Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας!

Κάθε πόλεμος είναι άδικος, ας ξεκινήσουμε από αυτό.
Φυσικά, ξεκινά από κάποιο συμφέρον και απλά όλα τα άλλα χρησιμοποιούνται ως δικαιολογίες. Οι καλύτερες δικαιολογίες που έχω ακούσει εως τώρα είναι ότι κάποιοι θα φέρουν την α) ειρήνη ή β) δημοκρατία , ενώ κατά κανόνα μετά την ειρηνοφόρα ή δημοκρατιοφόρα επέμβαση το εν λόγω κράτος μένει βυθισμένο σε βίαιες συρράξεις τις οποίες μετά "καλείται" να επιλύσει η διεθνής κοινότητα (τουτέστιν: ομάδες επιχειρηματιών) που τις είχε φυτέψει εκεί εξ αρχής.
Και αυτό επιβεβαιώνεται από την ιστορία κάθε σύρραξης του αιώνα μας στην οποία έχει εμπλακεί η Δύση.
Ένας τέτοιος πόλεμος είναι και αυτός που μαίνεται ανάμεσα στους Παλαιστίνιους και τους Ισραηλινούς, και φυσικά σκοτώνονται άνθρωποι. Εφόσον οι Παλαιστίνιοι μειονεκτούν σε δυνάμεις και υποστηρικτές, θα χάσουν.
Το τί λέει ο απλός κόσμος δεν έχει σημασία.
Το ποιός έχει δίκιο, δεν έχει σημασία.
Το αν όλα όσα έχεις διαβάσει και έχεις μάθει μαζί με όλες τις μαρτυρίες ανθρώπων που έχουν βρεθεί  εκεί λένε το αντίθετο από αυτό που ισχυρίζεται αυτός που έχει συμφέρον να κερδίσει τον πόλεμο, δεν έχει σημασία.
Η διαχείριση δημόσιου αισθήματος είναι απλά ένα πρόσχημα: δεν επιθυμούν να σε πείσουν απλέ. Έτσι, για τους τύπους τα λένε.
Είναι μία απλή τυπικότητα, αυτά που λένε.
Η ουσία είναι το ισοζύγιο αίματος-χρήματος.
Όταν αυτή η ζυγαριά γείρει εις βάρος του χρήματος, μόνο τότε θα έρθει ειρήνη.
Kαι όπως λένε και φίλοι μας οι Αμερικάνοι, don't hold your breath.

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Τι θα κάνω με εσάς, δεν ξέρω.

Η βασική διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα είναι ένα θέμα πολυσυζητημένο και σύνθετο, γιατί αφενός οι άνθρωποι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους (δεν έχεις, ας πούμε, σαλιγκάρια να αναρωτιούνται γιατί και σε τί διαφέρουν από τις ύαινες) αλλά και επειδή οι διαφορές δεν είναι και τόσο πολλές τελικά, αφετέρου.

Νομίζαμε παλιά ότι τα ζώα δεν έχουν αισθήματα, αλλά αυτό αποδείχθηκε ότι δεν αληθεύει. Νομίζαμε ότι είναι χαζά, ότι δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα, αλλά και αυτή η θεωρία καταρρίφθηκε, και αρκετά εύκολα μάλιστα.Μπορούν επίσης να μαθαίνουν, να μεταδίδουν τη γνώση, ακόμα και να επινοούν πράγματα που δεν έχουν δεί πουθενά προηγουμένως. Έχουν κοινωνίες, ιεραρχίες, άγραφους νόμους, ακόμα και ηθική, διαθέτουν πολύπλοκα συστήματα οργάνωσης και αλληλεγγύης, θάρρος και αυταπάρνηση. Πόλεμους και εκεχυρίες. Πολλοί μιλούν πλέον για μη-ανθρώπινες προσωπικότητες, non-human persons.

Κι όμως ο άνθρωπος χρειάζεται απεγνωσμένα μία απόδειξη ότι διαφέρει από τα άλλα πλάσματα. Χρειάζεται απεγνωσμένα μία απόδειξη ότι δεν είναι ζώο ο ίδιος, διότι τόση είναι έπαρσή του που βγάζει τον εαυτό του από την ομάδα των απλών έμβιων όντων και τον τοποθετεί στο βάθρο της υπεροχής. 

Την χρειαζόμαστε αυτή την απάντηση. Την χρειαζόμαστε. Το μόνο άλλο ερώτημα που έχει απασχολήσει την ανθρωπότητα εκτός από το τί είναι άνθρωπος, είναι το τί είναι Έλληνας, και αυτό θαρρώ πως θα έπρεπε να μας βοηθήσει να αντλήσουμε σημαντικά για όλους συμπεράσματα.

Θεωρώ ότι αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η πίστη σε κάτι που δεν υπάρχει ακόμα.

