Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέρασμα Περάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πέρασμα Περάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Πέρασμα Περάσματα (7 & τέλος)

Μέχρι που ένα πρωί, που έτυχε να έχουν απαρτία στο πρωινό, ο πατέρας πήρε το λόγο, σοβαρός.
"Εχτές, εσύ" είπε δείχνοντας τον Αντρέα, "γύρισες τα χαράματα. Και εσύ," συνέχισε δείχνοντας της Ειρήνη, "το ίδιο. Αυτό δεν θα ξαναγίνει. Είστε και οι δύο ελεύθεροι, έχετε ανάγκες, το καταλαβαίνω. Αλλά το χωριό ολόκληρο γελάει με αυτές τις ξεδιαντροπιές. Έχουμε γίνει ρεζίλι. Δε μπορώ να κυκλοφορήσω, με τα καμώματά σας. Για αυτό αποφάσισα να σας παντρέψουμε."
Ο Αντρέας άρχισε να διαμαρτύρεται, αλλά ο πατέρας τον έκοψε στη μέση.
"Άκου, Αντρέα, η αγάπη δεν ήρθε. Τί να κάνουμε τώρα; Να ξεφτιλίζεστε και οι δύο, είναι ωραίο; Αφού αυτή σε θέλει, πάρ'την και στήστε ένα σπιτικό, να ησυχάσουμε εμείς, να ησυχάσετε κι εσείς, να τελειώνουμε. Ή αυτό ή, αλλιώς, να φύγετε από το σπίτι, γιατί τέτοιες πομπές μέσα σε αυτό το σπίτι, δεν θα ανεχτώ άλλες."
Πάλι ο Αντρέας πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Ειρήνη τον έπιασε από το μπράτσο και σηκώθηκε όρθια.
"Έχεις δίκιο" του είπε. "από τότε που ήρθα, εσείς με βοηθάτε, με ταΐζετε, μου μάθατε να είμαι άνθρωπος, κι εγώ μόνο προβλήματα φέρνω. Ο Αντρέας δε φταίει σε τίποτα. Θα φύγω εγώ"
Κανείς δεν το περίμενε αυτό, ούτε ο πατέρας που φυσικά και  μπλόφαρε.
"Θα πάω στο δάσος. Έχει μία καλύβα που ήταν παλιά για το κυνήγι. Θα μείνω εκεί", συνέχισε η Ειρήνη.
Όλοι προσπάθησαν να της αλλάξουν γνώμη, της έλεγαν ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους, ανησυχούσαν πως θα βγάλει χειμώνα, αλλά εκείνη με μεγάλη ηρεμία τους καθησύχασε, λέγοντας ότι δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα περνούσε χειμώνα στο δάσος. Βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς το στάβλο. Ο παππούς είπε στον Αντρέα:
"Τρέχα!" το οποίο και έκανε. Την πρόλαβε και της είπε:
"Μή φύγεις. Κάτσε να προσπαθήσουμε."
"Να προσπαθήσουμε;!" έκανε έκπληκτη η Ειρήνη. "Τί να προσπαθήσουμε;"
"Να προσπαθήσουμε, βρε παιδί μου... Να δούμε πως θα πάει, μεταξύ μας."
Τον πλησίασε πολύ.
"Εγώ δεν χρειάζεται να προσπαθήσω. Γιατί ξέρω πως θα πάει. Αν εγώ και εσύ, βρεθούμε μαζί σε ένα δωμάτιο με κρεβάτι, ξέρω πολύ καλά τί θα γίνει", του είπε μιλώντας του ψιθυριστά από πολύ κοντά."Αλλά εσύ δεν ξέρεις και για αυτό, άντε γειά!" είπε και έφυγε, αφήνοντάς τον εμβρόντητο στη μέση της αυλής. Μέσα σε λίγη ώρα, είχε μαζέψει ελάχιστα πράγματα σε ένα σακίδιο, λίγα τρόφιμα που επέμειναν να της δώσουν και απλά έφυγε.
Της πήρε μιάμιση μέρα να φτάσει την παλιά καλύβα. Αμέσως άρχισε να επισκευάζει ό,τι μπορούσε και να μαζεύει εφόδια για τον χειμώνα που σε τρείς μήνες θα ερχόταν. Έστηνε παγίδες, έκοβε ξύλα, κάρφωνε σανίδες, πήγε σε κάποιο από τα άλλα χωριά και αντάλλαξε κυνήγι με προμήθειες, και μετά έμεινε μόνη, επιτέλους. Η μόνη φορά που έσπασε την απομόνωσή της ήταν για να προμηθευτεί μία βίβλο, για  όταν βαριέται.

Ήταν δύσκολος ο χειμώνας. Πείνασε και κρύωσε αρκετά. Δύο φορές αρρώστησε πολύ και δεν ήταν κανείς να την βοηθήσει. Της έλλειπαν. Για πρώτη φορά, έκλαψε. Μετά για να μη σκέφτεται, ασχολούνταν με την καλύβα. Ήθελε να αγοράσει μερικές κότες, κι έτσι βάλθηκε να φτιάξει ένα κοτέτσι. Της πέρασε από το μυαλό να φτιάξει και σκεπή για πάνω από την πόρτα. Να αγόραζε έναν καθρέφτη. Κι έτσι πέρασε ο καιρός.

Μία μέρα, αρχές Μάρτη, είχε αρχίσει να σουρουπώνει και είχε τελειώσει τις δουλειές της για την μέρα. Είχε πλυθεί και ετοιμαζόταν να φάει, όταν άκουσε θόρυβο, σαν άλογο, να πλησιάζει. Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Άνοιξε. Ήταν ο Αντρέας. Στην αρχή έμεινε να τον κοιτάει και μετά τον αγκάλιασε.
"Τί κάνεις εδώ;" του είπε.
"Ήρθα να δω τί κάνεις. Έφερα και αυτά" είπε, δείχνοντας μερικά πακέτα, δεμένα όλα μαζί. "Φαγητό από την Αγνή. Στο άλογο έχω και προμήθειες."
Ξεφορτώσανε το άλογο, έφεραν μέσα τα πράγματα και κάθισαν να φάνε. Αντάλλαξαν νέα. Εκείνος της είπε για την οικογένεια, για το χωριό και τη φάρμα. Εκείνη του είπε για την καλύβα και το δάσος.
"Έλα πίσω" της είπε κάποια στιγμή. "Κανείς δεν ήθελε να φύγεις. Θα πεθάνεις εδώ πάνω μόνη σου."
"Δεν θέλω"
"Εξαιτίας μου;"
"Δεν είναι μόνο αυτό... Η μάλλον, είναι μόνο αυτό. Εκτός από εσένα, δε μου αρέσει τίποτα άλλο εκεί πέρα. Όλοι είναι γκρινιάρηδες και τα πάντα απαγορεύονται. Εδώ μπορεί να είναι δύσκολα, αλλά κανείς δεν παίρνει αποφάσεις αντί για μένα. Είναι λες και έχουν συμφωνήσει όλοι μαζί να τη σπάνε ο ένας στον άλλον."
"Ανησυχούμε όλοι πάρα πολύ. Και μας λείπεις."
"Το  ξέρω. Κι εσείς μου λείπετε. Αλλά δεν μπορώ. Ίσως να είναι αδύνατον να γίνω κανονικός άνθρωπος. Ίσως να μείνω για πάντα άγρια στο δάσος" του είπε σκεφτική. "Περνάω καλύτερα εδώ."
Τον κοίταξε. Και συνέχισε.
"Παλιά, πριν έρθω σε εσάς, ήμουν πέρα από την πλαγιά, εκεί που είναι ο μεγάλος βράχος και μετά έχει ένα ίσωμα"
"Τόσο μακρυά; Και πως μας έκλεβες τα ταψιά;"
"χαχαχα. Σε ακολούθησα."
"Μα σε βρήκαμε στην παγίδα"
"Πριν από αυτό. Σε είχα δει να κοιμάσαι κάτω από ένα δέντρο, λίγο πιο πέρα από το μεγάλο βράχο. Είσαι το πρώτο πράγμα που θυμάμαι. Πριν από αυτό, το μόνο που θυμάμαι είναι δάσος, πολύ δάσος. Μόλις ξύπνησες σε ακολούθησα. Σε παρακολούθησα κάμποσο και είδα που μπήκες στο σπίτι της φάρμας. Μου πήρε αρκετό καιρό να μπώ κι εγώ μέσα γιατί φοβόμουν τους άλλους. Μετά μπήκα και σε είδα να τρώς και μόλις βγήκες, έφαγα κι εγώ. Αυτό ήταν το δεύτερο πράγμα που θυμάμαι. Σας παρακολούθησα πολύ καιρό. Ήξερα τα ονόματά σας πολύ πριν με πιάσετε."
Τότε του ήρθε μία ιδέα.
"Και τα φαγητά, πως τα έκλεβες; δε σε πιάσαμε ποτέ, δεν άφηνες ούτε μία πατημασιά. Πως το'κανες;"
"Πήγαινα στο δίπλα δωμάτιο"
"Τϊ!:"
"Ναι. Έπαιρνα το φαγητό, και πήγαινα στο δίπλα δωμάτιο, στην αποθήκη, μέχρι να φύγετε"
" αχαχαχα, σοβαρά!; Εμείς σε ψάχναμε στο δάσος κι εσύ έτρωγες με την ησυχία σου!"
"χαχαχα. Ναι. Έμπαινα στο σπίτι όποτε ήθελα, μετά. Και στο δωμάτιό σου. Τη νύχτα έκανα ότι ήθελα. καναδυό φορές κοιμήθηκα δίπλα σου"
"Τί λες τώρα!"
Ο Αντρέας δεν πίστευε αυτά που άκουγε. Η Ειρήνη συνέχισε.
"Για αυτό σου λέω, δεν μπορώ να γυρίσω. Τί να κάνω πίσω; Φαντάσου, ας πούμε. Εσύ για μένα είσαι σαν το αρνί στη σούβλα, το καλύτερο φαΐ. Εγώ για σένα είμαι το ψωμοτύρι που κάνεις όταν δεν έχεις τίποτα άλλο. Είναι άδικο. "
"Δεν είναι έτσι. Για αυτό ήρθα."
"Τι;"
"Σε σκεφτόμουν πολύ. Μου έλειψες. Δεν το ήξερα ότι θα μου λείψεις. Και κατάλαβα αυτό που είπες, ότι ξέρεις τί θα γίνει. Ότι δεν χρειάζεσαι να δοκιμάσεις... Ήταν απαίσια χωρίς εσένα. Μου έλειψες πολύ. Και μετά κατάλαβα ότι δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο. Σκέφτηκα ότι μόνο με εσένα μιλούσα. Ακόμα και πριν μάθεις να μιλάς, δεν μιλούσα με κανέναν. Τώρα ξέρω τι θα γίνει. Και χωρίς δοκιμή."
Η Ειρήνη κουνούσε αρνητικά το κεφάλι.
"Δεν γυρνάω πίσω, Αντρέα. Ο παππούς σε έστειλε;"
"Ήμουνα χάλια. Ήμουν τόσο χάλια που έκοψα το ποτό"
"χαχαχα"
"Με κατάλαβε ο παππούς και μου λέει΄άντε, πάνε να την βρείς, άμα είναι να πίνεις τσάι και λεμονάδα σαν τις κερίες, πάνε να την βρείς"
"χαχαχα. Αλήθεια;"
"Ναι, σου λέω! Ειρήνη, πάντως εγώ χωρίς εσένα δε γυρνάω πίσω."
"Τότε θα κάτσεις εδώ." του είπε για αστεία.
"Θα κάτσω εδώ, λοιπόν." είπε σοβαρά ο Αντρέας.
Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ειρήνη κοκκίνησε.
"Είχες πεί ότι ξέρεις τί θα γίνει άμα μείνουμε σε ένα δωμάτιο. Για έλα" της είπε και την έπιασε από το χέρι. "Δωμάτιο είναι κι αυτό."

