Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Πως να δίνετε συμβουλές

Καταρχάς είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε εντός, αλλά και εκτός μας, δύο πράγματα. Πρώτον το γιατί θέλουμε να δώσουμε συμβουλή σε κάποιον και δεύτερον τί εννοούμε καλή συμβουλή.

Οι λόγοι για τους οποίους δίνουμε σε κάποιον τη συμβουλή μας είναι πολλοί, αλλά θα μπορούσαμε να τις κατηγοριοποιήσουμε στις εξής δύο περιπτώσεις: α)αγαπάμε κάποιον και μας σπάει η καρδιά να τον βλέπουμε να ταλαιπωριέται και β) για τη χαρά της επιβεβαίωσης. Και είναι πολύ παράξενο πως οι περιπτώσεις αυτές πολλές φορές αλληλοκαλύπτονται ή αλληλοαναιρούνται, ανάλογα με την περίπτωση, να αγαπάς κάποιον αλλά η ικανοποίηση του να έχεις δίκιο (η τέταρτη μεγαλύτερη μετά το φαΐ  το σεξ και το χέσιμο) να μας φέρνει συναισθήματα σχεδόν χαράς όταν φάει τα μούτρα του και όχι λύπης ή πόνου. Είναι πολύπλοκα όντα οι άνθρωποι και οι ανάγκες τους πολλές, βλέπεις...

          Μετά, ανάλογα με το κίνητρο, ορίζεται και η καλή συμβουλή. Ιδανικά, καλή συμβουλή είναι εκείνη που οδηγεί σε βελτίωση της κατάστασης εκείνου που συμβουλεύουμε, πολλές όμως καλές συμβουλές δεν εισακούγονται, για πολλούς λόγους, άρα εκτός από ωφέλιμη πρέπει να δίδεται και σε εύπεπτη μορφή ώστε εκτός από ωφέλιμη να είναι και καλοδεχούμενη.

          Κάτι άλλο για το οποίο πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, είναι η απλή αλήθεια ότι τις περισσότερες φορές η συμβουλή μας θα πέσει στο κενό.
          Ο λόγος για αυτό είναι διπλός. Πρώτον και κύριον, για να δεχτεί ο άλλος τη συμβουλή μας, άσχετα αν έχουμε δίκιο ή όχι, πρέπει να παραδεχτεί ότι όχι μόνο έχει άδικο, αλλά και ότι τη λύση δεν την έχει ό ίδιος αλλά εμείς, και αυτή είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, να δώσουμε τη συμβουλή χωρίς να θίξουμε ούτε τον εγωισμό ούτε την αυτο-εκτίμηση ούτε την αυτοπεποίθηση του φίλου μας, ούτε με κανέναν άλλο τρόπο να τον κάνουμε να νιώσει υποδεέστερος ή ανεπαρκής ούτε να τον φέρουμε σε αμυντική θέση με οποιονδήποτε τρόπο, γιατί αν το κάνουμε τότε δεν θα ακολουθήσει τη συμβουλή μας και θα συνεχίσει να ταλαιπωριέται, ενώ στην ουσία η λύση του προβλήματος είναι τόσο, μα τόσο απλή και εύκολη.
          Δεύτερον, ακόμα και αν αναγνωρίσει τη λογική της συμβουλής μας, ακόμα και αν όλα γύρω του και μέσα του λένε ότι πρέπει να κάνει αυτό που του είπαμε, είναι μέσα στη φύση των ανθρώπων να κάνουν ό,τι έκαναν πάντα, μέσα στη συνήθεια και στο ένστικτο, παρόλο που η ίδια τους η λογική λέει αυτό, ασυναίσθητα κάνουμε εκείνο, χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε. Επισήμως δηλώνουμε κουκουέ και μετά πάμε στα λίντλ για φτηνές πρωτεΐνες αμφίβολης προέλευσης και ηθικής του εργοδότη.
         Αυτό, λοιπόν, είναι κάτι που δεν πρέπει να μας απογοητεύσει, αλλά αντιθέτως να το περιμένουμε σαν φυσική εξέλιξη, στο σημείο πολλές φορές να περιμένουμε από τον φίλο μας να κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που τον συμβουλέψαμε, όχι επειδή δε μας ακούει ή μας αμφισβητεί αλλά επειδή είναι άνθρωπος. Κι εμείς οι ίδιοι, στην αντίστοιχη περίπτωση, έτσι θα κάνουμε, χωρίς καμμία αμφιβολία.

