Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαύρο Φάντασμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαύρο Φάντασμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Μαύρο Φάντασμα - 4

Πέρασαν πολλές ώρες έτσι. Το βράδυ που όλα σκοτείνιασαν τριγύρω, έβλεπε την αντανάκλαση των φώτων στα τζάμια και όταν τελικά ο Γιώργος σταμάτησε σε κάποιο ξενοδοχείο, η θέα του τοίχου απέναντι ήταν τρομερά βαρετή. Έκλεισε τα μάτια. Μετά από λίγο, προσπάθησε να τα ανοίξει, και δεν το έκανε.
Τους επόμενους μήνες ο Γιώργος ταξίδεψε πολύ, κλείνοντας δουλειές, προωθώντας προϊόντα και οδηγώντας μόνος με το κινητό στο χέρι. Η Μάισα, ανήμπορη ακόμα και να δεί, ένιωθε τα άλλα φαντάσματα να έρχονται και να φεύγουν, άκουγε τις κουβέντες, αλλά της φαινόταν ενοχλητικές όπως το βουητό της μύγας, εκνευριστικές παρεμβολές, εισβολές και καταπατήσεις του ακουστικού της χώρου. Ήξερε τί να ζητήσει.
"Γιατρέ;" είπε όταν τον ένιωσε να έρχεται δίπλα της.
"Ναι;"
"Φύγετε"
Και αναστέναξε όταν έφυγαν.
Στην αρχή οι σκέψεις που ξεφύτρωναν ήταν οι ίδιες, ξανά και ξανά. Γιατί και γιατί και γιατί, μα γιατί. Μετά το μυαλό της βαρέθηκε τα ίδια θέματα ξανά και ξανά, και πήγε πίσω, στις θύμησες. Ανάκατα, σκόρπιες σκηνές άναβαν στο μυαλό της και μετά έσβηναν στη στιγμή. Στην Αφρική, στην Ελλάδα, στο καλύβι, στο υπόγειο, στο διαμέρισμα, σαν παιδί, σαν μητέρα, οι κουβέντες, τα λόγια, τα χέρια, οι οι γονείς της στο πλίνθινο καλύβι με τα καλάμια στη σκεπή, τα αδέρφια της γυμνά και ξυπόλυτα, τα ζώα με τα τεράστια κέρατα, το δικό της αυτοκίνητο, οι κουρτίνες του σπιτιού της, οι βροχές εδώ και οι βροχές εκεί, οι μυρουδιές, η πόλη, η φασαρία και η βρώμα, το πλοίο, τα πεζοδρόμια.

 Μετά άκουσε όλους τους ήχους, τις φωνές των ανθρώπων, τις σκόρπιες φράσεις που κάτι σήμαιναν, ένα μουσικό καλειδοσκόπιο ασυνάρτητο μα κατά κάποιο τρόπο αρμονικό που την απασχόλησε αρκετά.

Ήταν πια Δεκέμβρης στον πραγματικό κόσμο, όμως εκείνη ακόμα ακίνητη σε εμβρυακή στάση, δεν έβλεπε ούτε ένιωθε τίποτα.  Αφού ανακάτεψε τις σκέψεις της για πολύ μεγάλο διάστημα, κι αφού έλιωσε τις αναμνήσεις από την πολλή χρήση, αφού κατανάλωσε όλο της τον εαυτό, ξαφνικά θυμήθηκε το ατύχημα. Χαζό, τόσο χαζό! Ούτε καν έτρεχε! Μόλις που είχε ακουμπήσει την κολώνα, δίπλα στα χυμένα λάδια. Αλλά, πως το είχε πεί ο γιατρός; Ήταν το ανεύρυσμα. Θυμήθηκε το γκαράζ, τα φαντάσματα και τον Γιώργο. Ξαφνικά ήθελε να δεί αλλά ακόμα δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια.

Μετά, με κλειστά τα μάτια ακόμα, σκέφτηκε, τελευταίους, τον Κώστα και τα παιδιά. Με κάποιες τύψεις το παραδέχτηκε στον εαυτό της μα μετά συγχώρεσε τον εαυτό της γιατί τί σημασία είχε πια; Ήξερε ότι τα είχε δώσει όλα και ότι αν υπήρχε κάτι περισσότερο θα το είχε δώσει κι αυτό. Της φάνηκε περίεργο που τα παιδιά και ο Κώστας δεν την απασχόλησαν πολύ, αλλά όταν η σκέψη της πήγε παρακάτω δεν είχε πια καμμία άλλη προσδοκία. Από κανέναν.

Και τότε έγινε κάτι που δεν περίμενε. Έβλεπε τα πάντα χωρίς να ανοίξει τα μάτια. Από το παράθυρο του συνοδηγού είχε θέα στον επαρχιακό δρόμο που έτυχε να περνάει ο Γιώργος εκείνη τη στιγμή, ένα γκρίζο χειμωνιάτικο τοπίο.