Περάσανε μερικές εβδομάδες εντατικών ερωτικών αθλοπαιδιών. Τελικά η Ειρήνη πήγε πίσω, αλλά μόνο για λίγο, ώσπου να γίνει ο γάμος και μετά ξαναγύρισαν στην καλύβα. Ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει "άνθρωπος" όπως έλεγε και πάντα ένιωθε άβολα με τον κόσμο. Μερικές φορές επισκέπτονταν την οικογένεια ή πήγαινε στην πόλη για ψώνια και μόνο τότε φορούσε κανονικά ρούχα. Ο Αντρέας την αγάπησε πραγματικά και όταν τον ρωτούσαν έλεγε ότι όλες οι άλλες γυναίκες ήταν που έκαναν σαν ζώα. Συμμερίστηκε την αντιπάθειά της για τον πολύ κόσμο και έζησαν μόνοι στην καλύβα για πολλά χρόνια.

Παιδιά δεν έκαναν. Ο γιατρός είπε ότι η ζωή στο δάσος είχε τις συνέπειές της. Αβιταμίνωση, τραυματισμοί, μολύνσεις την είχαν καταστήσει στείρα.

Όταν πέθανε, σε προχωρημένη ηλικία, μερικούς μήνες μετά τον Αντρέα, άφησε κληρονομιά στο χωριό τη μόδα των παντελονιών και των κοντών μαλλιών.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

Πέρασμα Περάσματα (6)

Όταν γύρισε το βράδυ, όλοι είχαν τρελαθεί από ανησυχία.
"Που ήσουν!" ρώτησε η Αγνή. Η Ειρήνη με ένοχο ύφος έκανε με το δάχτυλο μία στροφή στον αέρα που σήμαινε "βόλτα".  Ο Αντρέας παρατήρησε ότι δεν έδειχνε χαρούμενη. Πήγε βουβά έξω. Ήθελε να της μιλήσει για να μάθει τί είχε γίνει, αλλά αντί για την Ειρήνη, μετά από λίγο, τον ακολούθησε ο παππούς. Ξεφυσώντας, του είπε.
"Απαπαπα! Τι θα την κάνουμε;! Αγρίμι σκέτο!"
"Εμ, τόσο καιρό στο δάσος..." απάντησε ο Αντρέας.
Ο παππούς ξανα-ξεφύσηξε.
"Πρέπει να την παντρέψουμε γρήγορα. Μου είπε ο Θύμιος ότι την είδε να τριγυρνάει με κάτι χαράμηδες"
"Ναι;"
"Να σου πω βρε, αγόρι μου. Γιατί δεν την παντρεύεσαι εσύ; Να νοικοκυρευτείς κι εσύ, να ησυχάσει κι αυτή..."
"Πατέρα, μην το συνεχίζεις"
"Γιατί;!"
"Δεν τη θέλω! Δεν θέλω να παντρευτώ! Σου παραπονέθηκα ποτέ για παντρειές; Πως σου'ρθε!; Να σου λυθεί το πρόβλημα εσένα και να το φορτωθώ εγώ; Ξέχνα το! Ξεχάστε το!"
"Καλά, ντε. Μην κάνεις έτσι. Μία σκέψη είπα."
"Κοίτα πατέρα, μίλησα με τον εργολάβο εχτές. Μου είπε χρειάζονται χέρια για τον καινούριο δρόμο που χτίζουν. Θα πάω."
"Τα κατάφερες! Μπράβο! Πόσα θα σου δίνει;"
"Πολλά. Θα ξεχρεώσουμε τον Κίτσο και θα περισσέψουν και για τις επισκευές στο σπίτι. Αλλά θα λείψω για κανα χρόνο"
Ο παππούς έγνεψε.
"Ωραία, ωραία." ενέκρινε και μετά πρόσθεσε "Θα τα βάψει μαύρα η αρρεβωνιάρα σου, χαχαχχα"
"Δεν είναι αρρεβωνιάρα μου!"
"χαχαχαχα, καλά ντέ, χαχαχα. Και πότε φεύγεις;"
"Σε μία βδομάδα."
"Ωραία."
"Να σου πω τώρα. Αυτή έχει συνηθίσει να ακούει μόνο εμένα. Θα έχετε πρόβλημα. Πήγαινε στον Παπανίκο και πες του να της μάθει γράμματα. Αφού δε μιλάει, να συνεννοείστε γράφοντας. Πηγαίνετέ την και στην εκκλησία, καιρός είναι. Δύο χρόνια την έχουμε, καταλαβαίνει τώρα. Να περνάει και η ώρα της, μήπως ησυχάσετε λιγάκι"
"Καλή ιδέα. Θα πω της μάνας σου." απάντησε ο παππούς.
Το άλλο πρωί, η Ειρήνη πήγε πάλι στο ποτάμι. Ήταν στεναχωρημένη. Προφανώς η χτεσινή δειγματοληψία δεν ήταν πετυχημένη. Ο Αντρέας την είδε και την ακολούθησε.
Τώρα, αν ήταν λίγο γρηγορότερος, τότε ίσως την προλάβαινε την ώρα που έβγαινε γυμνή από το νερό και στραφτάλιζε πάνω στο κορμί της το φως του ήλιου, αλλά δεν ήταν οπότε την πέτυχε την ώρα που καθόταν άτσαλα σε έναν βράχο, και έτριβε ανάμεσα από τα δάχτυλα του βρώμικου ποδιού για να το καθαρίσει, κόβοντας και τα νύχια παράλληλα. Κρυμμένος πίσω από τη βλάστηση, παρατήρησε ότι ενώ η θέα μίας γυμνής γυναίκας κανονικά θα  είχε άμεσα ερωτικά αποτελέσματα, τώρα τίποτα, κιχ. Εκείνη τη στιγμή, η Ειρήνη σηκώθηκε όρθια πάνω στο βράχο. Άπλωσε τα χέρια και πήρε μία βαθειά ανάσα. Ο Αντρέας κοιτούσε πίσω από τα δέντρα. Η Ειρήνη έκλεισε τα μάτια, ξαναπήρε άλλη μία βαθειά ανάσα και άφησε μία πορδή, γέλασε δυνατά και μετά κατευθείαν βούτηξε στο κρύο νερό. Ο Αντρέας παραλίγο να ξεσπάσει και αυτός σε γέλια, αλλά κρατήθηκε. Γύρισε κι έφυγε, χωρίς τελικά να της μιλήσει. Ευτυχώς που βρήκε αυτή τη δουλειά γιατί σίγουρα θα τον πάντρευαν με αυτό το θηλυκό ζώο. "Ο Θεός με γλίτωσε!" σκέφτηκε και εξαφανίστηκε.
Κι έτσι έφυγε.
Η Ειρήνη ήταν πιο ψύχραιμη από ό,τι περίμεναν. Τον πρώτο καιρό έκανε κάπως πιο άψυχα τις δουλειές της, αλλά σιγά-σιγά συνήθισε και ξαναβρήκε το ρυθμό της.
Πολλά συνέβησαν κατά τη διάρκεια της απουσίας του Αντρέα.
Πρώτον, όπως είχε συστήσει ο ίδιος, την είχαν στείλει στον Παπανίκο να της μάθει γράμματα και τη θρησκεία. Πράγματι, η Ειρήνη τα έμαθε σχετικά γρήγορα και μάλιστα δέχτηκε με χαρά τη δουλειά που της προσέφερε, να καθαρίζει την εκκλησία και να βοηθάει στο κατηχητικό. Η οικογένεια δέχτηκε με ευγνωμοσύνη αυτή τη θέση, μη γνωρίζοντας ότι η Ειρήνη είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με τον σεβάσμιο ιερέα. Ήταν ο καθαρότερος διαθέσιμος και, όντας παντρεμένος, θα κρατούσε μυστικές και τις ατασθαλίες τους. Δεν ήταν και πολύ του γούστου της, ούτε κανένας τρομερός εραστής, αλλά η Ειρήνη μαθήτευσε κοντά του για μερικούς μήνες και μετά βαρέθηκε και διέκοψε τη σχέση, προς απογοήτευση του Παπανίκου. Ωστόσο, συνέχισε να δουλεύει στην εκκλησία, μίας και αυτό της έδινε την ευκαιρία να φεύγει από το σπίτι.
