Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Πάρε ναυτάκι, ναυτάκι Συρανό, λοστρόμο Πειραιάτη (Ένα ΩΡΑΙΟΤΑΤΟ Λουκάνικο για όποιον το σκέφτηκε)

Κάποιος που προέρχεται από την Νέα Υόρκη δε λέγεται ΝεοΥορκήζος αλλά ΝεοΥορκέζος.
Κάποιος που προέρχεται από τον Πύργο δε λέγεται Πυργότης αλλά Πυργιώτης.
Κάποιος που προέρχεται από την Πάτρα δε λέγεται Πατρανός αλλά Πατρινός.
Κάποιος από τα Χανιά δε λέγεται Χανιάτης αλλά Χανιώτης.
Κάποιος από την Ζάκυνθο δε λέγεται Ζακυνθονός αλλά Ζακυνθινός.
Κάποιος που είχε τη μεγάλη τύχη να κατοικεί στο Βόλο, δε λέγεται Βολότης αλλά Βολιώτης.
Κάποιος που ζεί στην πρωθυπουργοταϊζούμενη Πελοπόννησο δε λέγεται Πελοποννήσος αλλά Πελοποννήσιος,  με τον ίδιο τρόπο που στα Επτάνησα λέγεσαι Επτανήσιος, πελαγίσιος, θαλασσινός και όχι πελαγόσιος θαλασσανός.
Το κρασάκι του Θεού που έχει μέσα το μήλο το καλό να πίνει ο άνθρωπος να ευφραίνεται η σκέψη και οι αισθήσεις του, λέγεται μηλίτης και όχι μηλότης.
Στην πανέμορφη Ρόδο σε λένε Ροδίτη ή Ρόδιο και σε καμμία περίπτωση Ροδότη ή Ρόδοο.
Αν ζείς στο Λονδίνο δε σε λένε Λονδινέζο αλλά Λονδρέζο, ενώ στο Βερολίνο δε σε λένε Βερολινόζο αλλά Βερολινέζο, στη Ρώμη όχι Ρωμήο αλλά Ρωμαίο, στην Αθήνα όχι Αθηνάο αλλά Αθηναίο.
Αν ζείς στην Κίνα δε λέγεσαι Κινάζος αλλά Κινέζος, στην Ιαπωνία Ιάπωνας ή Γιαπωνέζος και όχι Ιάπωνιας ή Γιαπωνιέζος.
Στην Αυστραλία είσαι Αυστραλός και όχι Αυστραλιός, στην στην Αφρική δεν είσαι Αφρικηνός αλλά Αφρικανός.
Ο κάτοικος της Άρτας λέγεται Αρτινός και όχι Αρτανός (γνωστός και ως νεραντζόκωλος και όχι νεραντζίκωλος), για μην αναφέρω  τα αγαπητά Ιωάννινα με κάτοικους  Γιαννιώτες και ουχί Γιαννενάτες (γνωστούς ως παγουράδες και όχι παγουριάδες). Επίσης, να μην ξεχάσω την Πάργα με τους Παργινούς και την Παργινόσκαλα, το Λούρο με τους Λουριώτες, τον Μύτικα με τους Μυτικιώτες και το Κανάλι με τους Καναλιώτες.
Αλλά το βραβείο το παίρνει ο πάνσοφος, σοφολογιώτατος, παντρισμέγιστος, υπερύψιστος, ανυπερβλητο-υπεργίγαντας της ντόπιας διανόησης που σκέφτηκε ΚΑΙ ΕΠΕΒΑΛΕ δια διαρκούς γκρίνιας και αρτηριοσκληρωτικής επιμονής που χαρακτηρίζει τον ημιμαθή με μία και μοναδική φαεινή ιδέα στη διάρκεια του βίου του, ότι ο κάτοικος της Πρέβεζας πρέπει να λέγεται Πρεβεζάνος και όχι Πρεβεζιάνος.
ΕΥΓΕ!
Ευτυχώς που υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι να μας σώζουν από τη βλαχαδερή μας προέλευση, να γίνουμε κι εμείς επιτέλους Άνθρωποι.
Φαντάζεσαι να μπαίναμε στην Ευρώπη και μας λέγαν ακόμα με αυτό το απαίσιο γιώτα;

KUDOS!

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Ένα για την ΚΛΠ (μικρούλι μεν, ωμό δε)

Εδώ στην λεβεντογέννα Πρέβεζα έχουμε εδώ και δεκαετίες την Κινηματογραφική μας Λέσχη, η οποία αποτελεί μία από τις λίγες ευκαιρίες να δεί κανείς κάτι πέρα από τις χολυγουντιανές αηδίες. Και πάντα μου άρεσε να παίρνω τον εαυτό μου και να πηγαίνω εκεί, να κάθομαι στην δέκατη σειρά και να χάνομαι στις εικόνες.

