ήταν βόλτες, φιλικές και άνετες κουβέντες με διάφορους, μπάνιο στη θάλασσα, ύπνος στην παραλία, ταβέρνα με το βιβλιαράκι μου, κρασάκι και μεζεδάκι, αλκοόλ και τέλος ύπνος αλήτικος της μοναξιάς.
 Μέχρι την Τετάρτη, το βιολογικό μου ρολόι είχε μείνει τόσο ακούρδιστο που οι ώρες του ύπνου και του ξύπνιου ήταν πιο ασταθείς και από γιορτή ανώνυμου αγίου. Η λήθη, η πολυπόθητη λησμονιά του εαυτού, ήταν σχεδόν γεγονός.

Ξαφνικά, θυμήθηκα τον εαυτό μου σε μία ξαπλώστρα δίπλα στη θάλασσα, μισοκοιμισμένη στον ήλιο. Σήκωσα το καπέλο από το μάτια μου και η θάλασσα με τύφλωσε και τα ξανάκλεισα. Πολλή ζέστη!
Βυθίστηκα στο νερό, και εκεί με περίμενε ο Αντίωρος.
Έβαλε τα χέρια του πάνω μου και ήταν σωστό. Τον φίλησα και με πήρε, μία αγκαλιά πολύ σφιχτή.
Μετά, πήρε το χέρι μου και βουτήξαμε βαθιά. Για μέρες ολόκληρες κυκλοφορούσαμε αθέατοι στο βυθό, δίνοντας ο ένας στον άλλον κοχύλια και ανεμώνες με απίθανα χρώματα.
Όταν αναδυθήκαμε ήταν πια Σάββατο πρωί και κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί τη σφοδρότητα της ένωσής μας. Πέρα από κάθε λογική και χωρίς καμία συνεννόηση, κοιτούσαμε τα ίδια πράγματα, με το ίδιο χέρι κάναμε τις ίδιες κινήσεις και περπατούσαμε με τον ίδιο βηματισμό, ένας ανίκητος στρατός των δύο. Το κορμί του ζεστό και γήινο σαν φρεσκοψημένο ψωμί, νόστιμο, τα χείλη του πιο τρυφερά στη γλώσσα κι από εκείνα του αγγέλου.

Σαν ένας και οι δύο, περνούσαμε από τον κόσμο με σταθερότητα στο βήμα, ταυτόχρονα θέλοντας τα ίδια πράγματα μέχρι που πήγε Κυριακή, το τελευταίο απόγευμα.

Τον κοίταζα και ήταν ακαταμάχητος. Μελαχροινός και σταρένιος, με βλέμμα στιβαρό με χέρι ίσιο με κρατούσε σαν άντρας σιδερένιος, βγαλμένος από βαθιά από τη γή. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία ότι ήμουν μέσα στο μάτι του κυκλώνα, αν και τριγύρω ήταν καυτό καλοκαίρι.

Λίγο πριν ανέβω στο καράβι, κοίταξα πίσω.

Ο Αγαθαρχίδας?

Το επόμενο βλέμμα μου έπεσε στον Αντίωρο.

Ξανά πίσω.

Τώρα?

Τον είδα μικρούλη από μακριά, τη φιγούρα του να μεγαλώνει καθώς πλησίαζε.


Ήξερα πως ήταν και πως μύριζε, τόσο που όταν τελικά ήρθε και με καλησπέρισε,  τίποτα δεν έλειπε από όσα είχα φανταστεί. 

Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (2)