Μετά τον Παπανίκο, η Ειρήνη συνέχισε την αναζήτηση μη βρωμερού συντρόφου στα διπλανά χωριά. Ώσπου να επιστρέψει ο Αντρέας, είχε αλλάξει δυο-τρείς συντρόφους και είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση που φαινόταν στο βλέμμα και τις κινήσεις της.
Επίσης, την είχαν μυήσει στο κυνήγι, όταν μία μέρα, μέσα στη βαρεμάρα της, άρχισε να ρίχνει στον μικρό, τον Χάρη, κουκούτσια από κεράσια στο κεφάλι, για πλάκα. Το παιδί έτρεχε γελώντας κι εκείνη, καθισμένη στην βεράντα, του πέταγε στην αρχή τα κερασοκούκουτσα και μετά ολόκληρα τα κεράσια χωρίς να κουνηθεί από την καρέκλα της. Στην αρχή όλοι γελούσαν, αλλά μετά οι άντρες παρατήρησαν ότι δεν αστόχησε ούτε μία φορά, ακόμα κι όταν ο Χάρης έτρεχε ζιγκζαγκ αρκετά μέτρα παραπέρα. Την άλλη μέρα, της έδωσαν παντελόνια να φορέσει και την πήραν μαζί τους στο κυνήγι, το οποίο στέφθηκε με τόση επιτυχία, που από τότε δεν έφευγαν από το σπίτι χωρίς αυτήν. Εκείνη το χαιρόταν, όχι μόνο γιατί έφευγε από το σπίτι και τις αγγαρείες, όχι μόνο γλίτωνε από τα καταπιεστικά γυναικεία ρούχα, αλλά ήταν και μία δραστηριότητα που δεν απαιτούσε πολλά λόγια. Μερικά νοήματα και σφυρίγματα ήταν αρκετά. Ήταν στο στοιχείο της.
Και ήταν παράδοξο το γεγονός ότι, ενώ τις άλλες γυναίκες ούτε που θα διανοούνταν ποτέ να τις συμπεριλάβουν στις δραστηριότητές τους, η Ειρήνη ταίριαξε αβίαστα στην παρέα τους, ακόμα και όταν έλεγαν τα χοντροκομμένα αστεία τους ή συζητούσαν πράγματα που κανονικά θα απέφευγαν μπροστά στις άλλες γυναίκες.
Το πιο σπουδαίο ήταν, όμως, ότι άρχισε να μιλάει.
Η πρώτη φορά που μίλησε, μετά τον Αντρέα φυσικά, ήταν στο κυνήγι. Την είχαν ρωτήσει αν πεινούσε και απάντησε με ένα "Ναι". Οι άντρες χάρηκαν πάρα πολύ. Γελούσαν, της έλεγαν μπράβο και την χτυπούσαν επαινετικά στον ώμο. Της έσφιξαν το χέρι και την κέρασαν τσίπουρο, το οποίο για πρώτη φορά ήπιε.
Πολλά άλλα συνέβησαν, όπως όταν κόντεψε να πνίξει την Όλγα στο ποτάμι, προσπαθώντας να της μάθει να κολυμπάει ή όταν αποφάσισε να κόψει τα μαλλιά της. Της είχε πάρει σχεδόν τρία χρόνια να τα μακρύνει, αλλά δεν την βόλευαν καθόλου. Μπερδεύονταν, πονούσαν στο χτένισμα, αργούσαν να στεγνώσουν μετά το πλύσιμο, κρυολογούσε και της έμπαιναν στα μάτια. Πήρε μία ψαλίδα, μία μέρα, και έκοψε την κοτσίδα της στη βάση του σβέρκου και την πούλησε στον κομμωτή να την κάνει περούκα, προς φρίκη και αγανάκτηση των υπόλοιπων της οικογενείας.
Και έτσι πέρασε ένα χρόνος, μέχρι που ήρθε ένα γράμμα από τον Αντρέα, με την είδηση ότι θα έρχονταν σε μερικές εβδομάδες.
Μόλις γύρισαν από κυνήγι και τον βρήκαν στην κουζίνα, να κάθεται περιτριγυρισμένος από τα παιδιά και τις υπόλοιπες γυναίκες, οι οποίες έστρωναν τραπέζι.
Η Ειρήνη, με τα παντελόνια της, τον χαιρέτησε μία μεγάλη αγκαλιά και πλατύ χαμόγελο.
"Καλωσόρισες! Μας έλειψες πολύ." είπε και ο Αντρέας έμεινε κόκκαλο.
"Βρε! πως έγινε αυτό!; Μπράβο βρε!"
Όταν έφαγαν, τους μοίρασε τα δώρα τους και κόντευαν να αδειάσουν τα ποτήρια τους, κάποια στιγμή που η Ειρήνη πήγε προς νερού της, συζήτησαν για αυτή.
"Πως σου φαίνεται η Ειρήνη;" ρώτησε ο Γιώργος.
"Μια χαρά. Πάχυνε, γέμισε. Ήταν πετσί και κόκκαλα. Και μιλάει κιόλας. Άλλαξε πολύ. Άλλος άνθρωπος! Μια χαρά!"
"Εγώ περίμενα να πετάξει από τη χαρά της" είπε ο Γιώργος.
"Ναι. Πολύ ψύχραιμη την είδα" συμφώνησε και ο Αντρέας, που περίμενε σκηνές και δάκρυα.
"χαχαχαχαχα" χασκογέλασε ο πατέρας.
"Τί;" απόρησε ο Αντρέας, ενώ και οι άλλοι κοιτιόνταν με νόημα.
"Νομίζω ότι μια χαρά σε ξεπέρασε. Μπορείς να είσαι ήσυχος" είπε ο παππούς και του εξιστόρησε μερικά από τα καμώματά της που ήξερε, γιατί υπήρχαν κι άλλα που δεν ήξερε. "Τουλάχιστον δεν γκαστρώθηκε" κατέληξε ο παππούς.
Στο διάστημα που ακολούθησε, η Ειρήνη δεν έδωσε καμμία σημασία στον Αντρέα ή, τουλάχιστον όχι περισσότερη από όση έδινε και στους υπόλοιπους. Αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που έπρεπε να συνηθίσει ο Αντρέας. Αυτό, καθώς και το γεγονός ότι πλέον μιλούσε. Χρειάστηκε να κάνει συνειδητή προσπάθεια να μην απαντάει στην Όλγα ή την Αγνή όταν του μιλούσε και του πήρε πολύ καιρό να συνηθίσει τη φωνή της, τα κοντά, πλέον, μαλλιά της και τα παντελόνια της. ην ελευθερία της.
Μία μέρα την παρατηρούσε την ώρα που εκείνη καθάριζε φασολάκια κουβεντιάζοντας με την Αγνή στη βεράντα.
"Σκασιλάρα της μεγάλη" του είπε ο πατέρας, που δούλευε δίπλα του.
"Τι;" έκανε αφηρημένα ο Αντρέας.
"Για εσένα. Σκασιλάρα της μεγάλη"
"Ναι..." είπε. Κι από μέσα του σκέφτηκε ότι τζάμπα ανησυχούσε, τελικά. Και συνέχισε τη δουλειά του σφυρίζοντας.