Τα τελευταία εικοσι-κάτι χρόνια, όμως, δεν είχα τη δυνατότητα να το πράξω αυτό γιατί οι προβολές γίνονται κάθε δευτέρα βράδυ κι εγώ, όπως όλοι γνωρίζετε δουλεύω σε φροντιστήριο. Κρίμα, μεγάλο κρίμα. Πολύ μεγάλο κρίμα, λέω και κλαίω, γιατί στην ηλικία μου απλά δεν αντέχω άλλο χόλυγουντ. Μου φαίνονται όλα ίδια κι επαναλαμβανόμενα, όλα κλισέ και αχυρένια, και δεν υπάρχει τίποτα άλλο στην Πρέβεζα. εκτός από τα καλοκαίρια που περιοδεύουν οι θίασοι.

Την περασμένη Δευτέρα, λοιπόν, φιλοξενήθηκε από την Κινηματογραφική Λέσχη ο Αντώνης Καφετζόπουλος, για την προβολή της ταινίας του και, όπως είναι αυτονόητο, ήθελα να πάω σε αυτή την εκδήλωση. Φυσικά αυτό δεν ήταν δυνατό λόγω δουλειάς.

Πάω λοιπόν στη σχετική ανακοίνωση της Λέσχης στο φέησμπουκ και τους λέω ότι γιατί να κάνουν μία τέτοια εκδήλωση Δευτέρα βράδυ και όχι Σάββατο ή Κυριακή, για να έρθει περισσότερος κόσμος, προσθέτοντας ότι δουλεύω και λυπάμαι που θα χάσω την εκδήλωση.

Η απάντηση της Κινηματογραφικής Λέσχης Πρέβεζας ήταν η εξής: "Πάρτε ρεπό".

Κρίμα το θεωρώ, διότι όποιος απάντησε τόσο κακοπροαίρετα αδικεί την προσφορά της ΚΛΠ που δεν είναι και μικρή.

Από την άλλη, όπως δεν πάτησα ούτε εγώ ούτε τα παιδιά μου στη Λέσχη τα τελευταία 20 χρόνια, έτσι θα συνεχίσω και στο μέλλον. Προφανώς δεν χρειάζονται ούτε στήριξη, ούτε θεατές, ούτε κόσμο στις προβολές, ούτε εισιτήρια, ούτε να πηγαίνει ο κόσμος στις εκδηλώσεις, όπως στο Καφετζόπουλο που ήταν μόνος με δυο-τρείς από τη Λέσχη (ούτε καν όλοι από τη Λέσχη). Ελπίζω να το ευχαριστήθηκαν.

ΑΠό εμένα θα έχουν νέα όταν οι προβολές γίνονται σε λογικές ώρες και ημέρες. Μέχρι τότε
ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ.
ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ, ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΑ ΤΗΣ ΝΤΑΠΙΑΣ!.

Υπάρχει και το ίντερνετ, στο κάτω-κάτω.

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Επιστροφή στην πχιότητα

Είχαμε σαν παιδιά αυτή την παραίσθηση ότι το μέλλον θα ήταν διαστημικό. Ρομπότ θα έκαναν όλη τη δουλειά και οι άνθρωποι θα είχαν την ευχέρεια για άλλες αναζητήσεις.

Αντί για ρομπότ, όμως, έχουμε ακόμα σκλάβους και οι αναζητήσεις μας σε αυτούς βασίζονται, γιατί χωρίς ψάρια από τη σομαλία πως να φας σούσι και νούντλς σε προσιτές τιμές;

Τα ρομπότ, τελικά, αποδείχθηκε ότι είναι ακριβά αφού απαιτούν διαρκή αναβάθμιση, άρα έρευνα, κάτι που όπως όλοι γνωρίζουμε κοστίζει πολύ. Η έρευνα, είναι το ένα ακριβότερο πράγμα σε όλη την αλυσίδα παραγωγής, βασικά. Οπότε, καλύτερα τα παιδάκια στην Ασία.

Άρα, ενώ παλιά μπορούσαμε να ξοδέψουμε μέρος του εισοδήματός μας σε τεχνολογία ώστε να έχουμε, ας πούμε, έναν τελευταίας τεχνολογίας υπουλογιστή, πλέον είναι πιο συμφέρον να έχουμε έναν στιβαρό, όχι τόσο σουπερ-ντούπερ, αλλά αξιόπιστο, έναν υπουλογιστή-σκυλί  να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς να χρειάζεται σέρβις και αναβάθμιση και αλλαγές σε κάρτες και δίσκους και τον τεχνικό όλην ώρα και έξοδα γενικώς. Κι ας μην σηκώνει κανα-δυό εφαρμογές, σε τελευταία ανάλυση.