Πήρε μία βαθειά ανάσα και σηκώθηκε, η μισή μέσα στο αυτοκίνητο μέσα από τα χέρια του Γιώργου που κρατούσε το τιμόνι, και η άλλη μισή πάνω από τον ουρανό, ακουμπισμένα τα χέρια στις λαμαρίνες. Ήξερε ότι πια δεν είχε σημασία, αλλά παρόλο που έβλεπε κι έτσι, άνοιξε τα μάτια και αυτό ήταν μεγάλη ευχαρίστηση. Χαμογέλασε.

Σηκώθηκε πάνω στον ουρανό του αυτοκινήτου. Συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πια απαραίτητο να πατάει και αιωρήθηκε μερικά εκατοστά πιο ψηλά χαμογελώντας με το νέο παιχνίδι.
"Γιατρέ;!" είπε και ο γιατρός ανέβηκε με ένα σάλτο από το πλάι του  κινούμενου αυτοκινήτου.
Ο γιατρός δεν χρειαζόταν να το κάνει αυτό, αλλά το έκανε. Δεν υπήρχε για αυτόν ούτε για αυτή βαρύτητα αλλά παριστάνοντας ότι υπήρχε ήταν ακόμα άνθρωποι, από επιλογή τους. Θα μπορούσαν να αλλάξουν σχήμα ή μέγεθος αλλά η Μάισα κατάλαβε για πιο λόγο ο γιατρός κρατούσε τη γραβάτα πάντα στην ίδια μεριά που ήταν πριν πεθάνει, όπως την είχε ξεσφίξει πριν η καρδιά του τον προδώσει. Όσοι είχαν αλλάξει μορφή, έχασαν τις μνήμες τους.

Ο γιατρός αιωρήθηκε με τον ίδιο τρόπο δίπλα της. Της κράτησε το χέρι.
"Σε θυμήθηκα τελευταίον. " του είπε.
"Λογικό."
"Ελευθερώθηκα τότε"
"Κι εγώ, όταν θυμήθηκα εσένα, τελευταία"
Αγκαλιάστηκαν.
"Πάμε στους άλλους;" είπε ο γιατρός.
"Πάμε." είπε η Μάισα και περπάτησαν στον αέρα, λες και ήταν δρόμος, καθώς το αυτοκίνητο από κάτω τους, απομακρύνθηκε στις στροφές ενός παραθαλάσσιου δρόμου. Ο Γιώργος, στο τιμόνι από κάτω, ξεφύσηξε λες και του έφυγε ένα βάρος.
Έσκυψε στο ραδιόφωνο κι έβαλε κάτι χαρούμενο.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Μαύρο Φάντασμα - 3

Το πρώτο επεισόδιο εδώ και το δεύτερο εκεί.