Και πέρασαν άλλοι τρείς μήνες μέσα στην αδιαφορία.


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Πέρασμα Περάσματα (5)

Οι γυναίκες έβαλαν την Ειρήνη στη μέση για να της εξηγήσουν τα περί ερωτικών ζητημάτων, ωστόσο η αμορφωσιά και η σεμνοτυφία τις έκανε να μιλάνε μπερδεμένα. Ανέφεραν πολλές προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, για τις οποίες η ίδια ήξερε ότι είναι μπαρούφες μιας και, έχοντας δει τα ζώα να ζευγαρώνουν, καθώς και ορισμένους ανθρώπους, ήταν φανερό ότι αυτές οι περιορισμένες γυναίκες έλεγαν ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι. Ακόμα πιο δύσκολο ήταν το γεγονός ότι η ίδια αρνούνταν να μιλήσει, πράγμα που σήμαινε ότι δεν μπορούσε να ρωτήσει αυτά που διακαώς ήθελε να μάθει. Έτσι, στην αρχή τις κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει και μόλις κατάλαβε ότι άρχισαν τις σαχλαμάρες και τις ασάφειες και τα μασήματα των λόγων, σηκώθηκε, σήκωσε τα φουστάνια της και πλησίασε το παράθυρο.
"Επ! Τί πας να κάνεις;!"
Μάταια φώναζαν. Σε ένα δευτερόλεπτο είχε βγεί από το παράθυρο και πήγε στο δάσος.
Πήγε στο ποτάμι, μετά το γύρισμα. Έβγαλε τα ρούχα της και κολύμπησε. Πιάστηκε από ένα πεσμένο κούτσουρο και όσο το νερό κυλούσε πάνω της, σκεφτόταν. Να πάνε στο διάολο. Όλα απαγορεύονται... Το μόνο καλό είναι το φαί... Και ο Αντρέας... Αλλά δε με θέλει... Θα βρώ άλλον. .. Αλλά δε με αφήνουν. Γιατί, γιατί, τόση βλακεία! Θα γυρίσω στο δάσος να κάνω ότι γουστάρω... Δεν έχει άντρες το δάσος.
Έκανε μία γκριμάτσα αγανάκτησης.
Βούτηξε άλλη μία φορά και μετά βγήκε και ντύθηκε, βλαστημώντας. Μισούσε τα ρούχα γιατί τη δυσκόλευαν. Πήγε μέχρι το σπίτι, αλλά δεν μπήκε μέσα. Αντί για αυτό, πήγε πίσω από το στάβλο, όπου τέτοια ώρα θα ήταν μέσα ο Αντρέας όπως συνήθως. Άνοιξε το πίσω πορτάκι και αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν μόνος τον κάλεσε.
"Πσσστ!"
"Τί; Τί θες;"
"Μιλήσουμε. Έλα"
Αυτός τακτοποίησε κάποια πράγματα σκούπισε τα χέρια του και την ακολούθησε στο δάσος.
Μόλις έφτασαν αρκετά μακρυά ώστε να μην τους ακούσει κανείς, σταμάτησαν.
"Να ρωτήσω." του είπε. "Δε με αγαπάς; εντάξει. Αν φιλήσω κάποιον, εσύ τι θες;" Παρά τα σπασμένα της λόγια, την κατάλαβε.
"Δεν στα εξηγήσανε οι γυναίκες;" δυσανασχέτησε ο Αντρέας.
"Βλακείες!"
"Τί σου είπανε δηλαδή;"
"Βότανα, χορτάρια, γάμος, προξενειό.." έφτυσε τις λέξεις η Ειρήνη, λες και ήταν σκουληκιασμένα κεράσια. Ο Αντρέας αναστέναξε. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, η βλακεία των γυναικών.
"Κάτσε κάτω" της είπε, και της εξήγησε ό,τι ήξερε για την αναπαραγωγή των ανθρώπων. Παρόλο που ντρεπόταν να μιλάει σε γυναίκα για τέτοια θέματα, η παντελής έλλειψη ενοχής ή συστολής της Ειρήνης τον βοήθησε να το ξεπεράσει. Αυτή την άκουγε με ανοιχτό το στόμα. Τον ρωτούσε πράγματα που μόνο ένας έμπειρος άντρας μπορούσε να απαντήσει. Καμμία σχέση με αυτά που της είχαν πεί οι γυναίκες.
"Εσύ φιλάς ένα κορίτσι, άλλο κορίτσι... Εγώ;"
"Κοίτα, δεν είναι το ίδιο. Μπορεί να μείνεις έγκυος. Να κάνεις μωρό"
"Ε, και;"
"Ένα παιδί πρέπει να έχει πατέρα!"
"Γιατί;"
"Για να το προσέχει!"
"Θα τα προσέχω εγώ και η Αγνή, κι ο πατέρας,..." είπε απλά η Ειρήνη.
Ο Αντρέας δεν είχε τη μόρφωση ούτε την καλλιέργεια να της εξηγήσει την προαιώνια μάχη των φύλων με όλες τις κοινωνικές, οικονομικές και ψυχολογικές της προεκτάσεις.
"Δεν είναι τόσο απλό.... Είναι και οι αρρώστιες."
"Τί αρρώστιες;"
"Ε.... Μερικές φορές, επειδή εκεί κάτω δεν είναι και πολύ καθαρά, μερικές φορές παθαίνεις αρρώστιες... και άμα κοιμηθείς με κάποιον μπορεί να κολλήσεις ή να τις κολλήσεις στον άλλον."
"Εσύ έχεις πάθει;"
"Ναι, μία φορά"
"Τί;"
"Πονούσα πολύ και για κάμποσο καιρό δεν μπορούσα να κατουρήσω. Απαίσια ήταν. Είχα και πυρετό..."
Η Ειρήνη είχε ύφος σα να μην είχε ακούσει και τίποτα το συνταρρακτικό. Εντάξει, μπορούσε να αντέξει μερικές μέρες χωρίς κατούρημα...Ο Αντρέας την κατάλαβε, και συνέχισε.
"Για τις γυναίκες είναι αλλιώς. Αν αρρωστήσει μία γυναίκα, τότε μπορεί να χάσει το παιδί ή να πεθάνει και η ίδια. Η Μαρία του Αλέκου που είχε αρρωστήσει έβγαλε ανάπηρο παιδί."
"Άδικο!" είπε στο τέλος η Ειρήνη.
"Άδικο-ξεάδικο, έτσι είναι."
"Θα είμαι μόνη μου για πάντα;" ήταν έτοιμη ή να εκραγεί ή να κλάψει.
"Δεν το ξέρεις αυτό. Υπάρχουν πολλά καλά παιδιά που σε θέλουν."
"Βρωμάνε!"
"Άλλος ένας λόγος που πρέπει να είσαι πολύ προσεκτική!"
Την είδε να λυγίζει και τη λυπήθηκε. Άλλαξε κουβέντα.
"Γιατί δεν μιλάς στους άλλους;"
"Όχι έτοιμη"
"Ε, δεν πειράζει, δεν θα σε κοροϊδέψουν. Θα χαρούν πάρα πολύ αν ακούσουν ότι μπορείς να μιλάς"
"Όχι!" έκανε γνέφοντας έντονα με τα χέρια. Δεν εννοούσε αυτό. "Εγώ!" Έδειξε με το δάχτυλο το μέτωπό της. "Όχι έτοιμη!"
Αυτός έγνεψε καταφατικά. Καταλάβαινε.
"Εντάξει" της είπε. Σηκώθηκε. "Λοιπόν, πάω πίσω. Εσύ τι θα κάνεις;"
"Νιοχώρι" του απάντησε.
"Τί να κάνεις εκεί;" απόρησε ο Αντρέας.
"Δοκιμάσω άντρες"
"Τι!"
"Μόνο φιλί" του εξήγησε μόλις τον είδε να θυμώνει
"Τώρα δε στα εξήγησα; Δεν άκουγες;!"
Η Ειρήνη σηκώθηκε. Στάθηκε μπροστά του.
"Φιλί εσύ;"
"Όχι!"
"Εσύ κορίτσι πίσω από δέντρο," του είπε δείχνοντάς τον με το δάχτυλο και μετά τον εαυτό της, " εγώ Νιοχώρι"
'Έλα μαζί μου" της είπε. "Για λίγο. Να σου εξηγήσω"
Στο δρόμο της επιστροφής, ο Αντρέας προσπαθούσε να της αλλάξει γνώμη, χωρίς επιτυχία.
"Δεν είναι μόνο για τις γυναίκες δύσκολα, αν θες να ξέρεις. Γιατί αν οι γυναίκες δεν κοιμούνται με τους άντρες, τότε οι άντρες με ποιόν θα κοιμηθούν; Για αυτό αναγκάζονται και πάνε με γυναίκες που δεν είναι.... δεν είναι σωστές, ας πούμε. Μερικοί, άμα είναι και μεθυσμένοι, κάνουν μεγάλες χαζομάρες! Εγώ με εκείνο το κορίτσι, πίσω από το δέντρο; Είχα πάνω από χρόνο να το κάνω. Είναι πολλή η μοναξιά.... Και δεν ήταν καλό κορίτσι..."
Έφτασαν. Μπήκαν στο στάβλο από το πίσω πορτάκι. Ο Αντρέας πήρε τα εργαλεία του να συνεχίσει τη δουλειά του ενώ η Ειρήνη ανέβηκε στο άλογο.
"Θα πας Νιοχώρι τελικά;"
"Ναι" είπε και έφυγε γρήγορα με το άλογο.
"Να προσέχεις πολύ."
Την κοιτούσε που έφευγε σκεφτικός. Αυτό το αγρίμι ήταν πιο συνειδητοποιημένο από τις κατίνες του χωριού. Αυτό και μόνο αρκούσε να βρεί τον μπελά της.


Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

Πέρασμα Περάσματα (4)

(Η ως τώρα ιστορία εδώ)

Για το επόμενο διάστημα η Ειρήνη ακολουθούσε παντού τον Αντρέα, παρακολουθώντας τον ακόμα πιο στενά από ότι πριν. Όλοι τον δούλευαν για αυτό. Του έλεγαν ότι βρήκε την τέλεια σύζυγο, μιας και δεν μιλούσε, ότι μόνο μία ημιάγρια μπορούσε να τον ανεχτεί και άλλα πιο ακατάλληλα.