Το ίδιο ισχύει και για το αυτοκίνητό μας, για το κάθε τι που θα καταναλώσουμε, το κράτος μας, τα ρούχα μας, το κινητό μας ή το απορρυπαντικό πιάτων μας. Για εμένα αυτό είναι κάτι το θετικό, γιατί το είχαμε παρακάνει με τον καταναλωτισμό, αν και υπάρχουν ακόμα παιδιά (30-κάτι ετών, τα "παιδιά") που αν δεν αλλάξουν φέτος κινητό αυτό το μήνα νιώθουν σα λαθρομετανάστες σε ψαρόβαρκα που βουλιάζει στο Αιγαίο, αλλά είναι καιρός που ολοένα και περισσότεροι αναθεωρούν ορισμένα πράγματα.

Τι θα κάνουν οι εταιρείες που παράγουν τεχνολογία; Δεν το ξέρω. Δεν ξέρω αν θα επιζήσουν όλες, αν η σίλικον βάλλευ γίνει σίλικον στρητ ή αν απλά μειώσουν ταχύτητα ανάπτυξης. Δεν ξέρω αν στραφούν σε πιο βιώσιμες λύσεις, όπως, ας πούμε υλικά που δεν χρειάζεται να σκάψεις σε χίλιες μεριές να βρείς, αλλά να αξιοποιήσουν υλικά πιο ταπεινά σε νέες πατέντες. Αντί να θάβουν τις παιχνιδομηχανές στα χωράφια, μπορεί απλά να παράγουν λιγότερες.

Πάντως, ένα είναι σίγουρο: όλα πλέον πρέπει να είναι heavy duty για να επιζήσουν. Κυρίως οι εταιρείες, που μέχρι τώρα έκαναν τον καμπόσο στις πλάτες των κυβερνήσεων.



Λοιπόν, μάγκες.

Φυσικά και δεν έχει αλλάξει τίποτα.

Θα καταλάβω ότι κάτι άλλαξε όταν θα μπορείς να παράγεις κάτι ή να διατηρήσεις μία επιχείρηση κερδοφόρα, χωρίς να κλέβεις, χωρίς να έχεις γνωστό στη δου, χωρίς επιδοτήσεις, χωρίς δάνεια, χωρίς προγράμματα, χωρίς τζιριντζάντζουλες, εν τέλει.

Και αυτό ο Αντωνάκης ούτε θέλει αλλά, κυρίως, ούτε είναι ικανός να το κάνει.

Όλα τα άλλα είναι απλώς οδοντόκρεμες. Για την προεκλογική καμπάνια. Και, ω, τι θαύμα, κανείς νεοδημοκράτης στη φυλάκα.



Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Μαύρο Φάντασμα - 4

Πέρασαν πολλές ώρες έτσι. Το βράδυ που όλα σκοτείνιασαν τριγύρω, έβλεπε την αντανάκλαση των φώτων στα τζάμια και όταν τελικά ο Γιώργος σταμάτησε σε κάποιο ξενοδοχείο, η θέα του τοίχου απέναντι ήταν τρομερά βαρετή. Έκλεισε τα μάτια. Μετά από λίγο, προσπάθησε να τα ανοίξει, και δεν το έκανε.
Τους επόμενους μήνες ο Γιώργος ταξίδεψε πολύ, κλείνοντας δουλειές, προωθώντας προϊόντα και οδηγώντας μόνος με το κινητό στο χέρι. Η Μάισα, ανήμπορη ακόμα και να δεί, ένιωθε τα άλλα φαντάσματα να έρχονται και να φεύγουν, άκουγε τις κουβέντες, αλλά της φαινόταν ενοχλητικές όπως το βουητό της μύγας, εκνευριστικές παρεμβολές, εισβολές και καταπατήσεις του ακουστικού της χώρου. Ήξερε τί να ζητήσει.
"Γιατρέ;" είπε όταν τον ένιωσε να έρχεται δίπλα της.
"Ναι;"
"Φύγετε"
Και αναστέναξε όταν έφυγαν.
Στην αρχή οι σκέψεις που ξεφύτρωναν ήταν οι ίδιες, ξανά και ξανά. Γιατί και γιατί και γιατί, μα γιατί. Μετά το μυαλό της βαρέθηκε τα ίδια θέματα ξανά και ξανά, και πήγε πίσω, στις θύμησες. Ανάκατα, σκόρπιες σκηνές άναβαν στο μυαλό της και μετά έσβηναν στη στιγμή. Στην Αφρική, στην Ελλάδα, στο καλύβι, στο υπόγειο, στο διαμέρισμα, σαν παιδί, σαν μητέρα, οι κουβέντες, τα λόγια, τα χέρια, οι οι γονείς της στο πλίνθινο καλύβι με τα καλάμια στη σκεπή, τα αδέρφια της γυμνά και ξυπόλυτα, τα ζώα με τα τεράστια κέρατα, το δικό της αυτοκίνητο, οι κουρτίνες του σπιτιού της, οι βροχές εδώ και οι βροχές εκεί, οι μυρουδιές, η πόλη, η φασαρία και η βρώμα, το πλοίο, τα πεζοδρόμια.