Με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από τα γόνατα και κοιτώντας τον Αλέκο μέσα από το καθρεφτάκι, ρώτησε.
"Σα να μου λες, δηλαδή, ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα εκτός από το να περιμένω εδώ μέσα να "ελευθερωθώ", σωστά;"
"Ναι. Στην ουσία, ναι.", αποκρίθηκε ο γιατρός ισιώνοντας τη γραβάτα του μπρος στο στήθος του, αλλά χωρίς να τη σφίξει. Η Μάισα το παρατήρησε μέσα από τον καθρέφτη, αλλά δεν είπε τίποτα.
'Υπάρχουν και χειρότερα, να ξέρεις πάντως." συνέχισε ο γιατρός, αλλά η Μάισα κάγχασε ειρωνικά.
"Αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τότε δεν θα κάνω τίποτα" είπε εκείνη. "Και ήταν ανάγκη να είναι ο Γιώργος; Κανέναν πιο ενοχλητικό δεν είχατε να μου δώσετε;"
"Γιατί καλέ;"
"Είναι καψούρης μαζί μου"
"Ε, και;"
"Τί "ε-και"; Τον έχεις δει να μου κολλάει; Σα βρεγμένο κουτάβι είναι, ο ηλίθιος! Και είναι και παντρεμένος ..."
"Ε, και;" έκανε τον ανήξερο ο γιατρός
"Α, καλά!" έχασε την υπομονή της τινάζοντας στον αέρα τα χέρια της. "Άσε μας, ρε Αλέκο..." Δεν του ξαναμίλησε μέχρι που επέστρεψε ο Γιώργος από το βενζινάδικο, με καφέ σε πλαστικό ποτήρι, τινάζοντας τρίμματα τυρόπιτας από τη μπλούζα του.
Κάθησε πάλι μέσα στο μελαμψό φάντασμα της Μάισας, η οποία κατέβασε τα πόδια από το κάθισμα, έτοιμη να "οδηγήσει" για άλλη μία φορά. Όμως ο Γιώργος δεν έβαλε μπρος. Με τα χέρια στο τιμόνι, έσκυψε και αναστέναξε λες και φυσούσαν χίλιοι ανέμοι.
"Α, ρε Μάισα!" μονολόγησε και με άλλον έναν αβυσσαλέο αναστεναγμό, έβαλε μπρός. Η Μάισα κοίταξε με νόημα τον γιατρό μέσα από τον καθρέφτη σα να του έλεγε "κατάλαβες τώρα;"
Οδήγησαν με τον γνωστό τρόπο μέχρι που έφτασαν στο σπίτι του Γιώργου. Μόλις έμεινε μόνη της στη θέση του οδηγού, πάλι τυλίχτηκε γύρω από τα γόνατά της. Τα υπόλοιπα φαντάσματα ήρθαν, αλλά δεν τους έδωσε σημασία. Έγειρε το κεφάλι στα γόνατα και άκουγε αφηρημένα τις κουβέντες τους. Γιατί την ακολουθούσαν; Γιατί αυτά τα φαντάσματα; Σήκωσε το κεφάλι να ρωτήσει, αλλά καθώς είχαν ζωηρή συζήτηση, ξανα-έγειρε αφηρημένα το κεφάλι στα γόνατά της. Ένας θεός ξέρει πόση ώρα αργότερα, ο Γιώργος βγήκε από το σπίτι κρατώντας έναν μεγάλο ταξιδιωτικό σάκο, τον οποίο έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ. Μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε το κινητό του.
"Έλα, Πανωραία! ....Ναι, τι κάνεις; ... Ναι, όλα καλά. Να σου πω, μπορείς να μιλήσεις; ...Άκου, πόσο γρήγορα μπορεί να βγεί ένα διαζύγιο;....Ναι. Με τη Νόρα.... Ε, τί να σου λέω τώρα! Θα τα πούμε από κοντά. Πες μου χοντρικά, να ξέρω....Όχι, συναινετικό....Ωραία. Θα σε ξαναπάρω τηλέφωνο αύριο, ok; ... Ναι, ετοίμασε εσύ αυτά που ξέρεις και θα περάσω κάποια στιγμή να τελειώνουμε....Γειά. Καλό βράδυ!"