Συζητήσαμε πολύ, για ώρα. Αρχίζοντας από τα τυπικά, μετά επεκτείνοντας σε ψιλοκουβέντα, για αδιάφορα θέματα, για τη μουσική που του άρεσε. Δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα. Το πρόσωπό του δεν έδειχνε τίποτα, δεν καταλάβαινα τίποτα. Τι άνθρωπος ήταν αυτός?
Ήταν έξυπνος, ήταν αστείος και αυτό ήταν προφανές, πέρα από αυτό όμως ήταν όλα άγνωστα και απροσπέλαστα. Τον αγάπησα επειδή ήταν άλυτος γρίφος ή ήταν άλυτος γρίφος επειδή ξεμυαλισμένη δεν μπορούσα να σκεφτώ σωστά δίπλα του? Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήθελα να ακούω τη φωνή του, να τον αγγίξω, να τον καταλάβω, να τον μάθω.
Αλλά δε μου έδινε κανένα σήμα, κανένα σημάδι. Δε με ήθελε ή δεν το έδειχνε?
Αναθεμάτισα τον εαυτό μου, συνέχισα να του μιλάω μέχρι που έπαψε η μουσική να παίζει.
«Χάρηκα» μου είπε
«Τα λέμε.» απάντησα και τελείωσε η γιορτή.
Σε λίγο ήρθαν τα αδέρφια μου και φύγαμε. Το μυαλό μου έμεινε εκεί, λίγο ψηλός-λίγο καστανός.

Έξω, στο πλακόστρωτο σοκάκι, είχε πέσει η νύχτα. Κουβεντιάσαμε λίγο ακόμα με τα αδέρφια μου. Ζαλισμένη λιγάκι, κρατιόμουν αγκαζέ από τον μεγάλο καθώς περπατούσαμε. Οι άλλοι δύο λέγαν τα δικά τους, για τις κοπελιές και τις δουλειές, ο μεγάλος έδινε τις συμβουλές του σα μεγάλος αδερφός, κι εγώ σιωπηλά ζούσα την τρικυμία μου. Κοίταξα πίσω μήπως τον έβλεπα πουθενά, αλλά είχε εξαφανιστεί.