 Μετά άκουσε όλους τους ήχους, τις φωνές των ανθρώπων, τις σκόρπιες φράσεις που κάτι σήμαιναν, ένα μουσικό καλειδοσκόπιο ασυνάρτητο μα κατά κάποιο τρόπο αρμονικό που την απασχόλησε αρκετά.

Ήταν πια Δεκέμβρης στον πραγματικό κόσμο, όμως εκείνη ακόμα ακίνητη σε εμβρυακή στάση, δεν έβλεπε ούτε ένιωθε τίποτα.  Αφού ανακάτεψε τις σκέψεις της για πολύ μεγάλο διάστημα, κι αφού έλιωσε τις αναμνήσεις από την πολλή χρήση, αφού κατανάλωσε όλο της τον εαυτό, ξαφνικά θυμήθηκε το ατύχημα. Χαζό, τόσο χαζό! Ούτε καν έτρεχε! Μόλις που είχε ακουμπήσει την κολώνα, δίπλα στα χυμένα λάδια. Αλλά, πως το είχε πεί ο γιατρός; Ήταν το ανεύρυσμα. Θυμήθηκε το γκαράζ, τα φαντάσματα και τον Γιώργο. Ξαφνικά ήθελε να δεί αλλά ακόμα δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια.

Μετά, με κλειστά τα μάτια ακόμα, σκέφτηκε, τελευταίους, τον Κώστα και τα παιδιά. Με κάποιες τύψεις το παραδέχτηκε στον εαυτό της μα μετά συγχώρεσε τον εαυτό της γιατί τί σημασία είχε πια; Ήξερε ότι τα είχε δώσει όλα και ότι αν υπήρχε κάτι περισσότερο θα το είχε δώσει κι αυτό. Της φάνηκε περίεργο που τα παιδιά και ο Κώστας δεν την απασχόλησαν πολύ, αλλά όταν η σκέψη της πήγε παρακάτω δεν είχε πια καμμία άλλη προσδοκία. Από κανέναν.

Και τότε έγινε κάτι που δεν περίμενε. Έβλεπε τα πάντα χωρίς να ανοίξει τα μάτια. Από το παράθυρο του συνοδηγού είχε θέα στον επαρχιακό δρόμο που έτυχε να περνάει ο Γιώργος εκείνη τη στιγμή, ένα γκρίζο χειμωνιάτικο τοπίο.

Πήρε μία βαθειά ανάσα και σηκώθηκε, η μισή μέσα στο αυτοκίνητο μέσα από τα χέρια του Γιώργου που κρατούσε το τιμόνι, και η άλλη μισή πάνω από τον ουρανό, ακουμπισμένα τα χέρια στις λαμαρίνες. Ήξερε ότι πια δεν είχε σημασία, αλλά παρόλο που έβλεπε κι έτσι, άνοιξε τα μάτια και αυτό ήταν μεγάλη ευχαρίστηση. Χαμογέλασε.

Σηκώθηκε πάνω στον ουρανό του αυτοκινήτου. Συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν πια απαραίτητο να πατάει και αιωρήθηκε μερικά εκατοστά πιο ψηλά χαμογελώντας με το νέο παιχνίδι.
"Γιατρέ;!" είπε και ο γιατρός ανέβηκε με ένα σάλτο από το πλάι του  κινούμενου αυτοκινήτου.
Ο γιατρός δεν χρειαζόταν να το κάνει αυτό, αλλά το έκανε. Δεν υπήρχε για αυτόν ούτε για αυτή βαρύτητα αλλά παριστάνοντας ότι υπήρχε ήταν ακόμα άνθρωποι, από επιλογή τους. Θα μπορούσαν να αλλάξουν σχήμα ή μέγεθος αλλά η Μάισα κατάλαβε για πιο λόγο ο γιατρός κρατούσε τη γραβάτα πάντα στην ίδια μεριά που ήταν πριν πεθάνει, όπως την είχε ξεσφίξει πριν η καρδιά του τον προδώσει. Όσοι είχαν αλλάξει μορφή, έχασαν τις μνήμες τους.

Ο γιατρός αιωρήθηκε με τον ίδιο τρόπο δίπλα της. Της κράτησε το χέρι.
"Σε θυμήθηκα τελευταίον. " του είπε.
"Λογικό."
"Ελευθερώθηκα τότε"
"Κι εγώ, όταν θυμήθηκα εσένα, τελευταία"
Αγκαλιάστηκαν.
"Πάμε στους άλλους;" είπε ο γιατρός.
"Πάμε." είπε η Μάισα και περπάτησαν στον αέρα, λες και ήταν δρόμος, καθώς το αυτοκίνητο από κάτω τους, απομακρύνθηκε στις στροφές ενός παραθαλάσσιου δρόμου. Ο Γιώργος, στο τιμόνι από κάτω, ξεφύσηξε λες και του έφυγε ένα βάρος.
Έσκυψε στο ραδιόφωνο κι έβαλε κάτι χαρούμενο.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Μαύρο Φάντασμα - 3

Το πρώτο επεισόδιο εδώ και το δεύτερο εκεί.