Οποιοδήποτε ζώο μπορεί να βρεί κάποια λύση σε κάποιο άμεσο πρόβλημα, όπως πως θα φτάσω εκείνους τος καρπούς ή τί θέλουν οι πειραματιστές για να μου δώσουν εκείνη τη λιχουδιά, αλλά οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να φανταστούν αυτό που δεν υπάρχει, και να πιστέψουν σε αυτό λες και υπήρχε.

Αυτό, η αφαιρετική σκέψη, δεν υπάρχει ένδειξη ότι υπάρχει στα μυαλά των άλλων ζώων. Ο χιμπατζής που κοιμάται στο δέντρο, σε μία φωλιά από κλαριά και άχυρα εδώ και εκατοντάδες χιλιετίες κάνει το ίδιο, χωρίς να αναρωτηθεί για το αν θα μπορούσε κάποτε να κοιμηθεί κάπου χωρίς άβολα κλαριά ή ψύλλους, ενώ ο άνθρωπος το αναρωτήθηκε. Μία φάλαινα, είναι ικανοποιημένη (μάλλον) με το να κολυμπά στους ωκεανούς, ένας άνθρωπος όμως δεν είναι ικανοποιημένος με το να περπατά στη γή.

 Και όλα ξεκινούν από αυτό που έχουν οι άνθρωποι, που είναι σε μόνιμο καυγά με την πραγματικότητα.

Δεν μας αρέσει η πραγματικότητα.

Όπως απορεί και ο Louis σε αυτό το βίντεο, γιατί δεν νιώθουμε καθόλου άνετα στη γή; Κοιτάμε το χώμα αλλά θέλουμε λείες, γυαλιστερές επιφάνειες, κοιτάμε τη φύση αλλά ονειρευόμαστε ορθές γωνίες, αισθανόμαστε τη ζέστη αλλά τη θέλουμε λίιιγουλάκι πιο ζεστά ή κάααπως πιο δροσερά και δεν είμαστε ικανοποιημένοι ούτε καν με τους εαυτούς μας.

Εκτός από τα σταδιακά βήματα από τη μία ανακάλυψη στην άλλη (από τη σπηλιά, στη καλύβα, στο σπίτι, στο παλάτι,στην πολυκατοικία, στον ουρανοξύστη, κοκ) έχουμε και τρελές ιδέες, λογικά άλματα που παρά την τρέλα τους τα θεωρούμε λογικά και μάλιστα πιστεύουμε σε αυτά ονομάζοντάς τα ιδανικά, κόντρα σε κάθε ένδειξη ή στοιχείο από το περιβάλλον: κοιτάμε ένα βίαιο και πολεμοχαρές πλάσμα, αλλά ονειρευόμαστε παγκόσμια ειρήνη. Κοιτάμε ένα πλάσμα με αχαλίνωτη σεξουαλική δραστηριότητα και επινοούμε την αιώνια συζυγική πίστη. 

Κοιτάμε ένα πλάσμα άπληστο και εγωκεντρικό, αλλά στήνουμε συστήματα αλληλεγγύης και κοινωνικής δικαιοσύνης και όταν αυτά αποτυγχάνουν απογοητευόμαστε οικτρά, θυμώνουμε με τους εαυτούς και με τους συνανθρώπους μας, νιώθουμε ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Από νωρίς στον πολιτισμό οραματιστήκαμε την έλλειψη βαρύτητας, από την πρώτη έλλογη έκφρασή μας οραματιστήκαμε την έλλειψη πόνου. Βλέπουμε ένα εύθραυστο ον και επινοούμε την αθανασία, νιώθουμε την απειλή και σκαρφιζόμαστε το πέταγμα και σε καμμία περίπτωση δεν δεχόμαστε ότι σε τελευταία ανάλυση ο κόσμος έτσι είναι.

Και όταν γίνεται προφανές ότι έχουμε άδικο, τότε μιλάμε για παράδεισους( οι θρήσκοι)  και ουτοπίες (οι άθεοι), τις οποίες παρόλο που παραδεχόμαστε ως τέτοιες τις κυνηγάμε με επιμονή και μάλιστα με τέτοια αισιοδοξία λες και πρόκειται για κάτι που θα γίνει μέσα στη διάρκεια του σύντομου βίου μας. Το θέλουμε τόσο πολύ που νιώθουμε ότι να, κοίτα-κοίτα!-τώρα, όπου να'ναι θα γίνει.

Και αυτή την άρνηση της πραγματικότητας είναι που βρίσκω, τελικά, πιο θαυμαστή από όλα.


Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Η απόλαυση

Το συνειδητοποίησα παρατηρώντας τη γαλή μου να τρώει επιλεκτικά την γατοτροφή.
Ξεχώριζε, η άτιμη, με γατίσια εξυπνάδα, το ένα κομμάτι από το άλλο αφήνοντας στην άκρη ορισμένα κομμάτια που στα δικά μου αισθητήρια όργανα ήταν ίδια στην όψη, οσμή και υφή: κρέας το ένα, κρέας και το άλλο. Χωρίς εργαστήριο για χημική ανάλυση, ήξερε τί είναι ωφέλιμο να φάει και τί όχι, παρά τα χημικά πρόσθετα που έχουν αυτές οι τροφές.

Το όργανο που της δίνει αυτή την δυνατότητα είναι ο νούς, δια μέσου των αισθήσεων και το κίνητρο του νού για να πείσει τις αισθήσεις ότι κάτι είναι καλό (ή, σε αντίθετη περίπτωση, κακό) είναι η ευχαρίστηση, η απόλαυση, η ηδονή (ή, σε αντίθετη περίπτωση, η απουσία τους).

Κατόπιν αναρωτήθηκα γιατί εμείς οι άνθρωποι δεν δείχνουμε να έχουμε αυτή τη δυνατότητα και τόσο εύκολα ξεγελιόμαστε ώστε να καταναλώνουμε πράγματα που είναι βλαβερά για την υγεία μας. Πού είναι το δικό μας ένστικτο αυτοσυντήρησης μπροστά σε ένα αλλαντικό από συστατικά αμφιβόλου ποιότητας ή μπροστά σε ένα σνακ τεχνητά κεχρωσμένο, ώστε να το αποφύγουμε;

Κι όμως, το ένστικτο υπάρχει, αλλά εμείς οι ίδιοι έχουμε εφεύρει τρόπους να το παρακάμπτουμε χρησιμοποιώντας απλά εθιστικά υλικά όπως η ζάχαρη, το αλάτι και τα λίπη. Όλα αυτά είναι ωφέλιμα, για αυτό και το ένστικτο μας οδηγεί σε αυτά, με τον ίδιο τρόπο που οδηγεί και τη μύγα στο μέλι. Η διαφορά είναι στην ποσότητα, αφενός, στην ποιότητα αφετέρου.

Στη φύση ό,τι είναι ωφέλιμο είναι απολαυστικό: τα ώριμα φρούτα, ο έρωτας, η καλοκαιρία, η ασφάλεια. Αλλά στην ανθρώπινη παραγωγή, με την προσθήκη όλων αυτών των υλικών, όλα καταντούν να φαίνονται ωφέλιμα. Αν κάποιος, πιχί, σου ζητούσε να φας μία φράουλα, θα την έτρωγες. Αν σου ζητούσε να φας πέντε φράουλες, πάλι θα τις έτρωγες. Ένας λαίμαργος θα έτρωγε ένα κιλό φράουλες ή περισσότερο, αλλά κάποια στιγμή θα σταματούσε, διότι κάποια στιγμή ο νούς θα του έστελνε διάφορα μηνύματα δια με΄σου των αισθήσεων: αίσθηση πληρότητας, βαρυστομαχιά, ακόμα και αλλαγή στην γεύση, μιας και όταν πεινάμε όλα φαίνονται νόστιμα, ενώ όταν είμαστε χορτάτοι μας κακοφαίνεται ακόμα και πιο μικρή αλλοίωση ή διαφορά. Άλλο ένα εργαλείο επιβίωσης: σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, "φάε και μετά βλέπουμε", σου λέει ο πάνσοφος ενστικτώδης νους.

Με την προσθήκη ζάχαρης, όμως, απλά δεν μπορείς να σταματήσεις να τρώς. Παραβιάζεις, λοιπόν τη χωρητικότητα του στομαχιού σου με όλες τις γνωστές συνέπειες για τον οργανισμό μας.

Χειρότερο από όλα είναι ότι εθίζεται ο ουρανίσκος σε έντονες γεύσεις με αποτέλεσμα να φαίνονται άνοστα τα φυσικά υλικά. Αν για παράδειγμα έχεις συνηθίσει τις πίτσες, τότε το σπανακόρυζο σου φαίνεται άγευστο στην καλύτερη και εξαιρετικά δυσάρεστο τις περισσότερες φορές.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα νεογνά, τα οποία μην έχοντας προηγούμενες γευστικές εμπειρίες, μόλις δοκιμάσουν ντομάτα ή πατάτα ή οτιδήποτε χωρίς αλάτι τους φαίνεται νοστιμότατο και το τρώνε με όρεξη, ενώ μεγαλώνοντας και μετά την εισαγωγή του αλατιού όλα αυτά τα απαρνιούνται μετά βδελυγμίας