Λίγο παρακάτω, τα αδέρφια μου με άφησαν για να πάνε ο καθένας όπου είχε να πάει. Τους καληνύχτησα αφηρημένα και αγκαλιάζοντας τον εαυτό μου στη βραδυνή υγρασία, ακολούθησα όποιον κατήφορο έβρισκα. Σίγουρα, αργά η γρήγορα, θα με έβγαζε στο λιμάνι. Είχα βυθιστεί στην αναπόληση της κουβέντας με τον Αγαθαρχίδα, προσπαθώντας να ζυγίσω τι είχε ειπωθεί, πως είχε ειπωθεί, μήπως εννοούσε αυτό ή εκείνο ή αν όλα ήταν στο μυαλό μου. Όπως ήταν φυσικό, χάθηκα.
Συνήρθα όταν έφτασα σε ένα αδιέξοδο, μία πόρτα μίας αυλής, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή από το να γυρίσω πίσω και να βρω το δρόμο μου. Μετά από μία μικρή περιπλάνηση, βρήκα μία στροφή και μετά τη στροφή πορτοκαλί φως έφεγγε πίσω από τη γωνία. Μερικά βήματα και βρέθηκα στο λιμάνι.
Ήταν γεμάτο φώτα, κόσμο, μουσικές από μπαράκια, βουητό και κουβέντες. Ήταν τόσο μεθυστικά που για μία στιγμή ξέχασα τον Αγαθαρχίδα.  Στάθηκα για ένα δευτερόλεπτο.
Ήταν γεμάτο άντρες, αυτό το ήξερα ήδη. Τώρα πρόσεχα ότι ήταν όλοι ωραίοι άντρες, νέοι οι περισσότεροι, αν και διαφορετικοί μεταξύ τους. Κάτι… Κάτι ήταν ταυτόχρονα λάθος και απόλυτα γλυκό στον αέρα. Οι άντρες ήταν όλοι απασχολημένοι με τη διασκέδασή τους. Καθισμένοι σε τραπεζάκια των νυχτερινών κέντρων, όρθιοι δίπλα  στο μπαρ, περιπατώντας στο λιμάνι δίπλα στη θάλασσα, πίνοντας, κουβεντιάζοντας, γελώντας, όλοι τους τέλειοι με τον τρόπο τους. Φοβήθηκα να βγώ, ανάμεσα σε όλους αυτούς. Άλλωστε ήταν τόσο όμορφα απλά να τους κοιτάς και μόνο! Όσο έμενα εκεί, τόσο με πλημμύριζε μία καυτή έξαψη, τόσο πιο δύσκολο ήταν να πάρω την απόφαση να εκτεθώ. Ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε και μία χαρά πολύ ζαλιστική, ταυτόχρονα όμως και ένα δισταγμό.
Ένας σερβιτόρος κάποιου μπαρ, όρθιος ανάμεσα στα τραπεζάκια του πλακόστρωτου λιμανιού, κοιτούσε τριγύρω μήπως οι πελάτες του ήθελαν κάτι, και με είδε. Ήρθε προς εμένα.
Τον αναγνώρισα, ήταν ο Δημητράκης. Ετών δεκαοκτώ, ξανθό μαλλί καστανά μάτια, παιχνιδιάρικο βλέμμα, σταρένιος νεαρός άντρας.
«Γειά σας, τι κάνετε?» είπε ευγενικά.
«Μια χαρά. Εσύ?»
«Καλά. Εδώ στο μπαράκι δουλεύω.»
«Ναι, το είδα. Περνάς καλά?»
«Βγάζω αρκετά, μόνο που δε μένει χρόνος για κολύμπι στη θάλασσα. Κυρία, πρέπει να σας πω κάτι.»
«Ακούω»
«Εδώ, στο νησί… καταλάβατε τι γίνεται?»
«Τι γίνεται?» τον κοίταξα πλαγίως, καχύποπτη.
«Όλοι εμείς, σε όλο το νησί, είμαστε οι άντρες που επιθυμείτε ερωτικά.» Το βλέμμα του ήταν πάντα παιχνιδιάρικο, όμως τώρα με κοιτούσε στα μάτια.
Η χαρούμενη ζάλη που είχα νωρίτερα, έγινε τώρα ανεμοστρόβιλος. Θεέ μου, τι είπε τώρα αυτό το παιδί! Ήταν μαθητής μου πριν από μερικά χρόνια, και τώρα κάθεται εδώ και μου λέει ότι τον θέλω! Έβαλα το χέρι μπροστά από το ανοιχτό στόμα, κοκκίνησα όσο δεν πήγαινε άλλο. Περίμενα μία αντίδρασή του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να σταθώ όρθια από τη σύγχυση.
«Τι λες τώρα!» ψέλλισα.