Με τα χέρια τυλιγμένα γύρω από τα γόνατα και κοιτώντας τον Αλέκο μέσα από το καθρεφτάκι, ρώτησε.
"Σα να μου λες, δηλαδή, ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα εκτός από το να περιμένω εδώ μέσα να "ελευθερωθώ", σωστά;"
"Ναι. Στην ουσία, ναι.", αποκρίθηκε ο γιατρός ισιώνοντας τη γραβάτα του μπρος στο στήθος του, αλλά χωρίς να τη σφίξει. Η Μάισα το παρατήρησε μέσα από τον καθρέφτη, αλλά δεν είπε τίποτα.
'Υπάρχουν και χειρότερα, να ξέρεις πάντως." συνέχισε ο γιατρός, αλλά η Μάισα κάγχασε ειρωνικά.
"Αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τότε δεν θα κάνω τίποτα" είπε εκείνη. "Και ήταν ανάγκη να είναι ο Γιώργος; Κανέναν πιο ενοχλητικό δεν είχατε να μου δώσετε;"
"Γιατί καλέ;"
"Είναι καψούρης μαζί μου"
"Ε, και;"
"Τί "ε-και"; Τον έχεις δει να μου κολλάει; Σα βρεγμένο κουτάβι είναι, ο ηλίθιος! Και είναι και παντρεμένος ..."
"Ε, και;" έκανε τον ανήξερο ο γιατρός
"Α, καλά!" έχασε την υπομονή της τινάζοντας στον αέρα τα χέρια της. "Άσε μας, ρε Αλέκο..." Δεν του ξαναμίλησε μέχρι που επέστρεψε ο Γιώργος από το βενζινάδικο, με καφέ σε πλαστικό ποτήρι, τινάζοντας τρίμματα τυρόπιτας από τη μπλούζα του.
Κάθησε πάλι μέσα στο μελαμψό φάντασμα της Μάισας, η οποία κατέβασε τα πόδια από το κάθισμα, έτοιμη να "οδηγήσει" για άλλη μία φορά. Όμως ο Γιώργος δεν έβαλε μπρος. Με τα χέρια στο τιμόνι, έσκυψε και αναστέναξε λες και φυσούσαν χίλιοι ανέμοι.
"Α, ρε Μάισα!" μονολόγησε και με άλλον έναν αβυσσαλέο αναστεναγμό, έβαλε μπρός. Η Μάισα κοίταξε με νόημα τον γιατρό μέσα από τον καθρέφτη σα να του έλεγε "κατάλαβες τώρα;"
Οδήγησαν με τον γνωστό τρόπο μέχρι που έφτασαν στο σπίτι του Γιώργου. Μόλις έμεινε μόνη της στη θέση του οδηγού, πάλι τυλίχτηκε γύρω από τα γόνατά της. Τα υπόλοιπα φαντάσματα ήρθαν, αλλά δεν τους έδωσε σημασία. Έγειρε το κεφάλι στα γόνατα και άκουγε αφηρημένα τις κουβέντες τους. Γιατί την ακολουθούσαν; Γιατί αυτά τα φαντάσματα; Σήκωσε το κεφάλι να ρωτήσει, αλλά καθώς είχαν ζωηρή συζήτηση, ξανα-έγειρε αφηρημένα το κεφάλι στα γόνατά της. Ένας θεός ξέρει πόση ώρα αργότερα, ο Γιώργος βγήκε από το σπίτι κρατώντας έναν μεγάλο ταξιδιωτικό σάκο, τον οποίο έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ. Μπήκε στο αυτοκίνητο και πήρε το κινητό του.
"Έλα, Πανωραία! ....Ναι, τι κάνεις; ... Ναι, όλα καλά. Να σου πω, μπορείς να μιλήσεις; ...Άκου, πόσο γρήγορα μπορεί να βγεί ένα διαζύγιο;....Ναι. Με τη Νόρα.... Ε, τί να σου λέω τώρα! Θα τα πούμε από κοντά. Πες μου χοντρικά, να ξέρω....Όχι, συναινετικό....Ωραία. Θα σε ξαναπάρω τηλέφωνο αύριο, ok; ... Ναι, ετοίμασε εσύ αυτά που ξέρεις και θα περάσω κάποια στιγμή να τελειώνουμε....Γειά. Καλό βράδυ!"
Μετά πέρασαν από το σπίτι κάποιου φίλου, προφανώς, ο οποίος μπήκε στη θέση του συνοδηγού και όλος έγνοια προσπαθούσε να καταλάβει τί έπαθε ο Γιώργος στα καλά καθούμενα.