Πως λοιπόν, να πείσεις κάποιον να κάνει κάτι;
Είναι απίστευτα μεγάλο το ποσοστό της ανθρώπινης επικοινωνίας που αφιερώνεται στο να αλλάξουμε τη γνώμη κάποιου.

        Καταρχάς, η βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να φανεί ότι ο φίλος μας έχει άδικο, γιατί αν νιώσει ότι έχει άδικο, τότε ενδόμυχα θα βάλει τον εαυτό του στη θέση του κατηγορούμενου και, αντί να ακούει αυτά που του λέμε, θα απολογείται και θα δικαιολογείται, θα μας δεί σαν κριτές και κατήγορους αντί για συνετούς φίλους που ανησυχούν για το καλό του. Αυτό είναι έτσι, πάντα.
       Δεύτερον, σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να του πούμε ευθέως τί να κάνει. Κανείς ποτέ δεν κάνει αυτό που το λένε οι άλλοι, όχι μόνο λόγω εγωισμού, αλλά και γιατί αν ήταν εγώ θα έκανε ότι εγώ και δεν θα είχε εξαρχής βρεθεί στη θέση που βρίσκεται, να ταλαιπωριέται από το τίποτα, ούτε θα χρειαζόταν τη συμβουλή μας.

Αφού εξηγήσαμε τί δεν πρέπει να κάνουμε, ας περάσουμε στο φλέγον ζήτημα, εκείνο του τί στο καλό να κάνουμε.

Βασικό στοιχείο είναι η κατανόηση της φύσης του προβλήματος. Αν είναι ζήτημα χαρακτήρος και ιδιοσυγκρασίας, τότε όποια συμβουλή και αν δώσουμε, όσο δεκτικός και αν είναι σε αυτή ο φίλος μας, απλά δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα, διότι απλά δεν μπορεί να αλλάξει το ποιός είναι. Θα είναι αυτός ο άνθρωπος, θα φέρεται έτσι και θα πέφτει στα ίδια λάθη ξανά και ξανά. Τελεία. Κανένας δεν έχει καταφέρει να αλλάξει κανέναν ποτέ. Ακόμα και η ίδια η ζωή, με τα σκαμπίλια και τα σκαμπανεβάσματά της, μόνο μας παλιώνει. Πρέπει να δεχτούμε ότι ο φίλος μας είναι έτσι και έτσι θα φέρεται.

Ο μόνος τρόπος να αλλάξει αυτό που τον κάνει να δυστυχεί, είναι να το θέλει ο ίδιος.

Και για αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει ποτέ, ποτέ μα ποτέ, ακόμα και να μας ζητήσει οποιοσδήποτε, όσο κοντινός και αν είναι, να δώσουμε συμβουλή σε προσωπικά θέματα. Ούτε είμαστε στη θέση του φίλου μας, ούτε μέσα στο μυαλό του, ούτε μέσα στη καρδιά του, ούτε ξέρουμε πόσο πονάει, όταν το παίζει άνετος, ούτε πόσο έχει βαρεθεί τα άντερά του από τις υστερίες της όταν δηλώνει παράφορα ερωτευμένος μαζί της. Αν μας ζητήσει συμβουλή σε τέτοια θέματα, τότε το μόνο που επιτρέπεται να δώσουμε είναι τα δικά μας, ίσως ψυχραιμότερα, συμπεράσματα, αλλά και πάλι όχι με τον αέρα του ξερόλα και του παντογνώστη αλλά περισσότερο σαν "λες να έγινε αυτό; δεν ξέρω, φίλε μου, όλα είναι πιθανά" γιατί σε προσωπικά θέματα ποτέ δεν ξέρεις και είναι μεγαλύτερη η πιθανότητα να κάνεις λάθος, ακόμα και αν είσαι μπροστά στον τσακωμό την ώρα που συμβαίνει.