Έκανα, μόλις τα σκέφτηκα όλα αυτά, το πείραμα: απέκλεισα τη ζάχαρη από τη δίαιτά μου: ούτε καν κορνφλέηκσ ή ψωμί, ή μουστάρδα και κέτσαπ, που όπως όλοι γνωρίζουμε είναι τίγκα.Ούτε χυμούς, ούτε ποτά, ούτε τίποτα που να περιέχει ζάχαρη ή υποκατάστατο ζάχαρης ή άλλη γλυκαντική ουσία. Καταρχάς δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο το νόμισα. Δεν είχα συμπτώματα στέρησης παρόλο που η ζάχαρη ήταν από τα αγαπημένα μου ναρκωτικά. Το αποτέλεσμα ήταν ολοφάνερο, γευστικά μιλώντας. Ξαφνικά το φρέσκο φρούτο απέκτησε νέο νόημα για τον ουρανίσκο μου και μία κουταλιά μέλι από τα μελίσσια γνωστού μελισσοκόμου της περιοχής φάνταζε σαν το νέκταρ και την αμβροσία ταυτόχρονα ( που αν μου έλεγε κανείς ότι αντί για επιδόρπιο θα έτρωγα μία κουταλιά μέλι θα τον έπαιρνα για τρελό). Για να μη μιλήσω για το τί έγινε όταν έφαγα πεπόνι και καρπούζι, μετά από ένα δίμηνο χωρίς γλυκαντικά....

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τις τροφές, το αλάτι, τη ζάχαρη και τα λοιπά, αλλά κατ'επέκταση και με τις υπόλοιπες εκφάνσεις της ζωής και επιβίωσης. Έτσι κάνουμε και με τον έρωτα, την επιτυχία, την ψυχαγωγία, την κοινωνικότητα και την εργασία: επειδή είναι ευχάριστα και η τεχνολογία τα έχει καταστήσει προσβάσιμα και έντονα, το παρακάνουμε. Το τεχνητό έχει εκθρονίσει το φυσικό. Το ένστικτό μας σίγουρα θα έβρισκε εξαιρετικά δυσάρεστα όλα αυτά τα πλαστικά πράγματα, πλαστικές απολαύσεις, πλαστική ομορφιά, τενεκεδένια μουσική και πλαστικά αισθήματα, αν δεν ήταν το αλκοόλ και οι υπόλοιπες ουσίες που να μας ζαλίσουν τόσο, ώστε την ασκήμια να την βλέπουμε για ομορφιά και την ταλαιπωρία για διασκέδαση. 

Σκέψου το αυτό: μπορείς να περάσεις καλά χωρίς  να μεθύσεις;
Αυτό το σκέφτηκα ένα βράδυ που είχαμε πάει σε ταβέρνα και δεν μπορούσα να πιω λόγω αντιβίωσης: πέρασα καλύτερα και απόλαυσα τη συζήτηση χίλιες φορές πιό όμορφα. Χόρεψα περισσότερο γιατί
άντεχα περισσότερο και την επόμενη ημέρα εκτός από τη νύστα δεν είχα άλλο σύμπτωμα.

Άρα, το ένστικτο της επιβίωσης είναι εκεί, στη θέση του.
Εμείς οι ίδιοι είμαστε που στο όνομα της εύκολης υπερβολής (και του κέρδους) έχουμε βρεί τρόπους να το καταστέλλουμε και το παρακάμπτουμε, μέσα στην υπέροχη εξυπνάδα μας να ξεγελάμε το ένα και μοναδικό όργανο που μας λέει πως να επιβιώνουμε.

Μπράβο μας.
Μεγάλη η εξυπνάδα μας.

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Μονομερής παραγωγικότητα (εσείς να παράγετε κι εμείς να έχουμε δικαιώματα)

Για να λειτουργήσουν τα καταστήματα την Κυριακή πρέπει να υπάρχουν κάποιες συνθήκες που να το επιτρέπουν.

Η πρώτη από αυτές είναι να υπάρχει χρήμα στην αγορά, ώστε τα έξοδα που προκύπτουν (το πανάκριβο ρεύμα και μόνο θέλει να μπούν στο μαγαζί τουλάχιστον καμμία δεκαριά ανοιχτοχέρηδες πελάτες) να καλυφθούν και να βγεί και κέρδος. Το χρήμα αυτό δεν υπάρχει και οι τουρίστες από τα κρουαζιερόπλοια (για όσους ισχυρίζονται ότι ο τουρισμός απαιτεί ανοιχτά μαγαζιά) δεν αγοράζουν τίποτα, εκτός κι αν το ένα σουβενίρ ανά παρέα πιάνεται για κίνηση και επένδυση στην ελληνική οικονομία. Τα μαγαζιά είναι για τους έλληνες και οι έλληνες ψωνίζουν βουλγαρία, όσοι μπορούν, και καλά κάμουν.