Η Μάισα έστησε αυτί.
"Δεν ξέρω, ρε Βαγγέλη. Στην κηδεία της Μάισας, δεν άντεξα. Δεν άντεξα....Κάτι έσπασε. "
"Και τώρα;"
"Θα πάω να μείνω στο πατρικό μου που'ναι άδειο. Μετά δεν ξέρω. Θα φύγω, πάντως. Δεν ξέρω...Θα δώ. Δεν ξέρω ακόμα"
"Πες μου. Τί να κάνω;"
"Τώρα τίποτα. Απλά να ξέρεις. Θα αλλάξω κινητό και θα ξέρεις μόνο εσύ τον αριθμό. Για ώρα ανάγκης. Δες μήπως χρειάζεται η Νόρα τίποτα.... Αυτά. Θα σε πάρω τηλέφωνο κάποια στιγμή. ΟΚ;"
"Εντάξει, ρε Γιώργο. Να προσέχεις." είπε και βγήκε από το αυτοκίνητο.
Ο γιατρός-φάντασμα στο πίσω κάθισμα, κοίταξε τη Μάισα με ύφος.
"Τώρα, τί έχεις να πείς;"
"Κρίμα... Αλλά που να το ήξερα; Ποτέ δεν είπε... Μόνο κοιτούσε σα χάνος... Κρίμα..." Ο Γιώργος είχε βάλει μπρός και κινούνταν πάλι στην εθνική,σκυθρωπός. Δάκρυσε, σκούπισε τα μάτια του και προσπάθησε να σκληρύνει τον εαυτό του. Η Μάισα "οδηγούσε" αλλά ένιωθε την βουβή κριτική από τα φαντάσματα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Η Φιλιώ και ο Λάμπρος ήταν πάνω στο πορτ-μπαγκάζ, έξω από το πίσω τζάμι.
"Ξέρεις από που είμαι;" απευθύνθηκε στο γιατρό η Μάισα με θυμό.
"Φυσικάα!" είπε υπεροπτικά ο γιατρός, αλλά η Μάισα με το βλέμμα στο δρόμο συνέχισε απτόητη.
"Δέκα χρονών με φέραν οι δικοί μου εδώ από την Αφρική. Μέχρι τότε δεν ήξερα τί είναι βρύση και κατσαρόλα. Ζούσαμε σε τέτοια καλύβια που οι τρώγλες των υπογείων στα εξάρχεια μας φαινόταν παλάτια! Ξέρεις πόσο ξύλο έχω φάει; Ξέρεις πόσα λεφτά μου'χουν φάει; Ξέρεις πόσες αρρώστιες πέρασα; Ε;! Ξέρεις; Εσύ και το ιατρείο σου;! Τί ξέρεις εσύ; Ξέρεις τί θα ήμουν αν δεν είχε βρεθεί ο Κώστας; Για πες μας, τί ξέρεις γιατρούλη! Δε με νοιάζει τί κάνει ο Γιώργος, που τα έχει όλα! Δε με νοιάζει! Και ξέρεις γιατί δε με νοιάζει; Γιατί ο Γιώργος έχει πηδήξει και τις γάτες. Γιατί ο Γιώργος, τα έχει όλα και κλαίγεται που δεν του έκατσα, κι εγώ είμαι κολλημένη σε τούτο το σαράβαλο(χτύπησε το χέρι τιμόνι) πάνω που όλα πήγαιναν καλά! Για αυτό, όταν λέω δε με νοιάζει, θα καταλαβαίνεις ακριβώς αυτό: ότι δε-με-νοιά-ζει! Κατάλαβες;!"
"Εξακολουθείς να μην καταλαβαίνεις. Το ζήτημα δεν είναι όλα αυτά που είπες." παρέμεινε ψύχραιμος ο γιατρός.
"Α, ναι; Και ποιό είναι το ζήτημα τώρα, εδώ που είμαι; Ποιό είναι το ζήτημα, τώρα;"
Ο γιατρός άνοιξε το στόμα του να απαντήσει, αλλά τον διέκοψε απότομα.
"Άσε! Ξέρω. Ξέρεις, αλλά δεν ξέρεις και μισόλογα και "ίσως" και "θα δούμε" και σε τρία τέρμηνα θα διαβώ μεγάλη πόρτα! Αφού δε μπορείς να κάνεις τίποτα, τουλάχιστον μη με ενοχλείς. Γύρισε πίσω να τον κοιτάξει. "Μπορείς;"
"Καλάααα" υποχώρησε ο γιατρός και πρόσθεσε. "Μπορείς να πας στη διπλανή θέση σε παρακαλώ;" τη ρώτησε.
Εκείνη καχύποπτα τον κοίταξε πάλι μέσα από τον καθρέφτη.
"Γιατί;"