Άρα, συμβουλές δίνουμε μόνο σε πρακτικά ζητήματα. Πως να βγάλεις την τάδε άδεια, τί να κάνεις όταν σου κολλήσει ο υπολογιστής, σε ποιον να απευθυνθείς για την τάδε υπόθεση, κοκ. Επίσης, στην μαγειρική δεν δίνουμε συμβουλή, εκτός και αν ανήκουμε στο αντίθετο φύλο, διότι το να δώσεις συμβουλή σε γυναίκα αν είσαι γυναίκα και σε άντρα αν είσαι άντρας, ισοδυναμεί με αμφισβήτηση των ικανοτήτων σου και εκλαμβάνεται ως πρόκληση, και μάλιστα ορθώς, διότι αν φας κάτι και πείς "Εγώ στη μπεσαμέλ κάνω αυτό" είναι σα να του/της λές "Πως το'κανες έτσι μωρή;"

Αυτό, βέβαια, δεν είναι και κανένα μεγάλο νέο: να μη δίνεις συμβουλές. Βασικά, δεν είναι το θέμα της ανάρτησης, γιατί η ανάρτηση έχει τίτλο "Πως να δίνετε συμβουλές" και όχι "Πως να βγάζετε την ουρά σας απ'έξω χωρίς να μπλέκετε και να μη σας ζητάνε ευθύνες μετά".

Όταν κάποιος μας ζητά συμβουλή, ή κρίνουμε εμείς ότι πρέπει να του τη δώσουμε όταν μας εκμυστηρεύεται τον πόνο του, τότε πρώτα κάνουμε ερωτήσεις, αρκετές, όχι τόσο για να καταλάβουμε το πρόβλημα αλλά περισσότερο για να τον κάνουμε να μιλήσει, να ξαλαφρώσει, να το βγάλει από μέσα του. Αν το πρόβλημα είναι μικρό, τότε αυτό θα αρκεί και λήγει εκεί η υπόθεση, πριν καν πούμε τη συμβουλή μας. Αν το πρόβλημα είναι μεγάλο, τότε θα χρειαστεί να μιλήσει πολύ, πολλές φορές, ξανά και ξανά, να περιγράψει το πρόβλημα πολλές φορές και με πολλούς τρόπους. Αυτό δε γίνεται για εμάς αλλά για αυτόν, για να εκτονωθεί, να βγάλει ότι πίκρα ή σαράκι έχει να βγάλει, ώστε ακούγοντας την ίδια του τη φωνή να συνειδητοποιήσει τί είναι αυτό που λέει, μία βασική προϋπόθεση για να αρχίσει να δουλεύει το μυαλό του, αντί απλά να παρασύρεται από τα αισθήματά του. Όποιες ερωτήσεις του κάνουμε θα πρέπει να παραμείνουν χωρίς συμπέρασμα τύπου "Αφού είπε αυτό, τότε εσύ θα κάνεις αυτό", γιατί ακόμα είναι νωρίς: ακόμα δεν είναι βέβαιος, ακόμα έχει αμφιβολίες και ακόμα βρίσκεται σε σύγχυση. Οι ερωτήσεις μας έχουν σκοπό να τον κάνουν να μιλήσει, μήπως και μιλώντας ξεφουρνίσει τίποτα σημαντικό. Αυτό είναι και το ζητούμενο, ανάμεσα στις ασυναρτησίες και στις επαναλήψεις ίδιων επεισοδίων, θα ξεφουρνίσει την πηγή του πόνου.