«Ναι, κυρία.» είπε κατάματα.
«Κοίτα, δεν….» πήγα να δώσω εξηγήσεις, τι να έλεγα όμως! Με διέκοψε χαμογελώντας.
«Δεν πειράζει κυρία. Εμένα δε με ενοχλεί. Μου την έχουν ξαναπέσει μεγαλύτερες. Όποιος δουλεύει νύχτα, βλέπουν πολλά τα μάτια του.»
«Να με συγχωρείς πολύ, αλλά δε σου την έπεσα ποτέ!»
Εκείνος γέλασε σαν παιδί, σα να ήμουν εγώ το παιδί.
«Το ξέρω, κυρία! Αλλά δεν θα βρισκόμουν εδώ αν δεν ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που αγαπήσατε, σωστά?»
«Είναι διαφορετικό, Τζίμ.» Πάντα τον φώναζα Τζιμ, γιατί αγγλικά τον εδίδαξα. «Είναι αλήθεια, αλλά ήταν και λίγο διαφορετικό. Μου άρεσες, αλλά ήταν και λίγο καμάρι. Όταν βλέπεις ένα παιδί, που έχει όλα τα προτερήματα να κάνει οτιδήποτε θελήσει, τότε σα δάσκαλος λες ότι, να: βοήθησα να φτιαχτεί ένας σωστός άνθρωπος. Σε καμάρωνα.»
«Κυρία, είμαι σερβιτόρος» επισήμανε.
«Ναι, το ξέρω. Τι σημασία έχει αυτό όμως Τζιμ? Μπορείς να κάνεις οτιδήποτε θελήσεις, αρκεί να το θελήσεις.» Το πίστευα στα αλήθεια. Το κοκκίνισμα είχε φύγει.
«Θέλω να βγάλω λεφτά.» απάντησε.
«Τότε είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις.» Θεέ μου, πόσο όμορφος ήταν.
Σα να κατάλαβε τη σκέψη μου, μειδίασε. Αλλά τώρα δεν πείραζε. Του χαμογέλασα κι εγώ.
«Τι θα κάνετε τώρα κυρία? Να σας φέρω ένα ποτό?». Πάλι με κοιτούσε κατάματα, το μικρό καθαρματάκι.
«’Οχι, Τζιμ, ευχαριστώ. Λέω να περπατήσω λιγάκι. Έχεις τίποτα άλλο να μου πείς για αυτό το μέρος?»
«Όχι, κυρία. Είστε ελεύθερη να κάνετε ότι θέλετε. Αν χρειαστείτε τίποτα ελάτε σε εμένα.» είπε και μου έδωσε μία καρτούλα με τον αριθμό του κινητού του.
«Εντάξει. Ευχαριστώ Τζιμ.» Θα πείραζε άραγε μία αγκαλίτσα? Δεν το νομίζω, οπότε δέχτηκα να κάνω αυτό το χατήρι στον εαυτό μου. Άνοιξα τα χέρια μου κι εκείνος μπήκε στην αγκαλιά μου, για ένα δευτερόλεπτο.
«Γειά σου, Τζιμ!» πήγα να φύγω, αλλά με κράτησε απαλά από το μπράτσο.
«Γιατί κυρία? Γιατί δεν πρέπει?» Δεν προσπαθούσε να με πείσει. Απλά ρωτούσε για να μάθει.
«Τι, γιατί? Δεν το βλέπεις από μόνος σου?»
«Όχι, πείτε μου.»
«Γιατί τα παιχνίδια έχουν κανόνες, και αυτό είναι το ένα πράγμα που δεν έμαθες ποτέ.» Με άφησε. Δεν τον πείραξε αυτό που είπα, το δέχτηκε και με άφησε να φύγω, με το παιχνιδιάρικο βλέμμα του και το μειδίαμα που έχουν όσοι έχουν επίγνωση της γοητείας τους. Θεέ μου πόσο όμορφος ήταν! Όταν μεγαλώσει θα γίνει απίθανος. Πριν φύγω, μία σκέψη με τάραξε.
«Τζιμ?»
«Τι.»
«Και τα αδέρφια μου? Κι ο πατέρας μου? Τι σημαίνει αυτό?»
«Βρέθηκαν εδώ επειδή αποτελούσαν κομμάτι του εαυτού σας. Έφυγαν με το πλοίο εδώ και ώρα.»
«Πότε είναι το επόμενο?»
«Το επόμενο είναι για εσάς και θα φύγει σε μία εβδομάδα.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Οι επόμενες επτά ημέρες είναι όλες Κυριακές. Έχετε το χρόνο να κάνετε όλα όσα θέλατε. Χωρίς να σας κρίνει κανείς, χωρίς συνέπειες, χωρίς επιπλοκές. Χωρίς ποτέ κανείς να ξέρει.»
«Κι απόψε?»