Μετά πέρασαν από το σπίτι κάποιου φίλου, προφανώς, ο οποίος μπήκε στη θέση του συνοδηγού και όλος έγνοια προσπαθούσε να καταλάβει τί έπαθε ο Γιώργος στα καλά καθούμενα.
Η Μάισα έστησε αυτί.
"Δεν ξέρω, ρε Βαγγέλη. Στην κηδεία της Μάισας, δεν άντεξα. Δεν άντεξα....Κάτι έσπασε. "
"Και τώρα;"
"Θα πάω να μείνω στο πατρικό μου που'ναι άδειο. Μετά δεν ξέρω. Θα φύγω, πάντως. Δεν ξέρω...Θα δώ. Δεν ξέρω ακόμα"
"Πες μου. Τί να κάνω;"
"Τώρα τίποτα. Απλά να ξέρεις. Θα αλλάξω κινητό και θα ξέρεις μόνο εσύ τον αριθμό. Για ώρα ανάγκης. Δες μήπως χρειάζεται η Νόρα τίποτα.... Αυτά. Θα σε πάρω τηλέφωνο κάποια στιγμή. ΟΚ;"
"Εντάξει, ρε Γιώργο. Να προσέχεις." είπε και βγήκε από το αυτοκίνητο.
Ο γιατρός-φάντασμα στο πίσω κάθισμα, κοίταξε τη Μάισα με ύφος.
"Τώρα, τί έχεις να πείς;"
"Κρίμα... Αλλά που να το ήξερα; Ποτέ δεν είπε... Μόνο κοιτούσε σα χάνος... Κρίμα..." Ο Γιώργος είχε βάλει μπρός και κινούνταν πάλι στην εθνική,σκυθρωπός. Δάκρυσε, σκούπισε τα μάτια του και προσπάθησε να σκληρύνει τον εαυτό του. Η Μάισα "οδηγούσε" αλλά ένιωθε την βουβή κριτική από τα φαντάσματα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Η Φιλιώ και ο Λάμπρος ήταν πάνω στο πορτ-μπαγκάζ, έξω από το πίσω τζάμι.
"Ξέρεις από που είμαι;" απευθύνθηκε στο γιατρό η Μάισα με θυμό.
"Φυσικάα!" είπε υπεροπτικά ο γιατρός, αλλά η Μάισα με το βλέμμα στο δρόμο συνέχισε απτόητη.
"Δέκα χρονών με φέραν οι δικοί μου εδώ από την Αφρική. Μέχρι τότε δεν ήξερα τί είναι βρύση και κατσαρόλα. Ζούσαμε σε τέτοια καλύβια που οι τρώγλες των υπογείων στα εξάρχεια μας φαινόταν παλάτια! Ξέρεις πόσο ξύλο έχω φάει; Ξέρεις πόσα λεφτά μου'χουν φάει; Ξέρεις πόσες αρρώστιες πέρασα; Ε;! Ξέρεις; Εσύ και το ιατρείο σου;! Τί ξέρεις εσύ; Ξέρεις τί θα ήμουν αν δεν είχε βρεθεί ο Κώστας; Για πες μας, τί ξέρεις γιατρούλη! Δε με νοιάζει τί κάνει ο Γιώργος, που τα έχει όλα! Δε με νοιάζει! Και ξέρεις γιατί δε με νοιάζει; Γιατί ο Γιώργος έχει πηδήξει και τις γάτες. Γιατί ο Γιώργος, τα έχει όλα και κλαίγεται που δεν του έκατσα, κι εγώ είμαι κολλημένη σε τούτο το σαράβαλο(χτύπησε το χέρι τιμόνι) πάνω που όλα πήγαιναν καλά! Για αυτό, όταν λέω δε με νοιάζει, θα καταλαβαίνεις ακριβώς αυτό: ότι δε-με-νοιά-ζει! Κατάλαβες;!"
"Εξακολουθείς να μην καταλαβαίνεις. Το ζήτημα δεν είναι όλα αυτά που είπες." παρέμεινε ψύχραιμος ο γιατρός.
"Α, ναι; Και ποιό είναι το ζήτημα τώρα, εδώ που είμαι; Ποιό είναι το ζήτημα, τώρα;"
Ο γιατρός άνοιξε το στόμα του να απαντήσει, αλλά τον διέκοψε απότομα.
"Άσε! Ξέρω. Ξέρεις, αλλά δεν ξέρεις και μισόλογα και "ίσως" και "θα δούμε" και σε τρία τέρμηνα θα διαβώ μεγάλη πόρτα! Αφού δε μπορείς να κάνεις τίποτα, τουλάχιστον μη με ενοχλείς. Γύρισε πίσω να τον κοιτάξει. "Μπορείς;"
"Καλάααα" υποχώρησε ο γιατρός και πρόσθεσε. "Μπορείς να πας στη διπλανή θέση σε παρακαλώ;" τη ρώτησε.
Εκείνη καχύποπτα τον κοίταξε πάλι μέσα από τον καθρέφτη.