Αν δεν μας έχει πάρει ο ύπνος, αν συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό είναι το αγκάθι και ότι εδώ βρίσκεται η αιτία της δυστυχίας, τότε σε καμμία περίπτωση και για κανέναν λόγο δεν το επισημαίνουμε, αλλά αντιθέτως, το αφήνουμε να περάσει, σα να μην τρέχει τίποτα. Τον αφήνουμε να νομίσει ότι ο λόγος που περνάει δύσκολα είναι ο γκόμενος, τα λεφτά, το αφεντικό, οι γονείς, σπόρκα μιζέρια, κοκ.

Μετά, μόνοι μας και όποτε τύχει να περάσει από το μυαλό μας, σκεφτόμαστε το πρόβλημά του. Το συσχετίζουμε με άλλα που έχουμε ακούσει  με άλλες περιπτώσεις, με άλλα περιστατικά, με ότι ξέρουμε ή νιώθουμε, με ότι μπορεί να έχει περάσει από το μυαλό μας στη ζωή μας. Περνάει κάμποσος καιρός έτσι, ενώ εκείνος συνεχίζει να παραπονιέται για το ίδιο ζήτημα ή άλλα που πηγάζουν από αυτό. Κι εμείς ακόμα δε λέμε τίποτα. Συνεχίζουμε να τον σκεφτόμαστε, να λέμε μέσα μας, τί να κάνει και πως να βοηθήσουμε, μέχρι που με βάσει όσα ξέρουμε και όσα μας έχει πεί, να καταλήξουμε σε συμπέρασμα.

Και αφού βρούμε τί είναι αυτό που πρέπει να κάνει, να καθήσουμε να σκεφτούμε πως θα του το φέρουμε ώστε να το δεχτεί χωρίς να "κλωτσήσει" και χωρίς να θιχτεί ο εγωισμός του, χωρίς να νιώσει υποδεέστερος, χωρίς να αναγκαστεί να παραδεχτεί το λάθος του, ούτε να νιώσει ότι τον κρίνουμε, χωρίς να του πούμε "έκανες λάθος", χωρίς να χρειαστεί να αλλάξουμε το ποιός είναι, χωρίς να τον αναγκάσουμε να απολογηθεί, χωρίς να τον κάνουμε να αμυνθεί. Τις περισσότερες φορές, ο τρόπος αυτός είναι να τον κάνουμε να πιστεύει ότι ήταν δική του η έμπνευση, ότι ήταν δική του η ιδέα και ότι δεν ήμασταν εμείς που το προτείναμε αλλά ο ίδιος που το σκέφτηκε.
Για να γίνει αυτό, αρκεί μία κουβέντα. Πέντε λέξεις.

Αυτές οι πέντε λέξεις, όποιες και αν καταλήξουμε ότι είναι, μπορεί να αλλάξουν τη ζωή του.
Πρόσφατα, άλλαξα κάποιου τη ζωή με τη φράση "Αμάν, κορίτσια, κάνετε λίγο ησυχία επιτέλους!." και η ζωή που άλλαξε ήταν αλλουνού.

Κάποια στιγμή, ένα ανεκτίμητο δευτερόλεπτο, θα καταλάβουμε ότι έχει τα παράθυρα της ψυχής του ανοικτά. Τότε, εν τέλει, μιλάμε, ακαριαία.

Ο μόνος τρόπος να αλλάξει αυτό που τον κάνει να δυστυχεί, είναι να το θέλει ο ίδιος και οι λέξεις μας ίσως του το θυμίσουν. Αυτό μπορούμε να κάνουμε.