«Απόψε είναι σαββατόβραδο.»

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (1)

Ξύπνησα και ήταν καλοκαίρι.
Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έβλεπα τη θάλασσα και το λαμπύρισμα των ηλιαχτίδων, ανάμεσα από κουρτίνες που ανέμιζαν σαν άσπρη γάζα. Ελλάδα!
Το δωμάτιο ήταν απλό και όμορφο. Τεμπέλιασα λιγάκι, γιατί την τόση ομορφιά μόνο έτσι την χορταίνεις. Σηκώθηκα και ντύθηκα, με ένα φόρεμα αέρινο και άσπρο, ότι πρέπει για ένα καλοκαιριάτικο πρωινό. Με ένα ψάθινο καπέλο με λευκή κορδέλα και τα μαλλιά λυτά, βγήκα στον κόσμο των σοκακιών. Στην ψάθινη τσάντα μου ένα βιβλίο.
Περιπλανήθηκα στα δρομάκια, χάρηκα την λιακάδα και τις γάτες που λιάζονταν δίπλα στις γλάστρες, χαιρέτησα τα σύννεφα στον εκτυφλωτικό ουρανό. Χριστέ μου, τι όμορφα που είναι όλα!
Ούτε που πρόσεξα ότι μόνο άντρες υπήρχαν στο νησί, μέχρι που κάθησα στην ταβέρνα και διαπίστωσα ότι ήταν ο μπαμπάς που με υποδέχθηκε.
Φορούσε τον παλιό μπερέ που συνήθιζε με το καρό πουκάμισο και τζήν παντελόνι. Χάρηκα τόσο πολύ, που ξέχασα να δακρύσω και τον αγκάλιασα ελαφρά αλλά για κάμποση ώρα. Θυμήθηκα τα πρωινά που μας κρατούσε στην αγκαλιά του για να μην κρυώνουμε ώσπου να ετοιμαστεί το πρωινό, θυμήθηκα την ανάσα του που μύριζε λίγο μπύρα όταν μας έλεγε το παραμύθι με τον κάβουρα και το χταπόδι πριν κοιμηθούμε. Δεν άντεξα και δάκρυσα.
«Γιατί βρε μπαμπά?» τον ρώτησα κρατώντας το πρόσωπό του. «Μου έλειψες τόσο πολύ!». Τον αγαπούσα όσο δεν μπορούν να πουν οι λέξεις και τελικά έκλαιγα.
«Δεν μπορούσα αλλιώς» απάντησε. «Την αγαπούσα και τίποτα άλλο δεν γινόταν, το ξέρεις αυτό.» Με κοιτούσε και ήξερα. Αλήθεια ήξερα.
«Ποτέ δε ζήτησα να διαλέξεις.»
«Εκείνη δε μπορούσε. Δεν έφταιγε, όμως. Πέρασε πολλά.»
«Ξέρεις ότι αυτό δεν είναι δικαιολογία» είπα λίγο θυμωμένη.
«Μη θυμώνεις, τώρα» μου είπε σα να ήμουν μικρό παιδί, «Πάνε αυτά, δεν έχει πια σημασία. Τώρα είσαι μια χαρά, ε?» είπε με μικρό καμάρι.
«Ναι, μπαμπά.»  Χαμογέλασα. Απλά δεν μπορούσα ποτέ να θυμώσω με τον μπαμπά, ήταν τόσο πράος και λογικός… Είχε δίκιο, ήμουν μια χαρά. Πήρε να με πιάσει το παράπονο πάλι, αλλά το κατάλαβε.
«Έλα, μην κάνεις έτσι. Πάνε αυτά, ξέχνα τα. Όλα θα πάνε καλά. Κοίτα τι έχεις, ποιους έχεις… αυτά μετράνε τώρα. Είσαι πολύ τυχερή, να ξέρεις.»
Έγνεψα βουβά.
«Σ ’αγαπάω πολύ» είπα.
«Κι εγώ, σε αγαπάω.»
Σηκωθήκαμε, σαν κάτι να τελείωσε. Αγκαλιαστήκαμε.
«Ρε μπαμπά…» Δεν ήθελα να τον αφήσω. Έκλαιγα πολύ.
Με χάιδευε στην πλάτη. «Έλα…»
Τελικά τον άφησα.
«Είσαι μια χαρά. Μην ανησυχείς για τίποτα. Όλα θα πάνε καλά. Εντάξει?»
«Εντάξει»
Όταν το έλεγε ο μπαμπάς, ήξερα ότι έτσι είναι.
Σκούπισα το πρόσωπό μου, τον αγκάλιασα μία τελευταία φορά και έφυγα, καθώς εκείνος μάζευε σκυφτός τα ποτήρια μας και πήγε μέσα.