Δεύτερον πρέπει το να έχεις μικρομεσαία επιχείρηση, γενικότερα, να είναι κερδοφόρο. Με την τρέχουσα φορολογία και εισφορές, δεν είναι.

Τρίτον, πρέπει να λειτουργούν και οι σχετικές υποδομές. Πρέπει, επί παραδείγματι, να είναι ανοιχτή η τράπεζα, το ταχυδρομείο, η εφορία, τα ιατρεία, οι μεταφορικές, ελεγκτικοί μηχανισμοί και ένα σωρό άλλες υπηρεσίες, όλο το δημόσιο, εν γένει. Και αυτό , ειλικρινά δεν το καταλαβαίνω, γιατί ο ιδιώτης να δουλεύει 7 ημέρες την εβδομάδα κι ο δημόσιος να μην δουλεύει ούτε καν τα απογεύματα. Και δεν ξέρω αν θυμάστε, αλλά όταν το είχε προτείνει αυτό κάποιος επί ΓΑΠ, έγινε πανικός, έπιασαν φωτιά οι φυλλάδες, τον πατριωτισμό και την κοινωνική δικαιοσύνη μου μέσα...

Τέταρτον, εκτός από ανοιχτές, οι υπηρεσίες του δημοσίου πρέπει να  είναι και παραγωγικές, δηλαδή όταν έχεις κάποια υπόθεση αυτή να διεκπεραιώνεται άμεσα και όχι να περιμένεις τρία χρόνια για μία σύνταξη ή έγκριση ενός δανείου, γιατί πως να πας στα μαγαζιά και πως να ανοίξεις επιχείρηση, κυριακή ή όχι, με δεμένα τα χέρια και χωρίς λεφτά στην τσέπη;

Πέμπτον, πρέπει το κατάστημα να πουλάει εμπορεύματα, άρα κάποιος να τα παράγει. Για να είναι ανταγωνιστική η τιμή, πρέπει αυτός ο παραγωγός να βρίσκεται σε κοντινή απόσταση. Στην Ελλάδα η παραγωγή φορολογείται περισσότερο από τα παιδιά, άρα, εξ ορισμού είναι ασύμφορο να ανοίξεις ακόμα και τις καθημερινές, πόσο μάλλον τις κυριακές που όλοι είναι είτε στις παραλίες είτε στα γήπεδα.

Έκτον, πρέπει ο μαγαζάτορας να μην χάνει τα κέρδη του πληρώνοντας προστασία στους νταβαντζήδες κάθε είδους, κρατικούς και άλλους.

Κάθε μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις που δεν υπάρχουν χρειάζεται εκατονταετίες επιτήρησης και χρηματοδότησης από τα ευρωπαϊκά ιδρύματα για να αλλάξει και ο λόγος για αυτό είναι ότι το ελληνικό κράτος, σε αντίθεση με τους Έλληνες, δεν θέλει να το αλλάξει, γιατί το ελληνικό κράτος είναι μαφία και βγάζει λεφτά από την παρανομία.

Για αυτό αμφισβητώ τα κίνητρα και την ικανότητα της Ελληνικής κυβέρνησης και αν έχω λάθος θέλω να βγεί κάποιος να ενημερώσει για το γενικότερο σχέδιο, αναλυτικά και με έγκυρα επιχειρήματα  να μου εξηγήσει γιατί όλα γίνονται για την παραγωγικότητα και αυτή έχει πέσει υπό του μηδενός, γιατί όλα γίνονται για το κέρδος και αυτό δε βγαίνει, γιατί όλα γίνονται για την ελλάδα και η Ελλάδα πουλιέται νησί-νησί, γιατί όλοι οι έλληνες ψηφίσαν σταθερότητα και το μόνο που είναι σταθερό είναι που χάνουν τα σπίτια τους, γιατί όλα γίνονται για την ανάπτυξη αλλά η ανάπτυξη φορολογείται περισσότερο από τη τις περιουσίες των λαμόγιων.



Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Τί δεν υπήρχε

Παρατηρώντας υγιείς ανθρώπους γύρω μου να μετατρέπονται σε φαρμακοκίνητα, αναρωτιέμαι γιατί να συμβαίνει αυτό, τη στιγμή που υποτίθεται ότι το βιοτικό επίπεδο είναι υψηλότερο από παλιότερα.

Θέλω να πω, έχουμε τρεχούμενο νερό και τουαλέτα μέσα στο σπίτι, έχουμε φαγητό τακτικά, έχουμε καθαριότητα και έχουμε και κάποιο επίπεδο ασφάλειας, υπό την έννοια ότι δεν κινδυνεύουμε ανά πάσα ώρα και στιγμή να μας φάει ένα λιοντάρι.