Την επόμενη φορά που ήταν να πάει για προμήθειες, μερικούς μήνες μετά, η Ειρήνη ήταν πολύ πιο ήμερη και είχε μάθει αρκετά πράγματα. Καταλάβαινε πολύ καλύτερα ό,τι της έλεγαν. Ωστόσο, μόλις της είπαν ότι ο Αντρέας θα πήγαινε στην πόλη, κοντοστάθηκε για μία στιγμή, πήγε στο δωμάτιό της και βγήκε με το παλτό της. Ανέβηκε στην καρότσα στη θέση του συνοδηγού και κοιτούσε μπροστά, έτοιμη να φύγει.
"Να την πάρω μαζί μου, λες;" ρώτησε τον Γιώργο ο Αντρέας.
"Πάρ'την. Να δούμε τί θα γίνει"
Έτσι και έγινε. Ανησυχώντας για το πως θα αντιδρούσε, ξεκίνησε για την πόλη. Στο δρόμο της εξηγούσε τί θα έβλεπε, προσπαθώντας να την προετοιμάσει. Εκείνη τον κοιτούσε με το άδειο βλέμμα που πάντα έπαιρνε όταν δεν καταλάβαινε.
"Θα κάνεις ό,τι σου λέω! Εντάξει;" της είπε τελικά κι εκείνη έγνεψε βουβά.
Όταν έφτασαν, η Ειρήνη έμεινε ακόμα πιο άφωνη μπροστά σε αυτό που της φαινόταν σαν ένα χάος από ανθρώπους. Ήταν ημέρα παζαριού. Την κέρασε γλυκά και λεμονάδα, την έβαλε να κουβαλήσει κάποια από τα πακέτα στην καρότσα, την πήγε σε όλα τα μαγαζιά. Την σύστησε στους συνεργάτες του. Μερικούς από αυτούς τους μύρισε με περιέργεια ή με σιχασιά, πράγμα που προξένησε γέλια.
Όταν επέστρεψαν η Ειρήνη ήταν πανευτυχής και εξαντλημένη. Έδειξε σε όλους το καινούριο ζευγάρι μπότες που της είχε αγοράσει.
"Σε μία εβδομάδα είναι και το πανηγύρι στο Πέρα Χωριό" είπε η Αγνή. "Λες να την πάμε κι εκεί; Άμα δεί ανθρώπους μπορεί να της έρθει να μιλήσει."
Αυτό έλυνε και το πρόβλημα του ποιός θα έμενε σπίτι μαζί της να την προσέχει, οπότε όλοι συμφώνησαν.
Την επόμενη εβδομάδα, της έδωσαν να φορέσει ένα όμορφο φόρεμα, της χτένισαν τα μαλλιά και της έβαλαν κολώνια και κοκκινάδι. Κοιτώντας το τελικό αποτέλεσμα, για μία ακόμα φορά συμφώνησαν ότι πλέον δεν φαινόταν τίποτα από την προηγούμενη ζωή της στο δάσος.
Ανέβηκαν στα κάρα και έφυγαν.
Κατά το σούρουπο έφτασαν στο πέρα χωριό.
Στην αρχή την είχαν πάντα δίπλα τους οι γυναίκες, χωρίς να την αφήνουν να πάει πουθενά χωρίς να της εξηγήσουν τί απαγορεύονταν. Την σύστησαν σε όλους τους φίλους και γνωστούς. Όσο περνούσε η ώρα, την εμπιστεύτηκαν όλο και περισσότερο. Στην αρχή την πίεσαν να χορέψει, μετά όμως της άρεσε τόσο πολύ που πήγαινε και τραβολογούσε όποιον ήθελε για να χορέψει. Της εξήγησαν και για αυτό πως γίνεται. Στάθηκε κάμποση ώρα μπροστά στην ορχήστρα θαυμάζοντας το πως έβγαινε η μουσική. Αρνήθηκε να πιεί αλκοόλ που της φάνηκε απαίσιο. Κάποια στιγμή την έχασαν. Τριγύρισαν όλη την πλατεία ψάχνοντάς την, την φώναζαν, αλλά δεν την βρήκαν. Είχε πάει για κατούρημα πίσω από έναν τοίχο κάποιας αυλής. Όταν άκουσε να την φωνάζουν, κοίταξε τριγύρω αλλά δεν τους έβλεπε μέσα στη πολυκοσμία. Σήκωσε τότε το φουστάνι της και σκαρφάλωσε σε μία ξύλινη κολώνα για να δεί καλύτερα. Τους είδε. Την είδαν.
"Βρε! Κατέβα! Φαίνονται τα βρακιά σου!" είπε μισογελώντας-μισοντροπιασμένη η Όλγα.
Κάποια στιγμή φάνηκε ανήσυχη. Κοίταξε τριγύρω. Οσμίστηκε τον αέρα κι έκανε μερικά βήματα προς την άκρη της πλατείας. Η Αγνή πήγε να την ακολουθήσει, αλλά η Όλγα την κράτησε από το μπράτσο.
"Άσ'την. Δεν θα χαθεί."
Η Ειρήνη μόλις είχε παρατηρήσει ότι ο Αντρέας είχε εξαφανιστεί πίσω από κάτι δέντρα μαζί με μία κοπέλα. Πήγε να δεί τί γινόταν. Ενστικτωδώς, πλησίασε χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο και τον είδε να φιλιέται με την κοπέλα. Τους παρακολούθησε για αρκετή ώρα, μέχρι που τελείωσαν αυτό που έκαναν και έφυγε την ώρα που ντύνονταν. Ξαναμπήκε στο πανηγύρι που μαίνονταν πια με όλα του τα ντεσιμπέλ μέσα στις αναθυμιάσεις του τσίπουρου και του κρασιού. Ήταν πολύ προβληματισμένη. Είχε πάλι το άδειο βλέμμα, σαν ενυδρείο χωρίς ψάρια. Κοίταξε τα ζευγάρια που χόρευαν. Κοίταξε τον πατέρα με τη μητέρα, που εκείνη την ώρα κάθονταν δίπλα-δίπλα κουτσομπολεύοντας εύθυμα ποιός-ξέρει-ποιόν, με την χαρακτηριστική άνεση των παλιών ζευγαριών. Κοίταξε μία αντροπαρέα που τσούγκριζαν το πολλοστό τους ποτό.
Τους πλησίασε. Την κοίταξαν απορημένοι ενώ εκείνη τους επεξεργαζόταν.
"Τί θες;" είπε ένας τους. Της πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί το οποίο εκείνη έκανε πέρα.
Τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε απαλά. Χασκογελώντας αμήχανα ο πιωμένος άντρας, την ακολούθησε.
Τον πήγε εκεί που ήταν νωρίτερα ο Αντρέας με την κοπέλα. Τον άρπαξε από το κεφάλι και άγγιξε στα χείλη με τα δικά της, δοκιμαστικά, άτσαλα.
"Χαχαχα, έκανε πονηρά ο άντρας. "Περίμενε να σου δείξω" της είπε και τη φίλησε κανονικά. "Σου αρέσει;"
Η Ειρήνη έγνεψε καταφατικά.

Την ίδια στιγμή όλοι είχαν ξεχάσει την Ειρήνη. Ο πατέρας με τη μητέρα συζητούσαν τα δικά τους, τα παιδιά έπαιζαν με κάτι φίλους τους, ο παππούς συζητούσε πολιτικά με άλλους γέρους και ο Αντρέας πήγε στην παρέα του να συνεχίσει το ποτό του. Η Όλγα γέμιζε πιατέλες με μεζέδες και τις καράφες με ποτά.

Η Ειρήνη, αφού φίλησε για πολλή ώρα τον άντρα που είχε παρασύρει, τον βαρέθηκε και τον σταμάτησε πριν προχωρήσει παρακάτω. Σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού. Εκείνος διαμαρτυρήθηκε αλλά ήταν πολύ πιωμένος για να κάνει οτιδήποτε άλλο. Η Ειρήνη πήγε σε μία άλλη παρέα και διάλεξε έναν άλλον και τον παρέσυρε σε άλλη μεριά. Είχε ήδη δοκιμάσει πεντέξι με τον ίδιο τρόπο όταν κάποιος το ανέφερε γελώντας σε κάποιον άλλον και το πήρε το αυτί του Αντρέα.
Αμέσως, σηκώθηκε και πήγε εκεί που του υπέδειξαν οι άλλοι και την βρήκε να φιλιέται με έναν άγνωστο.
"Σήκω πάνω! είπε, χωρίς να είναι σαφές αν απευθύνονταν στην Ειρήνη ή στον άντρα. Ο άντρας έφυγε και ο Αντρέας έπιασε από το μπράτσο την Ειρήνη. Την έσυρε μέσα στο πανηγύρι και την κάθισε σε μία καρέκλα.
"Είναι πολύ επικίνδυνο αυτό που κάνεις. Δεν πρέπει να το ξανακάνεις! Δεν μπορείς να φιλάς όποιον βρείς μπροστά σου! Θα πάθεις τίποτα!" της φώναζε, ολοφάνερα θυμωμένος. Πήγε να της εξηγήσει τι ακριβώς θα πάθαινε αν το ξαναέκανε αυτό, αλλά σταμάτησε πριν καν ξεκινήσει. Βλαστήμησε. "Μόλις γυρίσουμε σπίτι, αύριο κιόλας, θα πω στην Αγνή και στην Όλγα να σου πουν δυο-τρία πράγματα." Η Ειρήνη έσκυψε μπροστά για να τον φιλήσει, αλλά εκείνος την σταμάτησε. "Φιλάμε μόνο αυτούς που αγαπάμε" της είπε. Εκείνη ξαναέσκυψε μπροστά για να τον φιλήσει, κι αυτός πάλι την σταμάτησε. Την κοίταξε με περιέργεια. "Δεν σε αγαπάω" της είπε.
Εκείνη έσφιξε τα χείλη.
"Είσαι μεγάλος μαλάκας" του απάντησε με θυμό και σηκώθηκε.
Την έπιασε από τα μπράτσα.
"Ε, μιλάς; Μιλάς! Γιατί το έκρυβες;"
Τον κοίταξε βουβά, με μεγάλο εκνευρισμό. Αυτός μπορούσε να κάνει ότι θέλει αλλά για εκείνη απαγορεύονταν; Δεν του είπε τίποτα. Αυτός συνέχισε να την ρωτάει με περιέργεια και χαρά.
"Από πότε μιλάς; Αυτό είναι πολύ καλό!"
Η Ειρήνη τράβηξε το μπράτσο της από το κράτημά του και όλο νεύρα διέσχισε την πλατεία. Κάθισε δίπλα στην Αγνή και τον κοιτούσε με τόσο θυμό που θα έλεγε κανείς ότι έβγαζε φλόγες. Αυτό του φάνηκε αστείο και γέλασε. Εκείνη νευρίασε ακόμα περισσότερο και γύρισε το μούτρο της αλλού, βουβά όπως πάντα.
"Βρε, τί πάθαμε!" μονολόγησε ο Αντρέας.
Το άλλο πρωί, όταν τελικά ξύπνησαν ζαλισμένοι, ο Αντρέας εξιστόρησε τα καμώματα της Ειρήνης, ζητώντας από τις γυναίκες να την ενημερώσουν στα ερωτικά ζητήματα πριν γίνει "καμμία χοντράδα". Παρέλειψε, ωστόσο, να τους πεί για το γεγονός ότι η Ειρήνη μιλούσε.

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Πέρασμα Περάσματα (3)

Το βράδυ η Ειρήνη κοιμήθηκε στο παλιό δωμάτιο του παππού στο παλιό κρεβάτι του παππού χωρίς να προσπαθήσει να το σκάσει, όπως είχαν ανησυχήσει αρχικά, και μάλιστα δεν είχε κανένα πρόβλημα να σκεπαστεί και να χρησιμοποιήσει μαξιλάρι.

Το άλλο πρωί, μετά από συζήτηση μεταξύ τους, συμφώνησαν να της μάθουν κάποια βασικά πράγματα ώστε να προσαρμοστεί στην αγροτική ζωή τους. Την εκπαίδευσή της θα την αναλάμβανε ο Μάρκος, που είχε εκπαιδεύσει και τα σκυλιά. Αφού είχε ανταποκριθεί σα σκυλάκι, ίσως μέχρι να μάθει κάποια πράγματα να έπρεπε να περάσει από κάποια στάδια, όπως το να καταλαβαίνει τί έλεγαν, κάτι που τα σκυλιά μπορούσαν να κάνουν αλλά αυτή μάλλον όχι.

Τους φάνηκε λογικό, και έτσι αποφάσισαν να το κάνουν.

Πάνω που το είχαν αποφασίσει, εμφανίστηκε η "Ειρήνη" αγουροξυπνημένη, με ακατάστατα, κακο-κουρεμένα μαλλιά και το παλιό νυχτικό της τσαλακωμένο και άτσαλα διπλωμένο έτσι που το κάτω μισό του κορμιού της να είναι εκτεθειμένο. Μπήκε στην κουζίνα τρίβοντας τα μάτια της.Για άλλη μία φορά από τότε που ήρθε, όλοι την κοιτούσαν έκπληκτοι. Το κατάλαβε.
"γρμφ!" έκανε κοιτώντας σαστισμένη.
"Όλγα, εσύ θα της μάθεις τα γυναικεία" είπε ο Μάρκος και η Όλγα έτρεξε να της ισιώσει το νυχτικό.
Της κάθισε σε μία καρέκλα, της έφτιαξε όπως-όπως τα μαλλιά και της έβαλε να φάει.