Μόλις έστριψα στο σοκάκι κάθισα σε ένα πεζούλι να συνέρθω. Σκέφτηκα το παρελθόν και αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό, χωρίς ψέματα και χωρίς μελόδραμα. Θα μπορούσε, αλλά εκείνη δεν το επέτρεψε ποτέ. Ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο, να γίνεται πάντα το δικό της και να αποτελεί το κέντρο της προσοχής. Ακόμα και όταν προφασιζόταν ότι ήταν για το καλό μας, ακόμα και τότε, αυτό που γινόταν  ήταν αυτό που έλεγε αυτή. Πάντα φωνές, πάντα υπερβολές, πάντα δικαιολογίες, πάντα βία. Και όταν της λέγαμε ότι ίσως να μην είναι τα πράγματα όπως τα νόμιζε, γινόταν της τρελής από την υστερία της. Όταν της λέγαμε να ηρεμήσει λιγάκι, μας έλεγε ότι εμείς φταίγαμε και πως αξίζαμε ότι κι αν παθαίναμε.
Λέξεις με σφοδρότητα πράξης…
Είναι εκείνες οι λέξεις που αλλάζουν τον τρόπο που σκέφτεσαι και ζείς, που ίσως σε οδηγήσουν σε αποφάσεις μεγάλες και σπουδαίες. Μπορεί να έρθουν από χείλη χαμογελαστά ή θλιμμένα αλλά για μένα ήταν σε στιγμή θυμού. Ένα «Δε με νοιάζει» που ειπώθηκε πολλές φορές και με έμφαση, ώστε να μην υπάρχει καμμία αμφιβολία για την ειλικρίνειά του. Από τα τρίσβαθα της ύπαρξής μου ήξερα ότι δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια γιατί αλλιώς τίποτα δεν θα είχε νόημα, όμως η περηφάνεια και ο εγωισμός εκείνου του ανθρώπου που προτίμησε να το ξεστομίσει ήταν μεγαλύτερα από κάθε τι άλλο. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο έληξε μία σχέση πολύχρονη σημαντική και θυελλώδης, αυτή με τη μητέρα μου.
Πάντα πίστευα ότι για να πάψει κάτι κακό, ο καλύτερος τρόπος είναι να σπάσεις τον φαύλο κύκλο που το αναπαράγει. Πάντα πίστευα ότι αν συνεχίσεις να συζητάς, τότε μία από όλες τις πληροφορίες που θα μεταδοθούν θα κάνει τη διαφορά και ότι τουλάχιστον  ένα σημείο υπάρχει πάντα, στο οποίο δύο διαφωνούντες μπορούν να συγκλίνουν ώστε να λυθεί μία παρεξήγηση ή διαφορά. Κάποιες φορές όμως οι άνθρωποι δεν νοιάζονται, και τότε όλα είναι μάταια, όσο κι αν συζητάς, όσες λύσεις κι αν στίψεις το μυαλό σου να κατεβάσει. Μερικές φορές, πρέπει να προχωράς παρακάτω, μερικές φορές δεν υπάρχει λύση.
Ακόμα και την ύστατη στιγμή, λίγο πριν το μοιραίο, δεν καταδέχθηκε να πεί τίποτα άλλο εκτός από «Μάρτυς μου ο Θεός, έκανα το σωστό» χωρίς ποτέ να έχει αντιληφθεί ότι το σωστό που τυραννάει ανθρώπους είναι οξύμωρο. Χωρίς ποτέ να δεχθεί ότι ακόμα και η καλύτερη πρόθεση αποτυγχάνει αν καταλήγει σε τέλος της αγάπης, ότι κάποιος που δεν αγαπάει τη μάνα του είναι για πάντα ένοχος. Ακόμα και πριν το τέλος, ποτέ δεν παραδέχθηκε τίποτα.
Νευρίασα ξανά με τη θύμηση.
«Να πάρει το δίκιο της και να το βάλει εκεί που ξέρει!»
Σηκώθηκα. Ξεφύσηξα το θυμό, ξαναφόρεσα το ψάθινο καπέλο μου και με τη φόρα του θυμού χάθηκα με ορμή στα πλακόστρωτα.
Για κάμποση ώρα περπάτησα όπου να’ ναι, χωρίς να δίνω σημασία στην γαλανότητα του ουρανού και του τοπίου, μέχρι που το κάψιμο στις γάμπες και στους μηρούς μου υπενθύμισε  ότι κάπου έπρεπε να ξεκουραστώ για λίγο. Ήμουν τώρα ψηλά, στην κορυφή της Χώρας. Αέρας στο πρόσωπο.
Όλο το χωριό εκτείνονταν κάτω, λες και μπορούσε κανείς πηδώντας από ταράτσα σε ταράτσα να φτάσει μέχρι κάτω στο λιμάνι. Εκεί είχε ανθρώπους. Αποφάσισα να πάω εκεί, οπότε με τα μάτια ακολούθησα το σοκάκι που θα με έβγαζε στον κόσμο.
Ευτυχώς, ήταν κατηφόρα.