Κι όμως, έχουμε καρκίνους, αλλεργίες, καρδιακά, μεταβολικά, ορμονικά και ψυχολογικά που, αν πιστέψω αυτά που διαβάζω, έχουν αυξηθεί κατακόρυφα σε σχέση με το παρελθόν. Θυμάμαι, η γιαγιά μου πήρε το πρώτο της φάρμακο όταν έσπασε το πόδι της στα 68, ενώ η μητέρα μου άρχισε από τα 40κάτι και βλέπω τριγύρω μου τριαντάρηδες να μην περνάει εβδομάδα χωρίς να καταπιούν κάποιο σκεύασμα, από το απλό παυσίπονο για τον πονοκέφαλο μέχρι φάρμακα για αλλεργίες ή για το στομάχι ή την περίοδο ή ένα σωρό άλλα πράγματα.

Δεν θέλω να διανοηθώ ότι η άνοδος του βιοτικού επίπεδου είναι βλαπτική για την υγεία, θέλω όμως να ρωτήσω δύο πράγματα. Πρώτον, είναι όντως έτσι; Δηλαδή, υπάρχει όντως αυτή η χειροτέρευση ή οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι πλέον γίνεται διάγνωση ενώ παλιά πέθαινες από κάποιον απροσδιόριστο βήχα που κανείς δεν ήξερε αν είναι καρκίνος ή πνευμονία; Εκεί που παλιά δεχόσουν τη μοίρα σου και υπέφερες γιατί απλά δεν υπήρχε τρόπος (τεχνολογία, λεφτά, έρευνα, κοκ) και αναγκαζόσουν να βολευτείς με τα γιατροσόφια της γιαγιάς, τώρα παίρνεις ένα χαπάκι και είσαι σένιος. Είναι έτσι; Ή μήπως δεν είναι;

Το δεύτερο που θέλω να ρωτήσω είναι το εξής: αν ισχύει ότι η υγεία μας είναι ακριβότερο να διατηρηθεί τώρα, τότε τί είναι αυτό που το προξενεί αυτό;

Θέλω να πω, για να επιστρέψω στο παράδειγμα με την γιαγιά, η δική μου ζωή απέχει έτη φωτός από τη δική της. Εκείνη δεν είχε τις τροφές που έχω εγώ, δεν είχε πλυντήριο, δεν είχε αυτοκίνητο, ούτε δρόμος βασικά, δεν είχε πληροφόρηση, δεν είχε μόνωση, δεν είχε ασφάλιση ούτε σύστημα υγείας, δεν είχε ανέσεις, δεν είχε φαγητό ντελίβερη, δεν είχε εναλλακτικές, δεν είχε νόμους που να στηρίζουν τη γυναίκα, δεν είχε πρόσβαση στη γνώση, δεν είχε σερβιέτες μιας χρήσεως, δεν είχε ψυγείο αλλά μία ντουλάπα με πάγο, δεν είχε ντομάτες στη μέση του χειμώνα. Δεν είχε μέηκ άπ και με ένα κραγιόνι πήγαιναν στο γάμο τους, δεν είχε συνθετικά σουπερ-υλικά για τα ρούχα της, δεν είχε εύχρηστους ψεκαστήρες για να καθαρίζει τα τζάμια, δεν είχε απορρυπαντικό χωρίς ξέβγαλμα, ούτε υγρό ρούχων για να μην αφήνει ασπρίλες στα ρούχα, ούτε σίδερα ατμού. Εκεί να δείς άγχος, φίλε μου!

Είναι τόσα πολλά αυτά που δεν είχε που απορώ πως στο καλό ζούσε, τί χαιρόταν από τη ζωή της. Κι όμως, παρέμεινε ακμαία ακόμα και μετά το σπάσιμο του ποδιού, δεν έχασε την αισιοδοξία της ποτέ και μέχρι την τελευταία της στιγμή τα είχε τετρακόσια, πολύ περισσότερο από κάτι κουρασμένους τριαντάρηδες που για να κουνήσουν το πόδι τους χρειάζεται γερανός και χαπακώνονται γιατί έτσι τους είπε ο ντόκτορ χάουζ.

Ήταν η γιαγιά μου εξαίρεση; Είμαι εγώ εξαίρεση; Ή μήπως όντως η υγεία των ανθρώπων είναι
χειρότερη;

Η ζάχαρη, τα χημικά, τα πλαστικά, η καθιστική ζωή, οι συσκευασμένες τροφές,  η απομάκρυνση από τη φύση, η μόλυνση, όλα αυτά μαζί; Μία άλλη σκέψη που αναφέρθηκε σε κάποια συζήτηση από άτομο θεωρώ ευφυές ήταν η εξής: η τεχνητή γονιμοποίηση φταίει για όλα, γιατί γεννιούνται και επιζούν παιδιά που δεν έχουν τις γενετικές προδιαγραφές όχι για να επιζήσουν, αλλά ούτε καν για να γεννηθούν, άρα έρχονται στον κόσμο άτομα που η φυσική επιλογή θα αφαιρούσε ή δεν θα επέτρεπε καν να υπάρξουν. Όταν αυτά αναπαράγονται, τότε έχουμε ολόκληρες γενιές ασθενικών ανθρώπων.
Ακραίο και σκληρό.