"Γιατί;"
"Για δες. Μπορείς;" πετάχτηκε ο μαθηματικός, με περιέργεια. Η Φιλιώ και ο Λάμπρος έσκυψαν για να κοιτάξουν μέσα από το πίσω τζάμι.
Η Μάισα, ακόμα καχύποπτη, χαμήλωσε τα χέρια από το τιμόνι που κρατούσε παράλληλα με τον Γιώργο και αμήχανα προσπάθησε να μετακινηθεί. Στάθηκε αδύνατον.
"Τί έγινε τώρα; Δεν μπορώ; Γιατί δεν μπορώ; Πριν μπορούσα!"
"Όλα είναι στο μυαλό σου!" φώναξε ο Λάμπρος σκυφτός έξω από το πίσω τζάμι, δείχνοντας το κεφάλι του καθώς η Φιλιώ έγνεφε καταφατικά.
"Ποιό μυαλό μου..." μουρμούρησε σα χαμένη.
"Στο μυαλό σου!" επανέλαβε ο Λάμπρος δείχοντας το κεφάλι του ξανά. Η Φιλιώ τώρα έδειχνε κι αυτή με το δάχτυλο  το κεφάλι του Λάμπρου, χαμογελώντας ενθαρρυντικά.
"Τι λένε, Θέ μου!" αγανάκτησε η Μάισα. "Ωραία, λοιπόν, αφού είναι στο μυαλό μου, θα πάω στο δίπλα κάθισμα και μετά θα πετάξω στον μπλέ ουρανό!' είπε με ειρωνεία και σκουντούφλησε σε αόρατο τείχος, όταν προσπάθησε να το κάνει."Γαμώτο!"
Τις επόμενες ημέρες, παρέμεινε στη θέση της, με οργή που αυξάνονταν γεωμετρικά όσο οι άλλοι της έλεγαν να ηρεμήσει και ότι όλα ήταν στο μυαλό της. Κάθε φορά που το άκουγε αυτό γινόταν έξαλλη, προσπαθώντας ακόμα και να τους χτυπήσει, αλλά τα χέρια της έπεφταν πάλι σε αυτό το αόρατο τείχος.
Και έκλαιγε, μετά, παραδομένη στο τίποτα.
Τρείς ημέρες αργότερα, ένα μεσημέρι που ο Γιώργος σταμάτησε σε κάποιο εστιατόριο σε κάποια εθνική οδό, τυλίχτηκε γύρω από τα γόνατά της, όπως το συνήθιζε, και έγειρε πάνω στα γόνατα το κεφάλι της. Έκλεισε τα μάτια. Ένιωθε το πρόσωπό της τόσο σφιγμένο, σα να ήταν ζωντανή, τα φρύδια της δύο κόμποι φίδια. Όταν ξανα-μπήκε ο Γιώργος στο αυτοκίνητο, άνοιξε τα μάτια, αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει ούτε το κεφάλι.
Ο γιατρός από τη θέση του συνοδηγού την κοιτούσε με ανησυχία.
Η Μάισα τον κοιτούσε με βουβή απελπισία. Φοβόταν να μιλήσει, μήπως ανακάλυπτε ότι δεν μπορούσε ούτε αυτό. Ένα δάκρυ κύλησε.
"Γιατρέ;" ψέλλισε.
"Σςςς" έκανε καθυσηχαστικά ο γιατρός, χαϊδεύοντας την πλάτη της, περνώντας αιθέρια το χέρι του μέσα από τον υλικά πραγματικό Γιώργο, αλλά αγγίζοντας την άυλη μελαμψή γυναίκα.
"Να....;" ξεκίνησε να προτείνει κάτι ο μαθηματικός, σηκώνοντας το δάχτυλο από το πίσω κάθισμα.
"Όχι" είπε ο γιατρός. "Δεν μπορούμε αν δεν το ζητήσει. Πρέπει να το ζητήσει."
"Τι; Τι;" ρωτούσε η Μάισα, προσπαθώντας μάταια να δεί τριγύρω περιστρέφοντα τα μάτια της απεγνωσμένα. "Τι;!"
"Το πρόβλημα είναι ότι σκέφτεσαι ακόμα σα να μην έχει αλλάξει τίποτα." είπε ο μαθηματικός. "Σα να έχεις στραμπουλήξει το μυαλό σου, υπό μία έννοια..." αλλά ο γιατρός τον σταμάτησε.
"Σςςς. Μόνη της." είπε και διακριτικά έφυγαν, αφήνοντάς την μαγκωμένη σε εμβρυική στάση.
Το μόνο που έβλεπε από το πλαινό παράθυρο ήταν το τοπίο που άφηνε το αμάξι γρήγορα πίσω του.



Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Μαύρο Φάντασμα - 2

Η Μάισα έμεινε έτσι αμίλητη για αρκετή ώρα, όσο οι άλλοι -εντός και εκτός του αυτοκινήτου- συζητούσαν τί θεωρητικά ήταν αυτό που ελευθέρωνε τα φαντάσματα. Ούτε που ενοχλήθηκε κανείς όταν ξαναήρθε ο μάστορας και άρχισε να επισκευάζει το αμάξωμα, με σφυριές και κοπανήματα, που κανονικά θα τρέλαιναν ένα ζώντα άνθρωπο.
Η Μάισα ρώτησε τότε τον Αλέκο, που εκείνη την ώρα έπαιζε με τη χαλαρωμένη γραβάτα του.
"Δηλαδή, με άλλα λόγια, απλά περιμένω;"
"Α, χα."
"ΟΚ...." και δεν ξαναμίλησε για δύο ημέρες. Καθόταν στο κάθισμα του οδηγού και άκουγε.
Ο Λάμπρος, από ότι άκουσε, είχε υπάρξει μαθητής και σκοτώθηκε με μηχανάκι κάνοντας σούζα. Η Φιλιώ ήταν αρραβωνιασμένη όταν σκοτώθηκε από τον αρραβωνιαστικό της σε ένα βίαιο έγκλημα πάθους και ο Νότης ήταν ο πιο πρόσφατος-μετά την ίδια τη Μάισα- που πήγε από τροχαίο γιατί δεν είχε λεφτά να αλλάξει λάστιχα και του έφυγε το αμάξι σε μία στροφή προς Πρέβεζα μετά την Αμφιλοχία, μία βροχερή μέρα. Και ωστόσο, παρόλο που ο Νότης ήταν ο πιο νέος στην παρέα, ήταν ο πρώτος που "ελευθερώθηκε". Περίεργο.
Ούτε στη μετά-θάνατο ζωή ήταν τίποτα σίγουρο.
Στις δύο αυτές ημέρες ο μάστορας άλλαξε, τελικά, το καπώ, αντικατέστησε τα σπασμένα φανάρια, ίσιωσε και έβαψε την πόρτα και έριξε και ένα σέρβις γενικό στη μηχανή. Η παρέα έρχοταν και έφευγε κατά το κέφι της, αλλά η Μάισα έμενε εκεί, στη θέση του οδηγού, ασάλευτη και βουβή.
Μόλις ολοκληρώθηκαν οι επισκευές, έστειλαν το αυτοκίνητο για πλύσιμο. Ο Λάμπρος και η Φιλιώ κάθισαν πάνω στην οροφή του αμαξιού, η μεν Φιλιώ ισιώνοντας τη φούστα της με τα πόδια στο πλάι, σε μία συντηρητική πόζα σεμνής ευπρέπειας, ο δε Λάμπρος σταυροπόδι και χαλαρός, καθώς οι στρογγυλές, αφρίζουσες  βούρτσες περνούσαν μέσα από τα αέρινα κορμιά τους. Για κάποιο λόγο το διασκέδαζαν.
Όταν βγήκε από το πλυντήριο, το αυτοκίνητο ήταν όπως πριν, λες και δεν είχε συμβεί ποτέ το ατύχημα.
"Αύριο θα το παραλάβουν" είπε ο Μάστορας, κλείνοντας την πόρτα του συνεργείου πίσω του.
Το επόμενο πρωί, άνοιξαν οι πόρτες και και μαζί με το φως του ήλιου μπήκε ο μάστορας με δύο ακόμα άτομα, τον Κώστα και τον αγοραστή. Τον ήξερε, ήταν ο Γιώργος. Από τη Λαμία ήταν ο Γιώργος; Κοίτα να δείς...
Ο μάστορας έδωσε στον Γιώργο τα κλειδιά και ο Κώστας του έδωσε κάτι χαρτιά, συμβόλαια ίσως. "Ευχαριστώ παιδιά" είπε ο Γιώργος και μπήκε στο αυτοκίνητο, αναπόφευκτα κάθοντας μέσα στη Μάισα, η οποία ούτε και τώρα κουνήθηκε από τη θέση της. Τα άλλα φαντάσματα έμειναν αποσβολωμένα καθώς η μορφή του Γιώργου σε συνδυασμό με τα μαύρα, νεγροειδή χαρακτηριστικά της Μάισας που μόνο εκείνοι μπορούσαν να δουν, έδιναν ένα εφέ σουρεαλιστικό, αλλόκοτο. Ο Γιώργος άφησε τα χαρτιά στο διπλανό κάθισμα και, αφού βολεύτηκε άπλωσε το χέρι να βάλει μπρος. Ταυτόχρονα, άπλωσε και η Μάισα το χέρι, μιμούμενη τις κινήσεις του: έκανε πως γύριζε κι εκείνη το κλειδί στη μίζα, πως έβαζε ταχύτητα και πάταγε το γκάζι, η σκιά της επικαλύπτοντας τα χέρια και τα πόδια του πραγματικού οδηγού.
Στο πίσω κάθισμα ο Νότης κάτι πήγε να πεί, αλλά ο Αλέκος του έκανε νόημα να σωπάσει. Ο Λάμπρος και η Φιλιώ από την οροφή έσκυψαν να δουν τί συμβαίνει και μόλις είδαν την παντομίμα της Μάισας, ανέβηκαν πάλι πάνω. "Θα πάρει πολύ χρόνο..." είπε κουνώντας το κεφάλι του ο Λάμπρος.
Ο Αλέκος, με έναν βαθύ αναστεναγμό, πήγε πίσω μαζί με τον Νότη, αφήνοντας τη Μάισα με την ψευδαίσθηση που της άρεσε.
Ο Γιώργος οδήγησε το αυτοκίνητο έξω από το συνεργείο. Γύρισε το κεφάλι του, το ίδιο έκανε και η Μάισα, για να χαιρετήσει τον Κώστα, βγάζοντας το χέρι του από το ανοιχτό παράθυρο, το ίδιο έκανε και η Μάισα.
"Γεια χαρά, παιδιά. Τα λέμε!" είπαν και δύο φωνές μαζί, η μία ζωντανή και η άλλη ξεψυχισμένη, παίρνοντας τη στροφή και βγαίνοντας στο δρόμο.
Ο Γιώργος έβαλε ραδιόφωνο και κατευθύνθηκε στην εθνική οδό, προς Λαμία. Η Μάισα συνέχισε να μιμείται τις κινήσεις του, πράγμα εύκολο σε αυτούς τους δρόμους. Έκανε πως πατούσε το φρένο ή πως άλλαζε ταχύτητες, πως έβγαζε φλάς ή κορνάριζε. Όταν βγήκαν από την Αθήνα, όμως, ήταν πιο δύσκολο να συγχρονιστεί μαζί του. Αυτός οδηγούσε εντελώς διαφορετικά, αλλιώς έπαιρνε τις στροφές κι αλλιώς έκανε τις προσπεράσεις. Βλαστημώντας, προσπαθώντας να τον ακολουθήσει, έπιασε τον εαυτό της να τρομάζει με κάποια προσπέραση που έκανε και με τα χέρια τεντωμένα γύρισε το τιμόνι πατώντας με όλη της τη δύναμη φρένο, ενώ ο Γιώργος έκανε την προσπέραση σφυρίζοντας χαλαρά.
"Ηλίθιε!!" ήταν το μόνο που ξεστόμισε μετά το σοκ αυτό, αν και, με τον τρόπο που το είπε, ακούστηκε σαν την πιο χυδαία βρισιά του λιμανιού.
"Ξέρεις" επεσήμανε ο Αλέκος από το πίσω κάθισμα, "είσαι ήδη πεθαμένη."
"Το ξέρω! Αλλά είναι ηλίθιος!" απάντησε εκείνη, με τα χέρια στο τιμόνι και τα μάτια στο δρόμο.
Όταν είδε ένα βενζινάδικο, ο Γιώργος σταμάτησε. Μόλις βγήκε απο΄τ αυτοκίνητο, Η Μάισα κατέβασε τα χέρια από το τιμόνι και ξεφύσηξε, σαν να είχε κουραστεί από το δρόμο. Σήκωσε τα πόδια πάνω στο κάθισμα και αγκάλιασε τα γόνατά της, περιμένοντας.
'"Ελα πίσω μαζί μας" είπε ο Νότης. "Είναι καλύτερα."
"Παντού είναι καλύτερα, αλλά τί σημασία έχει αφού δεν μπορώ να αγγίξω τίποτα εκτός από τον εαυτό μου;"



Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Μαύρο Φάντασμα

Στη θέση του οδηγού ο αέρας ανεπαίσθητα άλλαξε υφή και πήρε σχήμα. Ένα αέρινο σώμα μίας νεαρής μαύρης γυναίκας με τα μαλλιά πιασμένα σε μία χαριτωμένη φουντωτή μπάλα. Εμφανή νεγροειδή χαρακτηριστικά, αλλά παρόλα αυτά όμορφη ακόμα και με τα δυτικά πρότυπα. Τζήν και πόλο, κομψά ίσια παπούτσια, η τσάντα της όμως δεν ήταν στη θέση του συνοδηγού όπου την είχε αφήσει όταν έφυγε το πρωί για τη δουλειά. Κοιτάχτηκε, ψηλαφίστηκε, κοίταξε τριγύρω και δεν κατάλαβε ότι είναι φάντασμα παρά μόνο όταν στάθηκε αδύνατο να ανοίξει την ξεκλείδωτη πόρτα και μετά το χέρι της πέρασε μέσα από το τιμόνι όταν πήγε να βάλει μπρος.

Πειραματίστηκε για λίγο, ερευνώντας τις μεριές στις οποίες είχε πρόσβαση. Τελικά, όπως αποδείχτηκε, μπορούσε να πάει παντού στο αυτοκίνητο, ακόμα και μέσα στη μηχανή ή στο σωλήνα της εξάτμισης, αλλά δεν μπορούσε να βγεί έξω από αυτό.

Το αυτοκίνητο ήταν αδειασμένο από κάθε αντικείμενο. Γιατί; Μία ματιά έξω. Ήταν πάνω σε ράμπα, μέσα σε ένα συνεργείο. Το καπώ και τα φανάρια από την δεξιά μεριά ήταν τσαλακωμένα. Η δεξιά πόρτα ήταν και αυτή λίγο βουλιαγμένη. Πάνω στην ώρα, ήρθε ένας μάστορας, με κοιλιά και αξύριστος. Άνοιξε την πόρτα και κάθισε στη θέση του οδηγού, πάνω της, μέσα στον αέρα της, και έβαλε μπρος τη μηχανή, η οποία παραδόξως ανταποκρίθηκε. Μετά βγήκε, αφήνοντας την Μάισα στη θέση του οδηγού, να περνάει λυπημένα το χέρι της μέσα από τα κλειδιά, που κανονικά θα έπρεπε να κουδουνίσουν παιχνιδιάρικα.

Ο μάστορας άνοιξε το καπώ και κάτι ψαχούλεψε. Η Μάισα τότε χώθηκε μέσα στη μηχανή γαι να βλέπει. "Δεν έχει πειραχτεί τίποτα" είπε ο μάστορας. "Απορώ πως σκοτώθηκε η κοπελιά, με τόσο χαμηλή ταχύτητα, γιατί εδώ δε βλέπω τίποτα. Λίγο ίσιωμα στις λαμαρίνες και είναι μια χαρά." Σε ποιόν τα έλεγε; Κάποιος ήταν πίσω, αλλά από τη θέση που ήταν δε μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι, μιας και ήταν αδύνατον να βγεί από το αυτοκίνητο. Ξαναπήγε στη θέση του οδηγού και είδε τον άντρα της. Θεέ μου! Τα παιδιά! Ο Κώστας! Ξαφνικά όλη της η ζωή πέρασε μέσα από το μυαλό της. Θεέ μου! Τι θα γινόταν τώρα; Έπρεπε να βγεί από εκεί μέσα, τώρα! Χτύπησε τις πόρτες με όλη τη δύναμή της, φώναξε, αλλά δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν. Τρελάθηκε από ανησυχία, έπιανε το κεφάλι της και έκλαιγε. Έβαλε το χέρι μπροστά από το στόμα της και σκεφτόταν μόνο αυτό: τί θα γίνει τώρα; τα παιδιά, ο Κώστας! Βλαστήμησε ξανά και ξανά, έκλαψε πάλι. Ο μάστορας με τον Κώστα έφυγαν, συζητώντας διάφορα πρακτικά θέματα.

Τότε ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της. Έντρομη, σήκωσε τα μάτια και είχε έναν λεπτό πενηντάρη με κοστούμι, μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν και χαλαρωμένη γραβάτα.