Με χαλαρό βηματισμό, ξεκίνησα το δρόμο μου προς τα κάτω.
Όταν κανείς περπατάει σε κατηφόρα, τείνει να κοιτάει κάτω, για αυτό είναι δύσκολο να παρατηρήσει ένα αντικείμενο που βρίσκεται ψηλά. Έτσι κι εγώ, προσπέρασα τον αδερφό μου που έπινε τον καφέ του σε ένα μπαλκόνι, κι αν δε με φώναζε εκείνος ούτε που θα τον είχα πάρει χαμπάρι. Περίμενε, μου είπε, έρχομαι. Βγήκε από την ξύλινη πόρτα και μαζί συνεχίσαμε, κουβεντιάζοντας τις ζωές μας. Είναι και οι άλλοι δύο εδώ πιο κάτω, με πληροφόρησε. Τους συναντήσαμε σε μία αυλή, την ώρα που μάζευαν κάτι εργαλεία. Είχαν μόλις τελειώσει τα βοτσαλάκια της αυλής που σχημάτιζαν ένα περίτεχνο σχέδιο, δελφίνια ανάμεσα σε κύματα συμμετρικά, και ικανοποιημένοι από την καλή δουλειά δέχθηκαν να τους κεράσω μία μπυρίτσα.
Και οι τρεις ήταν ψηλοί, γεροδεμένοι και όμορφοι. Ο μεγάλος είχε την τραχειά αντροσύνη του μεγαλύτερου. Ήταν αυτό αυτοπεποίθηση ή κυνισμός? Ποτέ δεν έμαθα, αλλά τον κρατούσε όρθιο και χαμογελαστό, πάντα να παλεύει. Ήταν έτσι και με τις αγάπες του, που πολύ τις είχε παιδέψει, παρά την τρυφεράδα του.
Ο δεύτερος ήταν πολύ δυνατός, σωματικά. Μπορούσε να κάνει τα πάντα, όμως πάντα αβέβαιος, πηγαινοερχόταν από σκέψη σε σκέψη, σαν αναποφάσιστος αετός. Όταν τελικά κατάλαβε πόσο υπέροχος ήταν, ο κόσμος άλλαξε.
Ο μικρότερος απομονωμένος μέσα στην τελειότητά του, έβρισκε τρόπους να ξεφεύγει από τον κόσμο, αναζητώντας καταφύγια χάρτινα και νοερά.
Οι τέσσερις μας, γελούσαμε.
Ναι, έτσι ήταν πάντα.
Λέγαμε για τις αγάπες μας, κοροϊδέψαμε ο ένας τον άλλον για τις γκάφες μας, μαλώσαμε για ασήμαντα πράγματα. Από τις διηγήσεις τους, κατάλαβα με ποιόν τρόπο αγαπάνε οι άντρες και ότι πονάνε σε διαφορετικές μεριές αλλά εξίσου.
 Μπήκα μαζί τους σε φιλικό σπίτι, που είχε γιορτή. Αποφασίσαμε να μείνουμε για λίγο, και ανακατευτήκαμε με τους άλλους καλεσμένους. Μίλησα με διάφορους ανθρώπους, και έκανα αυτό που πάντα μου άρεσε, δηλαδή να ενθαρρύνω τους συνομιλητές μου να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Ακούγοντας τις αφηγήσεις, περιεργαζόμουν τα πρόσωπα και τις εκφράσεις, ήταν για εμένα πάντα αυτό η πιο όμορφη ορχήστρα.