Αν είναι σωστές οι λέξεις μας και σωστό το χρονικό σημείο, τότε δεν θα χρειαστεί τίποτα άλλο. Μετά από λίγο καιρό, το άτομο θα βγάλει από μόνο του το συμπέρασμα που εμείς είχαμε βγάλει ένα τρίμηνο πριν και μετά από αυτό , όλα θα αρχίσουν να του πηγαίνουν καλά. Αν δεν ήταν κάτι από αυτά αρκετό, τότε τίποτα ποτέ δεν θα είναι, και αυτό είναι κάτι που ακόμα κι αν δε θέλουμε να το δεχτούμε, συμβαίνει παρά τη θέλησή μας διαρκώς.

Και μετά σιωπούμε δια παντός.



Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Τι δεν κάνεις καλά

Πολεμάς τη μέλλουσα κυβέρνηση, κάνοντάς της ήδη αντιπολίτευση πριν χάσεις τις εκλογές.
Εκτός από ηττοπάθεια, αυτό δείχνει και κάτι άλλο: δεν μπορείς να το κάνεις.

Γιατί αν το έκανες καλά, τότε ο αντίπαλός σου θα έχανε τα υψηλά ποσοστά που πήρε στις τελευταίες εκλογές. Αντί αυτού, και παρά τη λάσπη που του ρίχνεις, παρόλο που διαστρεβλώνεις τις δηλώσεις
του και παρόλο που αυτός δεν έχει τόσο καλοπληρωμένους δημοσιοσχεσίτες να του λένε τί και πως να το λέει όσο εσύ, σε απειλεί και έχει το θράσος να κονταροχτυπιέται μαζί σου.

Το θράσος αυτό δεν το πήρε από μόνος του, αλλά του το έδωσε ο κόσμος. Ο κόσμος που όσο και αν ουρλιάζεις για ειδοποιήσεις ενάντια στον "δημαγωγό" που έλεγε και η μέρκελ, έχει σιχαθεί τα ίδια τερτίπια εδώ και 40 χρόνια.

Ο λόγος που ούτε εσύ ανεβαίνεις ούτε αυτός πέφτει, είναι ότι εσύ κάνεις λάθη.

Εσύ είσαι που είπες ψέματα για να εκλεγείς, εσύ είσαι που δήθεν δεν υπέγραφες αλλά υπέγραφες, εσύ είσαι που κάνεις ακόμα πιο άδικα τα μέτρα, εσύ είσαι που σταμάτησες τις εξελίξεις για να προλάβουν οι δικοί σου να κρύψουν τα κλεμμένα, εσύ είσαι που σταμάτησες το άνοιγμα και τις απολύσεις, εσύ είσαι που ξανα-βάζεις και τρίτο μνημόνιο πάνω στις πλάτες των φτωχών για να μην αλλάξεις αυτά που βολεύουν τους ημέτερούς σου.

Εσύ είσαι που είπες ότι θα ρίξεις το φπα στην εστίαση και σε λίγο πας να το ανεβάσεις κιόλας, εσύ είσαι που ενώ είχε αρχίσει να γίνεται μία κάποια καλή δουλειά με τον τουρισμό, τώρα θα έχουμε αδειανές μονάδες τον αύγουστο γιατί δε λες να ρίξεις το κόστος του δημόσιου που πνίγει τις ελληνικές επιχειρήσεις. Εσύ είσαι που έβαλες άσχετους σε καυτά πόστα, εσύ είσαι που ανεβάζεις ολοένα και περισσότερο τη φορολογία, εσύ είσαι που δεν έχεις ένα ικανό συνεργάτη που να μπορεί να αντιπαρατεθεί με τα κοράκια.

Εσύ είσαι που φοβάσαι τους ταξιτζήδες.

Εσύ είσαι που αρνείσαι να τιμωρήσεις τους κλέφτες, γιατί είναι φίλοι σου, στελέχη σου και κολλητοί σου.

Εσύ είσαι που δεν υπηρετείς τους Έλληνες αλλά τα λαμόγια. Εσύ είσαι που δεν καθάρισες το κόμμα αλλά για να εκλεγείς τους βόλεψες κιόλας.