"Ει!" του φώναξε με θυμό και πέταξε το χέρι του μακρυά.
Εκείνος χαμογέλασε καλωσυνάτα και μετά, υπομονετικά, της έκανε μία μικρή επίδειξη περνώντας μέσα από το κάθισμα και τον λεβιέ των ταχυτήτων για να της δείξε ότι ήταν στην ίδια κατάσταση με εκείνη.
"Είμαι ο Αλέκος" συστήθηκε. "Και δυστυχώς τα φαντάσματα δεν κάνουν σεξ." συνέχισε, παίζοντας τα φρύδια του πειραχτικά πάνω-κάτω. "οπότε, το μόνο που μας μένει είναι να σε βοηθήσω. Θες να ρωτήσεις τίποτα;"
"Τι να σε ρωτήσω; Τί ξέρεις;" είπε καχύποπτα.
"Ξέρω πως πέθανες, που είσαι και τί θα γίνει από εδώ και στο εξής. "
Η Μάισα μπερδεύτηκε. Δεν θυμόταν καθόλου πως είχε καταντήσει έτσι, παρόλο που την υπόλοιπη ζωή της τη θυμόταν μια χαρά.
"Πες" του είπε.
"Λοιπόν..."  ξεκίνησε, αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν στο παράθυρο άλλα δύο φαντάσματα. Και μετά ένα τρίτο.
"Α, καταρχάς να σου συστήσω τους φίλους μου. Από εδώ η Φιλιώ (μία νεαρή με παλιομοδίτικα ρούχα του 50), ο Λάμπρος (ένας έφηβος με ζελέ και σκισμένο τζήν) και ο Νότης (καθηγητής μαθηματικός, λιγνός και αχτένιστος)." Ο Νότης πέρασε μέσα από την πόρτα και κάθησε στο πίσω κάθισμα, άπλωσε το χέρι του ανάμεσα από τα μπροστινά και τη χαιρέτησε δια χειραψίας. "Χαίρω πολύ." είπε.
"Θα τα πούμε αργότερα, Νότη. Άσε να πω στην κοπέλα τί έγινε. Δεν βλέπεις; Έχει τρελαθεί από την αγωνία της." Όταν ο Νότης κάθησε στο πίσω κάθισμα, ο Αλέκος συνέχισε.
"Λοιπόν, δεν πέθανες από το ατύχημα, παρόλο που έτσι νομίζουν όλοι. Πέθανες από εγκεφαλικό, την ώρα που οδηγούσες. Ωστόσο, κατά το ατύχημα, χτύπησες το κεφάλι σου ακριβώς στο σημείο που ήταν το ανεύρυσμα και έτσι δεν φάνηκε ποτέ το τί ακριβώς συνέβη. Εκτός από εμένα, που ήμουν μέσα στο κεφάλι σου εκείνη την ώρα, κανείς άλλος δεν το ξέρει."
"Ήσουν μέσα στο κεφάλι μου;"
"Δεν είναι τόσο παράδοξο όσο ακούγεται. Ήμουν γιατρός και έχω αυτό το κουσούρι, να κοιτώ διάφορες περιπτώσεις. Εσύ φαινόσουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση και είναι πολύ κρίμα που πεθάναμε, γιατί αν σε είχα στο εργαστήριο όσο ζούσαμε θα σε είχα σώσει και θα είχα πάρει και ένα νόμπελ. Τι να κάνεις...Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα."
Η Φιλιώ τότε κουνώντας το κεφάλι της πειραχτικά, σχολίασε: "Άνθρωπέ μου, πες στην κοπέλα! Θα της πείς ή να της πω εγώ που δεν τα έχω χαμένα;"
"Α, ναι. Λοιπόν, η κατάσταση έχει ως εξής. Δεν μπορείς να βγείς από το αυτοκίνητο μέχρι να ελευθερωθείς."Η Μάισα, ξέσπασε σε γέλια.

"Αλήθεια, ε; Αυτό δεν το ήξερα. Τί μου λες;! Τώρα μας βοήθησες πολύ!"
"Όχι, κάτσε να σου εξηγήσω. Κοίτα τον Νότη. Αυτός μπορεί να πηγαίνει όπου θέλει, γιατί έχει ελευθερωθεί. Η Φιλιώ και ο Λάμπρος, δεν μπορούν να μπούν πουθενά μέχρι να ελευθερωθούν και αυτοί, γιατί πέθαναν σε εξωτερικό χώρο. Εγώ έχω ελευθερωθεί. Εσύ όχι, για αυτό θα μείνεις εκεί που είσαι μέχρι να ελευθερωθείς."
"Να ελευθερωθώ από τί;"
"Αυτό το μελετάω ακόμα. Είναι βέβαιο ότι ο καθένας ελευθερώνεται από διαφορετικό πράγμα, αλλά δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως ο μηχανισμός απελευθέρωσης."
"Κι εσύ; Πως ελευθερώθηκες εσύ;"
Ο Αλέκος κούνησε το κεφάλι του.
"Παραμένει μυστήριο. Απλά μία μέρα άπλωσα το χέρι μου και βγήκα από τον τοίχο του ιατρείου μου, όπου είχα πεθάνει. Απλά έγινε."
"Και τί θα γίνει; Είπες πως ξέρεις τί θα γίνει."
"Ας μην μονοπωλώ τη συζήτηση. Λάμπρο; Θα πείς;"
"Ναι. Βασικά, ο Κώστας θα πουλήσει το αυτοκίνητο σε ένα σούργελο που παριστάνει τον υπεύθυνο πωλήσεων για κάποια εταιρεία, δε θυμάμαι πως τη λένε. Αυτός ταξιδεύει πολύ και είναι από Λαμία, οπότε τα παιδιά και τον Κώστα δεν θα τους ξαναδείς ποτέ."
'Ε, όχι ακριβώς" παρενέβη ο Αλέκος, παρατηρώντας τον τρόμο στα μάτια της Μάισας. "Μέχρι να ελευθερωθείς"
"Ε, ναι, μωρέ, αυτό. Ο Κώστας δεν θα παντρευτεί ποτέ αλλά θα πάει με όλες τις φίλες σου και γενικά θα χαρεί τη ζωή του. Ήδη τον "ψήνει" η Ελεονώρα. Τα παιδιά θα είναι καλά, οπότε μην ανυσηχείς για αυτά."
Η Μάισα είχε μείνει αποσβολωμένη με το ένα χέρι πάνω από το στόμα της, σα να συγκρατούσε με κόπο μία κραυγή και το άλλο χέρι σφίγγοντας το στομάχι της, μία μπάλα άγχους και φόβου. Κοιτούσε στο άπειρο, με χίλιες σκέψεις να κονταροχτυπιούνται στο μυαλό της.
"Τί θα κάνω;" είπε άψυχα, σα φάντασμα.
"Βασικά, ό,τι θέλεις. Ότι, γουστάρεις!" είπε ο Λάμπρος.