Όταν τελείωσαν, ο Μάρκος στάθηκε στην πόρτα και τη φώναξε να πάει μαζί του, για να αρχίσει η εκπαίδευση.
"Έλα!"
Αυτή δεν κουνήθηκε.
"Έλα!" ξανάπε, χτυπώντας το πλάι του ποδιού του, όπως με τα σκυλιά.
Αυτή πάλι τον κοιτούσε χωρίς να κουνιέται.
"Έλα! πάμε!"
Τότε το πλάσμα-Ειρήνη σηκώθηκε, έκανε το γύρο του τραπεζιού αποφεύγοντας τον, βγήκε από το παράθυρο και πήγε και κάθισε δίπλα στον Αντρέα που εκείνη τη στιγμή ξεκουραζόταν καθισμένος στο πεζούλι δίπλα από την αντλία του νερού, στην αυλή. Κούρνιασε δίπλα του κοιτώντας πίσω από τον ώμο της τον Μάρκο, και μετά του γύρισε την πλάτη.
"Επ! Τί κάνεις εσύ εδώ;" γέλασε έκπληκτος ο Αντρέας.
"Αναλαμβάνεις εσύ την εκπαίδευση!" του φώναξε ο Μάρκος. "Τυχερούλη, χαχαχα"

Έτσι, η Ειρήνη διάλεξε τον εκπαιδευτή της. Για τις επόμενες εβδομάδες ακολουθούσε τον Αντρέα σαν σκυλάκι. Έμαθε να ανταποκρίνεται σε διαταγές, να κουνάει το κεφάλι της για το ναι και το όχι, έμαθε λέξεις όπως σπίτι, φαγητό, ύπνος και άρχισε να μπαίνει στον ρυθμό της φάρμας και του νοικοκυριού.
Η Όλγα βρήκε από τη ντουλάπα της ένα παλιό φόρεμα και η Αγνή της το έφερε στα μέτρα της, αν και της πήρε πολύ καιρό να  συνηθίσει να το φοράει και ακόμα περισσότερο να συνηθίσει τα εσώρουχα.

Αλλά δεν κατάφεραν να την κάνουν να μιλήσει.
"Ρε, Αντρέα, γιατί δεν την μαθαίνεις να μιλάει;" είπε ο παππούς μία μέρα καθώς ο ένας άρμεγε την αγελάδα στο στάβλο και ο άλλος φτυάριζε κοπριά με τη βοήθεια της Ειρήνης.
"Τί να της κάνω; Αφού τώρα καταλαβαίνει τί λέμε και δεν βγάζει κιχ... μπορεί να είναι μουγκή"
"Να επιμείνεις. Εσένα σε ακούει"
"Ο γιατρός είπε ότι είναι, λέει, ψυχολογικό. Τι να την κάνω;"
"Αφού έμαθες στον Χάρη να φτύνει στα πέντε μέτρα, θα μάθεις και στην Ειρήνη να μιλάει."
"χαχαχα, ναι"
Τα απογεύματα όταν δεν είχαν δουλειά, ο Αντρέας την κάθιζε στην κουζίνα και την έβαζε να λέει "ααα" και "οοο" ή της επαναλάμβανε λέξεις με την ελπίδα ότι θα την παρακινούσε να τον μιμηθεί, αλλά ούτε καν το  κλασσικό πλέον "γρμφ" δεν της απέσπασε. Τον κοιτούσε στα μάτια χωρίς να αντιδρά. Συχνά οι άλλοι έμπαιναν στη μέση και προσπαθούσαν με τον δικό τους τρόπο να την μάθουν έστω και ένα φωνήεν, πάντα όμως αποτύγχαναν.

Έτσι, τα παράτησαν.
Η ζωή στο αγρόκτημα συνεχίστηκε, με την Ειρήνη να δουλεύει μαζί τους, συμμετέχοντας βουβά στις καθημερινές ασχολίες.
Ένα βράδυ, ήταν όλοι στην βεράντα αποκαμωμένοι. Η Ειρήνη, καθισμένη όπως πάντα δίπλα στον Αντρέα , ήταν ήρεμη και έδειχνε να παρακολουθεί την συζήτηση.
"Λες να καταλαβαίνει ;" αναρωτήθηκε ο παππούς.
"Δεν αποκλείεται" είπε ο Αντρέας. "Εγώ ό,τι της λέω το κάνει."
"Ναι, και με εμένα. Αλλά αν πούμε κάτι άλλο;" είπε η μητέρα.
"Σαν τί; Πολιτική; Τέχνη;" έκανε ειρωνικά ο πατέρας. "Κάτσε να δούμε μήπως πεί το όνομά της πρώτα, και βλέπουμε και για τα άλλα!"
"Κάτσε να δοκιμάσουμε" είπε ο Γιώργος. "Ειρήνη!"
Αυτή στράφηκε προς το μέρος του.
"Αύριο το πρωί, ο Αντρέας θα πάει στην πόλη" συνέχισε αργά ο Γιώργος. "Θα πάρει το κάρο, και πρωί-πρωί θα πάει για προμήθειες."
Τον κοιτούσε ανέκφραστη.

Την επομένη το πρωί, ο Αντρέας ετοιμάστηκε να φύγει. Η Ειρήνη τον κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει.
Όταν ανέβηκε στο κάρο, πήγε κι εκείνη να ανέβει.
"Όχι. Εσύ θα μείνεις εδώ."
Τον κοίταξε πάλι ανέκφραστη.
Της έδειξε με το δάχτυλο το σπίτι.
"Θα μείνεις εδώ! Κατέβα!" είπε και της έβγαλε το χέρι από το κάρο.
"Θα γυρίσω το βράδυ! Πήγαινε στο σπίτι!" είπε και έδωσε μία στο άλογο.
Η Ειρήνη έμεινε εκεί, κοιτώντας την πλάτη του με ανοιχτό στόμα, καθώς το κάρο έβγαινε από την πόρτα το φράχτη.

Για όλη την υπόλοιπη ημέρα ήταν ανήσυχη, έσκουζε λυπητερά και κοιτούσε διαρκώς προς το φράχτη. Δύο φορές προσπάθησε να φύγει, αλλά την κράτησαν.
"Θα γυρίσει το βράδυ, βρε!" την καθησύχαζαν, αλλά έδειχνε απαρηγόρητη.

Όταν τελικά γύρισε, με το κάρο φορτωμένο τσουβάλια και κουτιά, έτρεξε κι ανέβηκε δίπλα του στο κάρο.
"Κατέβα, βρε!" της είπε και άρχισε να ξεφορτώνει το κάρο.
Όλο το βράδυ, ήταν δίπλα του και όταν πήγαν για ύπνο, σιγουρεύτηκε ότι όλοι είχαν αποκοιμηθεί και πήγε έξω από την πόρτα του.

Το επόμενο πρωί τη βρήκαν να κοιμάται εκεί, στο πάτωμα.

"Πρόβλημα" είπε ο παππούς στην Αγνή, που πάντα ξυπνούσαν πρώτοι το πρωί.


Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Πέρασμα Περάσματα (2)