Αλλά, κυρίως, ο λόγος που δε λένε να πέσουν τα ποσοστά του όπως είχαν πέσει και τα δικά σου όσο ήσουν αντιπολίτευση είναι ότι εσύ ο ίδιος είσαι ανεπαρκής. Είσαι εσύ που απογοήτευσες και είσαι εσύ που κάνεις κακά πράγματα σε καλούς ανθρώπους και αυτό θα το πληρώσεις.

Οπότε αντί να προσπαθείς να αντιμετωπίσεις τ
ον αντίπαλο με λάσπη, που έτσι κι αλλιώς δεν πιάνει, κοίτα να γίνεις καλύτερός του, να ωφελήσεις τον Έλληνα αντί να τον καταδικάζεις καθημερινά επειδή δεν είναι κλέφτης.

Η μεγάλη αλήθεια είναι ότι τόσο σε προσωπικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, τη δημοτικότητα του Αλέξη δεν την είχες ποτέ και , μάλιστα, είσαι ο μόνος πολιτικός από όσους γνωρίζω που έριξε κατακόρυφα τα ποσοστά του κόμματός του όντας αντιπολίτευση, από το 40 στο 20. Ναι. 29 πήρες στις εκλογές, αλλά ακόμα και αυτό ήταν με τα χίλια ζόρια και πουλώντας έδρες σε ρεμάλια όπως ο βορίδης, ο άδωνις και το αδερφό κόμμα η χα και φιλώντας κατουρημένες ποδιές, σαν αυτή της ντόρας, η οποία τώρα κάααααθεται...

Μην το παίρνεις προσωπικά, αλλά ένας τρόπος υπάρχει να αλλάξεις αυτή την πορεία της κατρακύλας σου και αυτό είναι να πάψεις να είσαι ο εαυτός σου. Αντί για κοράκι, να γίνεις σωτήρας. Αντί να αφαιρείς χρήμα από το σύστημα να επιτρέπεις να αυγατίζει, να αφήσεις τους ανθρώπους να δουλέψουν και να ζήσουν.

Αν οι άνθρωποι δεν αναγκάζονται να κλέψουν για να πληρώνουν τα χαράτσια, αν δεν οδηγούνται  στη χρεωκοπία για να πληρώσουν τα γαμησιάτικα των μεταπολιτευτικών προδοτών, αν αντί να παίρνεις το υστέρημα του φτωχού για να πληρώνεις ατασθαλίες των μεγιστάνων, αναγκάσεις τους τραπεζίτες να περιορίσουν τις μεγαλομανίες τους, έ τότε ίσως να μη φαίνεσαι τόσο κακός στα μάτια του ψηφοφόρου και ίσως να χάσει κάποια από τη γοητεία του ο νέος, ωραίος και υπερασπιστής του Έλληνα, Αλέξης.

Είναι και θέμα φυσιογνωμία, δυστυχώς: ενώ ο ΑΛέξης είναι χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερύκοκο, εσύ μιλάς σαν (και μοιάζεις με) τη θεία μου την Μαριγώ απόταν έχασε τον άντρα της, κλαψοκούνη....

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Ο Πορνόγερας

Βασικά δεν είναι γέρος. Γύρω στα πενήντα με εξήντα τον κόβω, αλλά επειδή μου είναι αντιπαθής, έτσι θα τον λέω.

Για δικούς του λόγους που γνωρίζω αλλά δεν θα αναφέρω, αποφάσισε να μάθει αγγλικά εκ του μηδενός. Και μου ήρθε για ιδιαίτερα.