Πόσο θα ήθελα να αγγίξω στο πρόσωπο όλους αυτούς τους ανθρώπους! Όμως στον κόσμο των επιφυλάξεων αυτό δεν ήταν πρέπον, κι έτσι μόνο τους κοιτούσα, τα χαμόγελα, τις απορίες, τις ανησυχίες ή το συνοφρύωμα της σκέψης, τους ώμους και τα χέρια. Μετά από λίγο, αφού είχαν χαλαρώσει, οι συνομιλητές μου πάντα με κοιτούσαν άφοβα στα μάτια και τότε πάντα λάτρευα την αμεσότητα, την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία που λάμβανε χώρα σε πολλαπλά επίπεδα. Ήξερα ότι οι λέξεις, ενδείξεις ήταν μόνο για τις προθέσεις τους και ότι με λίγο σκάψιμο έβγαζες την αγωνία ενώ με πολύ σκάψιμο έβγαζες τον πόνο, που συνήθως είχε μορφές εξωτικές και γοητευτικές, άξιες αγάπης. Άλλες φορές ήταν τόσο στραπατσαρισμένες οι σχέσεις λέξεων-σκέψεων που για πάντα έμεναν άλυτοι οι ειρμοί, σε μία αιώνια απορία. 

Έχασα τον φακό επαφής και έβλεπα θολά. Κάποιος πέρασε δίπλα μου, τυχαία κάθισε λίγο παραδίπλα. Δεν ξέρω τι είδα μέσα στη μυωπική θολούρα μου, αλλά για κάποιον λόγο ήθελα οπωσδήποτε να δω καθαρά αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν σίγουρα αρσενικού γένους, λίγο ψηλός, λίγο καστανός, και αυτά μόνο μπόρεσα να διακρίνω. Κοιτούσα εντελώς απροκάλυπτα, γιατί με χαμένους τους φακούς δε γινόταν αλλιώς. Δεν ξέρω αν με κοίταξε ή αν έδωσε σημασία ούτε αν ενοχλήθηκε. Αφού κοίταξα χωρίς αποτέλεσμα για λίγο, τελικά πήγα στο μπάνιο για να βάλω τους άλλους φακούς που είχα στην τσάντα μου. Θεέ μου, ας μην έχει φύγει όταν γυρίσω!
Απόρησα. Τι αίνιγμα κι αυτό! Μα γιατί τέτοια καούρα, αφού ούτε να τον αναγνωρίσω δε μπορούσα? Τι ήταν αυτό, τώρα?
Επέστρεψα στη θέση μου και έψαξα με το βλέμμα. Νάτος.
Μιλούσε με διάφορους.
Λίγο ψηλός, λίγο καστανός, γαλανόγκριζα μάτια με γυαλιά, λεπτός, κοντά μαλλιά, λεπτά χείλη, φρεσκοξυρισμένος. Ευθυτενής αλλά άνετα χαλαρός. Χωρίς να νοιάζομαι, ερεύνησα απολαυστικά με το βλέμμα όλη την κορμοστασιά του. Μα γιατί? Τι έχει αυτός, τέλος πάντων?
Χωρίς να μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω του, τελικά σα βαριοπούλα με χτύπησε στο μέτωπο η διαπίστωση. Η φωνή του. Ήταν η φωνή του. Δεν ξεχώριζα λόγια, όμως είχε μπάσα και πρίμα, όπως το κύμα που σκάει στο κύτος.
Έμεινα έτσι, μην ξέροντας τι να κάνω τώρα, μέχρι που έφυγε και όταν αυτό συνέβη, ήταν για μένα μία απογοήτευση. Κοίταξα μέσα στο ποτήρι μου, με στεναγμό.
Το πήρα απόφαση, και σκέφτηκα να αναζητήσω τα αδέρφια μου, οπότε κατευθύνθηκα προς το μπουφέ, γιατί όλο και κάποιος από τους τρείς θα ήταν εκεί. Δεν τους βρήκα όμως και είπα να πάρω ένα κρασί ακόμα ώσπου να εμφανιστούν. Τυχαία, στα ποτά ήταν μπροστά μου ο λίγο ψηλός-λίγο καστανός διοπτροφόρος.
        Ευγενικά, έδωσε ένα ποτήρι και σε εμένα πριν σερβιριστεί ο ίδιος.
Εντελώς κοριτσίστικα, σκέφτηκα «Με αγαπάει!» όμως αξιοπρεπέστατα αγνόησα τον εαυτό μου και είπα ευχαριστώ.
«Γειά σου, Πως σε λένε?» με ρώτησε.
«Αθηνά. Εσένα?»
«Αγαθαρχίδα . Μου αρέσει η μουσική.»