Συζητούσαν ψιθυριστά στην πόρτα του δωματίου τί να κάνουν, μέχρι που συνήρθε. Η μητέρα είχε ετοιμάσει ένα πιάτο φαγητό, κοτόσουπα που ευτυχώς είχαν εκείνη την ημέρα, και την πλησίασε αργά, μιλώντας ήρεμα.
"Έλα, φάε, κοτόσουπα που σ'αρέσει"
Την τάισε όπως ήταν δεμένη, αλλά το πλάσμα δεν ήξερε από κουτάλια και πιάτα με αποτέλεσμα η σούπα να κατρακυλάει στην κοιλιά της. Έστω και έτσι, έφαγε πολύ και αυτό την έκανε να ηρεμήσει.
Μετά, άρχισαν να τη ρωτάνε.
"Πως -σε -λέ-νε;" ρώτησε το παππούς.
Το πλάσμα τους κοιτούσε με άδειο βλέμμα.
"Δεν καταλαβαίνει" είπε, αφού επανέλαβε το ερώτημα μερικές φορές χωρίς αποτέλεσμα.
Έδειξε με το δάχτυλο τον εαυτό του και μετά το πλάσμα λέγοντας "Εγώ-Αλέξης, εσύ....;" αλλά το βλέμμα της παρέμεινε άδειο. Ήταν όλη καφετιά από τη λάσπη στο κορμί και το κεφάλι της, και το μόνο που ξεχώριζε από το ύφος της ήταν τα μπλέ, άδεια μάτια, σαν ενυδρείο χωρίς ψάρια.
Ο παππούς ξανα προσπάθησε δείχνοντας με τη σειρά όλους και λέγοντας τα ονόματά τους.
"Όλγα, Αντρέας, Μάρκος, Χάρης, Γιώργος, Αγνή, εσύ....;"
Αυτή τη φορά, μία λάμψη φάνηκε να βγαίνει από τα μάτια της, αλλά εκτός από ένα αχνό γρύλισμα που μόλις και μετά βίας ακούστηκε, τίποτα άλλο δε βγήκε από τα γεμάτο κοτόσουπες και χώματα  χείλη της.
"γρμφ!"
Ο παππούς ξαναρώτησε με τον ίδιο τρόπο, αλλά για άλλη μία φορά μόνο ένα αμυδρό γρύλισμα πήραν αντί για απάντηση.
"Λοιπόν, Αντρέα, γέμισες την ταΐστρα νερό;" είπε ο παππούς.
"Ναι."
"Ελάτε να την πιάσουμε. Μάρκο εσύ από εκεί" είπε ο παππούς και οι τρείς τους την πήραν σηκωτή ως την ταΐστρα για τα άλογα που ήταν στην αυλή. Η μητέρα με τη θεία και τον Χάρη ήταν έτοιμες με τα σαπούνια και τα πανιά στο χέρι.
Μόλις οι άντρες την άφησαν απαλά, αν και λίγο άτσαλα μέσα στο νερό, αυτή άρχισε να χτυπιέται πάλι, ουρλιάζοντας σα λάμια, αλλά οι άντρες την κράτησαν ακίνητη για να την πλύνουν οι γυναίκες. Μετά από λίγο έπαψε να αντιστέκεται και τότε της καθάρισαν τα μαλλιά και το πρόσωπο. Δεν υπήρχε περίπτωση να της χτενίσουν τα μαλλιά, κι έτσι της τα μάζεψαν κότσο στο σβέρκο, της τα έκοψαν με μία ψαλιδιά  κι έτσι κατάφεραν να τα ισιώσουν, βγάζοντας κολιτσίδες και κόβοντας κόμπους που μάλλον είχαν χρόνια που βρίσκονταν στο κεφάλι της. Της έλυσαν τα χέρια. Έσκυψε για να λύσει τα πόδια της αλλά τη σταμάτησαν. Στάθηκε όρθια με ευκολία, αν και λίγο καμπουριαστά.
Μετά της φόρεσαν ένα παλιό νυχτικό για να κρύψει τη γύμνια της και μετά ο Αντρέας την σήκωσε και την πήγε μέσα στην κουζίνα, και την απίθωσε σε μία καρέκλα, καθώς όλη η οικογένεια τους ακολούθησε μέσα στην κουζίνα.
"Έλα Αγνή. Δες το πόδι" είπε.
Η μητέρα περιποιήθηκε το τραύμα που είχαν αφήσει οι δαγκάνες της παγίδας, και το έδεσε.
"Μέχρι να έρθει ο Γιατρός, καλά είναι" είπε. "Πήγε κανείς να τον φωνάξει;¨
"Πήγε ο Μάρκος" είπε η θεία Όλγα.
Έμειναν στην κουζίνα προσπαθώντας να της εκμαιεύσουν έστω και μία ανθρώπινη λέξη, αλλά μόνο τα γνωστά γρυλίσματα έπαιρναν για απάντηση. Της έδωσαν φρούτα και ψωμί, τα οποία έφαγε με το γνωστό, άτσαλο τρόπο της. Όταν τα τελείωσε, έδειχνε κάπως πιο ήρεμη και ήσυχη. Τους κοιτούσε, παρακολουθώντας ποιός μιλάει κάθε φορά, αλλά κανένα άλλο σημάδι ότι καταλαβαίνει τί γίνεται δεν έδειξε.
"Πάντως, τώρα που καθάρισε και στέγνωσε δείχνει περισσότερο σαν άνθρωπος" είπε ο Αντρέας, κοιτώντας την από την άλλη μεριά της κουζίνας.
"Μμμ, " συμφώνησε συλλογισμένα η μητέρα. "Ποιά να είναι; Και γιατί ήταν στο δάσος;"
Σε λίγο ακούστηκε θόρυβος από κάποιο κάρο.
Κοίταξαν από την πόρτα και είδαν τον Μάρκο να έρχεται με το άλογο και λίγο πιο πίσω το κάρο του γιατρού που έμπαινε από την πόρτα του φράχτη.
Ο γιατρός την είδε, την εξέτασε και είπε, μαζεύοντας τα συμπράγκαλά του, "Δείχνει να βρίσκεται στα τέλη της εφηβείας. Ιατρικό πρόβλημα δεν δείχνει να υπάρχει, αλλά πρέπει να βρίσκεται πολύ καιρό σε άγρια κατάσταση, ίσως από βρεφική ηλικία, αν και το γεγονός ότι περπατάει όρθια, έστω και έτσι, αλλά δεν καταλαβαίνει την ομιλία δείχνει ότι μάλλον ήταν νήπιο όταν χάθηκε. Από ό,τι φαίνεται έχει περάσει κάποιες ασθένειες και αβιταμίνωση, αλλά δείχνει εντάξει τώρα. Πρέπει να τη στείλετε στην πρωτεύουσα, στο ίδρυμα"
"Ναι, αλλά ποιά είναι; Ξέρουμε να'χασε κανείς ένα παιδί πριν καμιά εικοσαριά χρόνια;¨ ρώτησε ο πατέρας.
"Δεν ξέρω, Γιώργο" απάντησε ο γιατρός. "Δεν ξέρω. Αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να την φροντίσουμε."
"Γιατρέ, δεν έχουμε λεφτά να την πάμε στην πρωτεύουσα" είπε ο πατέρας. 'Ασε που είναι εποχή για σπορά σε λίγο και έχουμε και τον γάμο της ξαδέρφης σε μερικές εβδομάδες. Θα την κρατήσουμε εδώ για λίγο. "
"Και τί θα την κάνετε;" είπε έκπληκτος ο γιατρός. "Είναι σε άγρια κατάσταση. Θα προξενήσει προβλήματα και χρειάζεται φροντίδα!"
"Θα την προσέχουμε εμείς. Κι άμα χρειαστούμε τίποτα θα σε φωνάξουμε"
"Τι να πω... Δε συμφωνώ, αλλά αν δε γίνεται αλλιώς... Τέλος πάντων, εσείς ξέρετε. Αν με χρειαστείτε, φωνάξτε με. Αφήστε το τραύμα ανοιχτό, σε μερικές μέρες θα γιάνει." είπε ο γιατρός και, παίρνοντας τα αυγά, την πίτα και λίγο φρέσκο βούτυρο που του έδωσε η μητέρα, ανέβηκε στο κάρο του και έφυγε.
Τα βλέμματα όλων στράφηκαν πάλι στο πλάσμα, που τους κοιτούσε, όχι με το άδειο βλέμμα πια αλλά σαν να ήταν ένα μεγάλο ερωτηματικό.
"Θα αδειάσω τις κούτες από την αποθήκη για να κοιμάται." αποφάσισε ο Αντρέας. "Δεν πιστεύω να μας φύγει, ε;"
"Θα δούμε." απάντησε ο πατέρας. "Μια χαρά κάθεται τώρα. Δείχνει να εμπιστεύεται."
Όντως, ήταν ήσυχη και περιεργαζόταν την κουζίνα. Είδε ότι την κοιτούσαν και σάστισε.
"γρμφ" έκανε κοιτώντας τους, μία τον ένα, μία τον άλλον.
"Έλα εδώ!" της έκανε ο Αντρέας, βγαίνοντας από την κουζίνα.
Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
'"Ελα! Έλα!" της ξανα-είπε προχωρώντας προς τα έξω, κάνοντας νοήματα με τα χέρια του.
Τον κατάλαβε, αλλά δίσταζε. Κοίταξε τους υπόλοιπους.
"Άντε!" την παρώτρυνε ο παππούς.
Σηκώθηκε. Αργά, με πονεμένο πόδι, ακολούθησε τον Αντρέα και οι άλλοι βγήκαν μετά από αυτήν έξω.
"Αυτό, είναι το σπίτι" της έδειξε ο Αντρέας. "Εδώ θα μένεις τώρα. Εκεί, είναι ο στάβλος. Έλα!"
Πήγαν μέχρι τον στάβλο, αυτός άνοιξε την πόρτα και της έδειξε τα ζώα, τα άλογα τις αγελάδες, τις κατσίκες, το άλογο και το γουρούνι, ονοματίζοντας τα όπως στα μωρά παιδιά.
"γρμφ!"
"Έλα!" ξαναείπε, πηγαίνοντας αυτή τη φορά πίσω από το σπίτι, όπου ήταν το κοτέτσι και το σκυλόσπιτο.
"Κότες!" είπε, "Σκυλιά!"
Τα σκυλιά κούνησαν χαρούμενα τις ουρές τους και το πλάσμα έτρεξε και κυλίστηκε στο χώμα δαγκώνοντάς τα παιχνιδιάρικα. Και γάβγιζε.
Την παρακολουθούσαν εμβρόντητοι.
"Τι λες τώρα!¨έκανε ο Μάρκος.
"Για αυτό δεν την μύριζαν όταν την ψάχναμε." είπε ο Αντρέας.
Το πλάσμα, αφού έπαιξε με τα σκυλιά σηκώθηκε, σκονισμένη και τους κοιτούσε γελώντας λαχανιασμένη.
"Έλα!" της είπε πάλι ο Αντρέας.
Δεν κουνήθηκε. Κοίταξε την σκυλίσια παρέα της
"Έλα!" της ξανάπε, χτυπώντας το πλάι του ποδιού του, όπως όταν φωνάζει τα σκυλιά. Το πλάσμα ανταποκρίθηκε.
Την οδήγησε μέχρι την ταΐστρα που είχε ακόμη νερό από το μπάνιο της και η μητέρα με ένα βρεγμένο πανί την καθάρισε πάλι.
"Και πως θα τη λέμε;" αναρωτήθηκε η Αγνή
"Κάτι θα σκεφτούμε. Προς το παρόν, να αδειάσουμε την αποθήκη για να κοιμάται και αύριο βλέπουμε" απάντησε η μητέρα.
Το βράδυ, τρώγοντας γύρω από το τραπέζι, συμφώνησαν να τη λένε Ειρήνη, όπως τη γιαγιά από τη μεριά της μητέρας, που το'χε καημό να κάνει μία εγγονιά αλλά όλο εγγονούς της είχε δώσει ο Γιώργος, τον Χάρη και τον Μιχάλη.
"Όλγα!" είπε ο Αντρέας δείχνοντας τη γυναίκα του Γιώργου. "Αγνή! Χάρης! Μιχάλης! Μάρκος!" συνέχισε δείχνοντάς τους έναν-έναν. "Αλέξης! Αντρέας!" και τέλος δείχνοντας αυτήν, είπε "Ειρήνη! Ειρήνη!"
Εκείνη έμεινε με το χέρι που κρατούσε το ψωμί στον αέρα και σταμάτησε το μάσημα.
"Ειρήνη!" της είπε πάλι δείχνοντάς τη με το δάχτυλο.
"γρμφ!" έκανε σκορπίζοντας παντού ψίχουλα.


Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Πέρασμα Περάσματα (1)

Ήταν απόγευμα του Απρίλη. Η άκρη του δάσους πίσω από το αγρόκτημα ήταν ήσυχη και το ηλιοβασίλεμα έδινε μία πορτοκαλιά αχλύ στον αέρα. Ο πατέρας έδινε οδηγίες στα παιδιά να μαζέψουν τα εργαλεία για βράδυ και στην κουζίνα οι γυναίκες ετοίμαζαν βραδυνό. Οι άντρες βγήκαν από τον στάβλο με βαρειά βήματα, πλύθηκαν στην έξω βρύση πριν πάνε και αυτοί για φαγητό όταν ξάφνου άκουσαν την μητέρα να φωνάζει με οργή.
"Πάει το φαΐ! Το πήρε! Όλο το ταψί! Όλο!" φώναζε, δείχνοντας στο παράθυρο της κουζίνας. "Ποιός; Ποιός το πήρε, είδες;" ρώτησε ο Αντρέας, ο μικρότερος αδερφός του πατέρα.
"Δεν πρόλαβα! Ήμουν εδώ στο νεροχύτη και το'χα βάλει εκεί στο τραπέζι. Ακούω κάτι χρατς-χρατς, γυρνάω και δεν  πρόλαβα! Το ταψί εξαφανίστηκε! Κάνω έτσι από το παράθυρο αλλά αυτός το'σκασε! Πάει το φαγητό, ο αλήτης!"

Οι άντρες βγήκαν και χώθηκαν στο δάσος όπου κατά πάσα πιθανότητα είχε κρυφτεί ο κλέφτης, αλλά αυτός είχε ήδη εξαφανιστεί. Έψαξαν για ίχνη μάταια, μέχρι που τελικά γύρισαν σπίτι άπραγοι και νηστικοί. Εκείνο το βράδυ, έφαγαν πρόχειρα, και την επομένη, πάνω στο κυνήγι, ο πατέρας είδε το ταψί άδειο, πεταμένο στο χώμα. Το μάζεψε και όταν επέστρεψε στο σπίτι είπε σε όλους να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά.

Πράγμα το οποίο δεν βοήθησε και πολύ. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο κλέφτης ξαναχτύπησε, κλέβοντας αυτή τη φορά μία κατσαρόλα κοτόσουπα, την οποία βρήκαν επίσης άδεια μέσα στο δάσος την επόμενη μέρα.Οι κλοπές επαναλήφθηκαν, με αυξανόμενη συχνότητα και κάθε φορά το μόνο που στάθηκαν ικανοί να βρούν από τον κλέφτη ήταν τα άδεια σκεύη σε τυχαίες τοποθεσίες μέσα στο δάσος. Προσπάθησαν να στήσουν καρτέρι, να τον παγιδεύσουν, να περιτριγυρίσουν το σπίτι αλλά κάθε φορά ο κλέφτης έμπαινε και έβγαινε αόρατος, θαρρείς. Μάλιστα είχε τόσο αποθρασυνθεί, ώστε έφτασε στο σημείο να έχει και αγαπημένα φαγητά. Έτσι η μητέρα κατάντησε να αποφεύγει το κρέας, το κοτόπουλο και τις πατάτες, ενώ όταν έστηναν τις παγίδες την έβαζαν να μαγειρέψει μπριζόλες με πατάτες στο φούρνο. Και πάλι, το μόνο που κατάφερε ήταν να χαραμίσει ένα ταψί με καλοψημένο φαγητό.

Ένα βράδυ, τρώγοντας μπάμιες που κατά τα φαινόμενα δεν ήταν της αρεσκείας του θρασύτατου κλέφτη, η οικογένεια κατέληξε να συζητάει πάλι για το ίδιο θέμα.
"Έτσι και ξαναφάω μπάμιες, θα σκάσω!" είπε ο πατέρας, ρίχνοντας το πηρούνι στο πιάτο και με στάλες κόκκινης σάλτσας στην κοιλιά του.
"Πρέπει να τον βρούμε" πρόσθεσε ο Αντρέας
"Και να τον σπάσουμε στο ξύλο" επεσήμανε ο παππούς που επίσης σιχαινόταν τις μπάμιες.
"Και να τον βάλουμε να φάει εκατό κιλά μπάμιες!" είπε ο Χάρης, το μικρότερο παιδί.
"Χχαχαχχα!!" γέλασε ο μπαμπάς. "αλλά που να τον βρείς;! αυτός είναι σα διάολος,  εξαφανίζεται"
"Γιατί; Τί έχουν οι μπάμιες; Εμένα μου αρέσουν οι μπάμιες." είπε η μητέρα
"Κι αν δεν είναι άνθρωπος; Αν είναι ζώο;" ρώτησε ο παππούς αγνοώντας την.
"Μπα... Τί ζώο; Αφού πιάνει ταψιά και κατσαρόλες. Ποιό ζώο βγαίνει από το παράθυρο κρατώντας ένα ταψί; Δεν υπάρχει περίπτωση! Αποκλείεται. Άνθρωπος είναι κι άμα τον πιάσω θα του σπάσω τα κόκκαλα, τις μπάμιες μου μέσα." είπε με θυμό ο Μάρκος, ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα.
"Ναι, αλλά δε βρήκαμε ούτε μία πατημασιά. Αν ήταν άνθρωπος, τότε κάπου θα βρίσκαμε κάτι, μία πατημασιά, θα ακούγαμε φωνή, κάτι! Δηλαδή πως έφυγε; Πέταξε;"
"Ναι... πως το κάνει; Λες; Αλλά τί ζώο;" είπε συλλογισμένος ο πατέρας.
Τότε ο παππούς, αγανακτισμένος, πήρε μία απόφαση.
"Λοιπόν, αύριο, δεν θα κάνουμε τίποτα. Εγώ λέω να πάμε στο δάσος και να το χτενίσουμε όλο. Κάπου θα τον τσακώσουμε, δε μπορεί!"
"Κι αν δεν είναι από το δάσος;" αναρωτήθηκε ο πατέρας.
"Από το δάσος είναι, σίγουρα. Αφού όλες τις κατσαρόλες εκεί τις βρίσκουμε. Κανας ζητιάνος θα είναι. Θα τον βρούμε σίγουρα αν ψάξουμε παντού."

Έτσι και έγινε.
Την επόμενη ημέρα, από νωρίς βγήκαν στο δάσος. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και χώθηκαν στο δάσος. Έψαξαν παντού. Τζίφος. Ούτε καν τα σκυλιά δεν μύρισαν τίποτα. Κάπου ψηλά, στο φύλλωμα μίας βελανιδιάς, ο κλέφτης κούρνιαζε σιωπηλός καθώς οι φίλοι του, τα σκυλιά. έκαναν τη βόλτα τους. Την επόμενη, εξαφανίστηκε ένα ταψί πατάτες μπριάμ.

Πέρασαν μερικές ακόμα εβδομάδες με τον ίδιο τρόπο, φαγητά να εξαφανίζονται και να βρίσκονται ταψιά, μέχρι που μία μέρα, γύρω στο μεσημέρι, ακούστηκε ένα απίστευτα δυνατό, σπαραχτικό  ουρλιαχτό από τη μεριά του δάσους. Όλοι σταμάτησαν τις δουλειές τους και κοιτάχτηκαν απορημένοι.
"Αυτός θα'ναι!" είπε ο Αντρέας και αμέσως όλοι οι άντρες πήραν τις καραμπίνες και έτρεξαν προς τα εκεί από όπου μάλλον ακούστηκε η κραυγή. Έτρεχαν μέσα στο δάσος, όταν ακούστηκε πάλι η κραυγή, αλλά αυτή τη φορά πιο χαμηλή και αργόσυρτη, σαν μουγκρητό.
"Σα ζώο ακούγεται" είπε ο πατέρας.
Οι κραυγές δεν ξανα-ακούστηκαν αλλά είδαν μία κίνηση μέσα στη βλάστηση και στράφηκαν προς τα εκεί. Όταν παραμέρισαν τα φυλλώματα των θάμνων είδαν πιασμένο σε παγίδα για θηράματα τον κλέφτη και έμειναν άναυδοι.
"Τί ειν'τούτο;" είπε ο πατέρας.
Πιασμένο στην παγίδα ήταν ένα λασπωμένο, γυμνό πλάσμα με μακρυά, επίσης λασπωμένα, ανάκατα μαλλιά. Γρύλιζε κρατώντας το πόδι του.
"Τί είναι αυτό;" είπε και ο παππούς.
Το κοιτούσαν χωρίς να ξέρουν τί να κάνουν.
Ο Αντρέας προσπάθησε να το πλησιάσει. Το πλάσμα γρύλισε, άπλωσε απειλητικά το ένα χέρι για να τον γραντζουνίσει και τότε φάνηκαν δύο στήθη. Ήταν κορίτσι.
"Ω γαμώτο!" είπε ο Μάρκος. "Τί κάνουμε τώρα;"
"Δεν ξέρω." είπε ο πατέρας.
Το πλάσμα τώρα έσκουζε λυπητερά. Έκλαιγε προσπαθώντας μία να χωρίσει τις δαγκάνες και μία να τραβήξει το πόδι του.
"Λοιπόν, πρώτα να τη βγάλουμε από την παγίδα πριν κόψει το ποδάρι της" είπε ο παππούς. "Να της δέσουμε τα χέρια, όμως, ε; Μη μας βγάλει κανένα μάτι"
Την πλησίασαν αργά και οι τρείς. Ο πατέρας έβγαλε τη ζώνη του, ο Αντρέας και ο παππούς την ξάπλωσαν στο χώμα και ανάμεσα σε γρυλίσματα και μανιασμένα χτυπήματα, κατάφεραν να της δέσουν τα χέρια με τη αυτή. Το πλάσμα ούρλιαζε και σφάδαζε προσπαθώντας να λυθεί, αλλά δεμένη και με το πόδι στην παγίδα εξαντλήθηκε γρήγορα.
"Αλέξη, τη ζώνη σου" είπε ο Αντρέας στον παππού και της έδεσε και τα πόδια, πάνω από το γόνατο.
Ο παππούς την βάστηξε ακίνητη στο χώμα και ο Αντρέας με τον πατέρα άνοιξαν την παγίδα. Το πλάσμα λιποθύμησε.
Οι τέσσερις άντρες έβγαλαν τα πουκάμισά τους, την τύλιξαν και την πήγαν κουβαλητή στο σπίτι.

Την ξάπλωσαν δεμένη ανάμεσα σε κάτι κουτιά στο παλιό δωμάτιο του άλλου του παππού, που είχε πεθάνει πριν από μερικά χρόνια και τώρα το είχαν για αποθήκη.