Ωστόσο το ερώτημα παραμένει

Γιατί μετά τα 25, δεν περνάει μέρα χωρίς φάρμακα;

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Ψυχο-τραβεστί

Ο Πράτσετ, τον οποίον αγαπώ, είχε την έμπνευση σε ένα από τα έργα του, κάποια παρωδία του γνωστού φαντάσματος της όπερας, έβαζε έναν χαρακτήρα να φοράει μία αόρατη μάσκα για να ξεπεράσει τη δειλία του.

Και, κοιτώντας τον ορισμό του όρου "τραβεστί" είναι δύσκολο να μην συνδέσει κανείς τα δύο αυτά τρομακτικά γεγονότα, το να είμαστε καλύτερα ο εαυτός μας πίσω από τη μάσκα και μάλιστα όταν αυτή η μάσκα δείχνει το αντίθετο από αυτό που κρύβουμε.

Τί φοβόμαστε πια;
Τί το τόσο τρομερό θα συμβεί χωρίς τη μάσκα;


Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Ρή-θινκ λέημπορ

Αντίθετα με τα όσα πιστεύονται, η κύρια αιτία σπατάλης στα συστήματα υγείας δεν αποτελούν τα διάφορα θανατηφόρα χόμπι του ανθρώπου, όπως το κάπνισμα η οδήγηση ή το αλκοόλ αλλά οι χρόνιες καταστάσεις που ταλαιπωρούν τους πολίτες στέλνοντας τους στα νοσοκομεία και τους γιατρούς ξανά και ξανά και ξανά καθιστώντας τους μέχρι πρότινος υγιείς άνθρωπους σε φαρμακοκίνητα όντα, πολύ συχνά δια βίου.

Η πιο επιβλαβής από αυτές τις χρόνιες καταστάσεις είναι η γενεσιουργός αιτία όλων αυτών, η υπερβολική εργασία.

Εκτός από το προφανές, δηλαδή τα εργατικά ατυχήματα, αυτό που κυριολεκτικά καταστρέφει την υγεία είναι η επανάληψη της ίδιας σωματικής ρουτίνας που προξενεί διαφορετικές παθήσεις κατά περίπτωση.

Στα καθιστικά επαγγέλματα οι συνήθεις παθήσεις είναι τα αυχενικά, η παχυσαρκία, τα διάφορα ψυχολογικά, στομαχικά, κοκ.

Στα χειρωνακτικά επαγγέλματα κυριαρχούν οι μυοσκελετικές κακώσεις, τραυματισμοί, χρόνιες δηλητηριάσεις από την έκθεση σε διάφορες χημικές ουσίες (καθαριστικά, βαφές, παρασιτοκτόνα, κοκ) και οι δερματικές παθήσεις από την έκθεση στον ήλιο. σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερθέντα.

Φυσικά, εξειδικεύοντας ανά επάγγελμα είναι εύκολο να διαπιστώσει κανείς τι είναι αυτό που ταλαιπωρεί την κάθε επαγγελματική κατηγορία: ορθοστασία και χημικά για τους κομμωτές, φερ'ειπείν, ή παθήσεις του αναπνευστικού για τους βαφείς και τους ανθρακωρύχους, κοκ.

Μπορεί να φαίνεται ότι οι χειρωνάκτες βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση, αλλά η παχυσαρκία με τις σχετιζόμενες παθήσεις (καρδιαγγειακά, μεταβολικά, ανοσοποιητικά, κοκ)  είναι πιο επικίνδυνες (και πιο κοστοβόρες!) από όλες μαζί τις παθήσεις των χειρωνακτικών εργασιών. Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο οι "καθιστικοί" την έχουν πιο άσχημα από τους "χειρωνακτικούς" είναι οι αυξημένες ευθύνες που συνδέονται με αυτά τα επαγγέλματα και οδηγούν σε περισσότερο άγχος, με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα.

Και αυτό, το άγχος δηλαδή, είναι που οδηγεί σε βλαπτικές για την υγεία συνήθειες, όπως η υπερβολική κατανάλωση διαφόρων ουσιών (αλκοόλ καφές, τσιγάρο, ζάχαρη, αλάτι) ή την καταπίεση φυσιολογικών λειτουργιών , σωματικών ή συμπεριφορικών, που φέρνουν διαταραχές και ψυχοσωματικά σύνδρομα που με τη σειρά τους οδηγούν στα υπόλοιπα.