Όλα πήγαιναν καλά. Είναι ένας, εκ πρώτης όψεως, συμπαθητικούλης τυπάκος, με την κοιλίτσα του, το προγούλι του, με την γραφική άγνοια σε θέματα τεχνολογίας, με την χαρακτηριστική εμμονή των επαρχιακών τύπων με τη νοικοκυροσύνη και γενικά ένας τυπικός Πρεβεζιάνος.
Για άλλους λόγους που επίσης γνωρίζω αλλά επίσης δεν είναι του παρόντος να αναλύσω, αποφασίζει να διακόψει τα μαθήματα μετά από έναν χρόνο περίπου. Το μόνο που μπορώ να αποκαλύψω είναι ότι δεν είχε να κάνει με εμένα, με οιονδήποτε τρόπο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όλα ήταν εντάξει. 

Όσο ήταν ακόμα μαθητής μου, με είχε ρωτήσει και του είχα δείξει πως να κάνει λογαριασμό στο φέησμπουκ, πως να δημιουργήσει ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τί είναι το σκάηπ, και άλλα πρακτικά, γιατί τα χρειαζότανε για τον γιο του που είναι στο εξωτερικό.

Και τον έκανα φίλο στο φέησμπουκ. Και μετά αναγκάστηκε να διακόψει τα μαθήματα.

Και μετά άρχισαν τα κόλπα.

Και δώσ'του οι αναρτήσεις, και κοίτα αυτό το άρθρο, και δες κι αυτό, και πάρε κι εκείνο.... Είχα κάνει και το λάθος να του δώσω το email μου για να του στέλνω διορθώσεις και κείμενα για το μάθημα, οπότε μία κατάχρηση είναι αλήθεια ότι την έκανε. Όσο μου έστελνε άρθρα από εφημερίδες, μπορούσα να λέω ότι ήταν απλή φιλική διάθεση και συμπάθεια, αλλά μετά άρχισε να σχολιάζει με τρόπο που εγώ δεν είχα ενθαρρύνει με κανέναν τρόπο.

Μετά μου έγραφε πράγματα όπως "Το πνίγεις το κουνέλι;" ή όταν άλλαξα φωτογραφία του προφίλ να μου λέει ότι "εξάπτει την φαντασία" και μετά σκουντήγματα και αστειάκια...

"Αυτό το τραγούδι έχει στίχους με νόημα..."

Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά.
Καθόλου σωστά.

Εγώ, όπως όλοι γνωρίζετε, γκόμενο δεν ψάχνω. Έχω τον Έρωτα. Για αυτό και όλες οι επικοινωνίες μου στο διαδίκτυο είναι ανοργασμικές, εσκεμμένα ουδέτερες, ώστε να μην υπάρχει ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να παρεξηγηθεί από τον οποιονδήποτε. Ακόμα και οι φωτό που χρησιμοποιώ είναι αυστηρώς, πουριτανικώς θα έλεγα, αντι-ερωτικές. Στην δε πραγματική μου ζωή, όλο με ένα τζήν κυκλοφορώ (το ίδιο πάντα) σπορτέξ ή μπότες και ένα πουλόβερ από πάνω μέχρι να μπεί ο Ιούνης, διότι πάντοτε κρυώνω. Δεν είμαι της κουβέντας, ούτε έχω πάρε-δώσε πολλά, σε σημείο γαϊδουριάς πολλές φορές.Τα λέω όλα αυτά για να μη νομίζετε ότι είμαι καμία γκόμενα ή καμμία ωραία ή ίσως καμμία ευχάριστη. Είμαι ωραία, αλλά με έναν αντι-συμβατικό τρόπο, καθόλου δεν είμαι εύκολη, αλλά αντιθέτως έχω την τάση να βγάζω τον αδόξαστο στον άτυχο συνάνθρωπο που θα τύχει να βρεθεί δίπλα μου. Και έτσι μου αρέσει. Αν ήμουν παράθυρο, στην κόκκινη εικόνα, θα ήμουν το στραβό.
Τα λέω αυτά, όχι για λόγο κανένα εκτός από το να σας δώσω να καταλάβετε την κατάσταση πως έχει, ότι δεν έχω δώσει κανένα δικαίωμα όχι μόνο στον κύριο αυτό, αλλά σε κανέναν, ούτε να νομίζει, ούτε να θέλει, ούτε τίποτα άλλο.