"Για δες. Μπορείς;" πετάχτηκε ο μαθηματικός, με περιέργεια. Η Φιλιώ και ο Λάμπρος έσκυψαν για να κοιτάξουν μέσα από το πίσω τζάμι.
Η Μάισα, ακόμα καχύποπτη, χαμήλωσε τα χέρια από το τιμόνι που κρατούσε παράλληλα με τον Γιώργο και αμήχανα προσπάθησε να μετακινηθεί. Στάθηκε αδύνατον.
"Τί έγινε τώρα; Δεν μπορώ; Γιατί δεν μπορώ; Πριν μπορούσα!"
"Όλα είναι στο μυαλό σου!" φώναξε ο Λάμπρος σκυφτός έξω από το πίσω τζάμι, δείχνοντας το κεφάλι του καθώς η Φιλιώ έγνεφε καταφατικά.
"Ποιό μυαλό μου..." μουρμούρησε σα χαμένη.
"Στο μυαλό σου!" επανέλαβε ο Λάμπρος δείχοντας το κεφάλι του ξανά. Η Φιλιώ τώρα έδειχνε κι αυτή με το δάχτυλο  το κεφάλι του Λάμπρου, χαμογελώντας ενθαρρυντικά.
"Τι λένε, Θέ μου!" αγανάκτησε η Μάισα. "Ωραία, λοιπόν, αφού είναι στο μυαλό μου, θα πάω στο δίπλα κάθισμα και μετά θα πετάξω στον μπλέ ουρανό!' είπε με ειρωνεία και σκουντούφλησε σε αόρατο τείχος, όταν προσπάθησε να το κάνει."Γαμώτο!"
Τις επόμενες ημέρες, παρέμεινε στη θέση της, με οργή που αυξάνονταν γεωμετρικά όσο οι άλλοι της έλεγαν να ηρεμήσει και ότι όλα ήταν στο μυαλό της. Κάθε φορά που το άκουγε αυτό γινόταν έξαλλη, προσπαθώντας ακόμα και να τους χτυπήσει, αλλά τα χέρια της έπεφταν πάλι σε αυτό το αόρατο τείχος.
Και έκλαιγε, μετά, παραδομένη στο τίποτα.
Τρείς ημέρες αργότερα, ένα μεσημέρι που ο Γιώργος σταμάτησε σε κάποιο εστιατόριο σε κάποια εθνική οδό, τυλίχτηκε γύρω από τα γόνατά της, όπως το συνήθιζε, και έγειρε πάνω στα γόνατα το κεφάλι της. Έκλεισε τα μάτια. Ένιωθε το πρόσωπό της τόσο σφιγμένο, σα να ήταν ζωντανή, τα φρύδια της δύο κόμποι φίδια. Όταν ξανα-μπήκε ο Γιώργος στο αυτοκίνητο, άνοιξε τα μάτια, αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει ούτε το κεφάλι.
Ο γιατρός από τη θέση του συνοδηγού την κοιτούσε με ανησυχία.
Η Μάισα τον κοιτούσε με βουβή απελπισία. Φοβόταν να μιλήσει, μήπως ανακάλυπτε ότι δεν μπορούσε ούτε αυτό. Ένα δάκρυ κύλησε.
"Γιατρέ;" ψέλλισε.
"Σςςς" έκανε καθυσηχαστικά ο γιατρός, χαϊδεύοντας την πλάτη της, περνώντας αιθέρια το χέρι του μέσα από τον υλικά πραγματικό Γιώργο, αλλά αγγίζοντας την άυλη μελαμψή γυναίκα.
"Να....;" ξεκίνησε να προτείνει κάτι ο μαθηματικός, σηκώνοντας το δάχτυλο από το πίσω κάθισμα.
"Όχι" είπε ο γιατρός. "Δεν μπορούμε αν δεν το ζητήσει. Πρέπει να το ζητήσει."
"Τι; Τι;" ρωτούσε η Μάισα, προσπαθώντας μάταια να δεί τριγύρω περιστρέφοντα τα μάτια της απεγνωσμένα. "Τι;!"
"Το πρόβλημα είναι ότι σκέφτεσαι ακόμα σα να μην έχει αλλάξει τίποτα." είπε ο μαθηματικός. "Σα να έχεις στραμπουλήξει το μυαλό σου, υπό μία έννοια..." αλλά ο γιατρός τον σταμάτησε.
"Σςςς. Μόνη της." είπε και διακριτικά έφυγαν, αφήνοντάς την μαγκωμένη σε εμβρυική στάση.
Το μόνο που έβλεπε από το πλαινό παράθυρο ήταν το τοπίο που άφηνε το αμάξι γρήγορα πίσω του.



Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Πέντε πράγματα που με Πειράζουν

Παίζω το παιχνίδι χωρίς πρόσκληση από μπλόγκερ που επίσης χωρίς πρόσκληση το έπαιξε, γιατί έτσι μου αρέσει. Γενικά, όσα με πειράζουν τα έχω στη στήλη "βραβευμένα" με σήμα το ωμό λουκάνικο, με την ευκαιρία όμως λέω να εμπλουτίσω τη λίστα με πέντε items μονομιάς.


  1. Οι γυναίκες, γενικώς. Με τις εμμονές τους, με τις υστερίες τους, με τις προλήψεις και
    προκαταλήψεις, με τον εγωκεντρισμό τους και τον δικτατορικό τρόπο που αντιμετωπίζουν τους πάντες. Μη φας αυτό, μην πιείς εκείνο, μη βγείς, αν βγείς μην αργήσεις, πρέπει δαχτυλίδι, πρέπει σ'αγαπώ αλλιώς δε σου κάθομαι, πρέπει να είσαι υπήκοος, πρέπει το κέρατό μου το τράγιο, και ποτέ, μα ποτέ, να μη λένε τίποτα ξεκάθαρα. Σου μετράνε τις μπουκιές, σου μετράνε τις λέξεις κι επειδή αυτές τα μετράνε όλα, νομίζουν ότι κάνεις το ίδιο, και μετά μάλιστα, σε κατηγορούν για αυτό. Θέλουν να ντύνονται σα τσούλες, να φέρονται σα τσούλες, να μιλάνε σα τσούλες, να πηδιώνται σα τσούλες, αλλά ο γκόμενος να της μιλήσει ρομαντικά. Παράνοια! Και μετά από όλα αυτά, κι αφού σε έχουν καταντήσει ψυχωσικό για να προσπαθείς να μυρίσεις τα νύχια σου τι θέλει η πριγκήπισσα, σε παρατάνε στα κρύα του λουτρού χωρίς να έχεις ιδέα τί παίχτηκε. ΚΑΡΓΙΕΣ!
  2. Οι μπάμιες και όσοι τις τρώνε. Έτσι. Αξιωματικά.
  3. Αυτοί που το παίζουν μεσσίες στη μουσική. Λες και τους έχρισε κανείς φύλακες του άγιου δισκοπότηρου, ξινίζουν τα μούτρα τους όταν βγαίνουμε έξω ή, ακόμα χειρότερα, τους φαίνεται αστεία η μουσική που δεν βρίσκουν ποιοτική. Μεγάλες κομπλεξάρες, αντί να διασκεδάσουν απλά κι όμορφα όπως όλος ο κόσμος, φέρονται λες και τα ξέρουν όλα και έχουν να λένε τι κομμάτι είναι αυτό και ότι δεν είναι η αρχική εκτέλεση ή ότι ο τάδε καλλιτέχνης το είπε καλύτερα τότε, κοκ. ΔΕ ΜΕ ΝΟΙΆΖΕΙ, ΚΑΜΜΈΝΕ ΜΟΥ ΦΊΛΕ. Δε με νοιάζει και μη με πρήζεις. Να σκάσεις ένα χαμόγελο μπορείς; Άμα δε μπορείς, σάλτα και πήγαινε στο λαγούμι σου να ακούς μόνος σου, σαν τον ψωριάρη, ποιοτική μουσική και να  κλαφτείς που δε σε θέλει κανείς, ούτε εσένα ούτε τη μουσική σου. Άντε μπράβο από δω χάμω.
  4. Οι αναγκαστικές διαφημίσεις στο διαδίκτυο. Αν θέλω καθαριστικά ή αξεσουάρ ή οτιδήποτε άλλο, εφόσον βρίσκομαι στο ιντερνέτ που λένε και οι γέροι, αυτό σημαίνει ότι διαθέτω δάκτυλα ή άλλο λογισμικό που μου επιτρέπει να αναζητήσω οτιδήποτε θέλω και να το βρώ. Μη με εκνευρίζεις πάνω που πίνω το καφεδάκι μου, γιατί θα σε "μαυρίσω" τουτέστιν δεν σε αγοράζω, το οποίο και έχω πράξει με διάφορες μάρκες και προϊόντα, ήδη.
  5. Οι ατάκες του πέφτουλα. Πόσο προβλέψιμος (ή προβλέψιμη: γιατί και οι γυναίκες είναι αισχρές πέφτουλες), πόσο βαρετός, πόσο αξιολύπητος στη λιγούρα του, πόσο υποτιμά τον εαυτό του και εμένα! Τον κοιτώ όπως κοιτώ την κατσαρίδα. Αν με ήθελες πραγματικά, δεν θα μου την έπεφτες έτσι, με το στημένο μαλλί και το πουκάμισο αλά γαμιάς που δεν είσαι. Πόσο δύσκολο είναι, τελικά, να είσαι κύριος! Στρίβε, μίασμα.
Αυτά, εκ του προχείρου. Είμαι σίγουρη ότι θα μπορούσα να σκεφτώ και άλλα, τότε όμως θα έμενε η στήλη του λουκάνικου ορφανή, χώρια που θα ήταν ζαβολιά στο παιχνίδι. Όποιος θέλει να προσθέσει τι δική του λίστα, είμαι πρόθυμη να τη διαβάσω .