Η εύκολη λύση θα ήταν να μειωθούν οι ώρες εργασίας για όλους, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, ας πούμε στις 4-5 ώρες ημερησίως. Αυτό όμως θα ήταν αντιπαραγωγικό αφενός, αναποτελεσματικό αφετέρου μιας και ο μέσος άνθρωπος όταν δεν έχει δουλειά αυτό που κάνει είναι να κάθεται και τεμπελιάζει, τρώγοντας πατατάκια, την νούμερο ένα αιτία υπέρτασης, παχυσαρκίας και απόλαυσης σε συνδυασμό με μπύρα, που λατρεύω.

Όχι, η λύση δεν είναι η μείωση της εργατικής δραστηριότητας αλλά η εναλλαγή των δραστηριοτήτων.

Κάθε άνθρωπος θα πρέπει να κάνει δύο δουλειές μέσα στο ίδιο οκτάωρο, μία καθιστική και μία χειρωνακτική, ώστε η μία να προσφέρει ανακούφιση από την άλλη. Η χειρωνακτική θα προσφέρει άσκηση και εκτόνωση από τα άγχη και την αγκύλωση της καθιστικής ενώ η καθιστική θα προσφέρει ξεκούραση και πνευματική διέγερση μετά από τον κάματο και την νοητική σύνδεση με το χώμα.

Φαντάσου, ας πούμε, ότι είσαι εργολάβος ασφαλτοστρώσεων και έχεις χαζέψει από τον ήλιο και την εισπνοή ασφαλτίλας. Αντί να πας σπίτι να πιείς μπύρες, όπως κάνουν οι περισσότεροι, σταματάς στο 5ωρο και πας σε ένα γραφείο όπου αντιγράφεις αναφορές ή δακτυλογραφείς μελέτες. Έτσι, όχι μόνο ξεκουράζεσαι αλλά διευρύνεις και το πνεύμα σου. Αντίστροφα, αν είσαι ψυχολόγος, μετά από μία ημέρα επαφής με την σκοτεινότερη πλευρά του ανθρώπου, που έχεις πιαστεί από την καρέκλα και τις ανθρώπινες κοτσάνες, πας στο χωράφι και ξεχορταριάζεις τις βραγιές. Έτσι, εκτονώνεσαι από τις σκοτούρες, γυμνάζεσαι και και μαθαίνεις και πως να ξεχωρίζεις την καλή από την κακή ντομάτα, για να μην αναφέρω ότι μετά από τέτοια μέρα δεν χρειάζεσαι ούτε αλκοόλ ούτε τίποτα άλλο για να σε πάρει ο ύπνος.

Και οι δύο θα κερδίσουν από την ευρύτερη γνώση, την επαφή με διαφορετικού είδους ανθρώπους σε κάθε δουλειά και την βελτίωση της υγείας τους, φυσικά.

Υπάρχει, βέβαια το ζήτημα της εξειδίκευσης, δηλαδή του να χρειάζεται να μάθει κάποιος δύο επαγγέλματα, αλλά δεν χρειάζεται τελικά να είναι έτσι αφού υπάρχουν εργασίες με χαμηλές απαιτήσεις σε δεξιότητες και στις δύο κατηγορίες: δεν χρειάζεται, ας πούμε, να είσαι γιατρός και αγρότης, (και οι δύο δουλειές απαιτούν δια βίου εξάσκηση και τριβή) μπορείς όμως να είσαι γιατρός το πρωί και μετά αχθοφόρος ή, αντίστροφα, αγρότης και μετά πωλητής στα διόδια, δηλαδή η κύρια δουλειά θα απαιτεί υψηλή εξειδίκευση ενώ η δευτερεύουσα χαμηλή εξειδίκευση.

Οι δυνατότητες συνδυασμών είναι άπειρες, αλλά εγώ το σκέφτομαι ως εξής:
το κύριο επάγγελμα θα μας απασχολεί για περισσοτερες ώρες, ας πούμε 5, ενώ η δευτερεύουσα λιγότερες, ας πούμε 3, εφόσον μιλάμε για οκτάωρο, φυσικά. Την δευτερεύουσα εργασία θα μπορούμε να την αλλάζουμε μέχρι να καταλήξουμε ποιά μας βολεύει ή μας ταιριάζει καλύτερα και φυσικά θα αμειβόμαστε για αμφότερες τις εργασίες και αυτό θα ισχύει υποχρεωτικά για όλους τους κλάδους σε όλα τα επίπεδα, από την πολιτική και τις επιστήμες μέχρι τα ορυχεία ή την πορνεία.

Το μεγαλύτερο ώφελος όμως θα είναι η αλλαγή στον τρόπο σκέψης και η ροή ιδεών που θα προκληθεί με αυτή την μετατόπιση μυαλών από το ένα κοινωνικό-οικονομικό στρώμα στο άλλο.