Έτσι, όταν άρχισε τις γραφικότητες ο κύριος αυτός, πρώτον απόρησα και δεύτερον αηδίασα. Μετά εκνευρίστηκα, γιατί έχω βολευτεί αυτή την ανοργασμική ελευθερία και πολύ μου αρέσει να μην ανησυχώ για πολλά πράγματα, όπως τί να πω, τί να προσέχω, τι να μην λέω και τί να μην κάνω. Και ξάφνου, τσούπ!, ένας λιγούρης...
Τί μπελάς...
Και αναρωτιέμαι, δεν σκέφτονται τι κάνουν;
Δεν σκέφτονται ποιοί είναι και τί ζητάνε;
Δεν καταλαβαίνουν δύο απλές αλήθειες;
Αναγκάζομαι να γίνω αγενής, και δεν το θέλω.

Δεν καταλαβαίνουν ότι δεν ανταποκρίνομαι;
Είναι ανάγκη να βρίσω;
Με το να γίνεται γλοιώδης, δεν το καταλαβαίνει ότι δυσχεραίνει τη θέση του;

Αν ήθελα, δεν θα το είχε καταλάβει ως τώρα;

Πόσο χαζοί είναι μερικοί άνθρωποι;

Απογοητεύομαι ξανά και ξανά.







Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Ομφαλιστάν

Είχα κάνει ένα ωραίο μπλογκάκι, αλλά τί να κάνεις...

Λυπάμαι που το άφησα, αλλά αν το καλοσκεφτείς δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα παιχνίδι, κάτι για να περνάς την ώρα σου, άρα στην ουσία πόσο σημαντικό μπορεί να είναι κάτι που έχεις για να περνάς την ώρα σου;

Θα περνάω την ώρα μου εδώ.
Όπως τα παιδιά που όταν τους λέω να έρθουν για να φάνε και μου λένε ότι δεν μπορούν να παρατήσουν το παιχνίδι και τους λέω: είναι απλά ένα παιχνίδι.

Το κακό είναι ότι ενώ στο πρώτο μπλογκάκι το είχα αρχίσει όταν είχα πολλά απωθημένα και πολλά να πω, το τωρινό έρχεται αφού τα έχω πεί τα περισσότερα και αφού έχω εκτονώσει αρκετά από τα απωθημένα μου.

Και, κυρίως, αφού έχω περάσει την κατάθλιψη.
Χωρίς κατάθλιψη, πως να γράψεις βαθυστόχαστες, συγκινητικές αναλύσεις;
Δεν βοηθάνε και οι συγκυρίες.

Ενώ τότε είχαμε και έναν καραμανλή να ρίχνει τα σκάνδαλα το ένα μετά το άλλο, τώρα έχεις κάθε μέρα χίλια σκάνδαλα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι κάτι το αξιοπρόσεκτο αλλά μπίζνεσσ αζ γιούζουαλ στην Ελληνική εγωκεντρική πραγματικότητα.

Αυτό που με κάνει να συνεχίζω είναι ότι μέσα σπό το μπλογκιν είδα ότι υπάρχουν ψυχές.
Υπάρχουν κι άλλοι που είναι ελαφρώς παράταιροι γιατί βλέπουν τα πράγματα από γωνία λίγο διαφορετική, που δεν ταυτίζονται πλήρως με τον μέσο όρο και που ίσως αποτελούν χορδές ενός άλλου οργάνου, που παίζει άλλη μουσική αντί για την κοινή, κοινότατη συμφωνία σε ρε φάλτσο και που πρέπει να υποστούμε ως το τέλος.

Λίγο ακόμα δηλαδή.




Εδώ θα τα λέμε.

Έτσι, λοιπόν, αλλάζουμε καζάνι. Η θεματολογία θα παραμείνει η ίδια, φυσικά: ό,τι μου κατέβει.