Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Το αισθητικό γονίδιο

Η πολυπλοκότητα σε έναν οργανισμό αποτελεί κατά κάποιον τρόπο εξασφάλιση διαιώνισης. Πολύ χοντρικά μιλώντας όσο πιο πολύπλοκος είναι ένας οργανισμός, τόσο πιο πολλές οι πιθανότητες να ανταπεξέρθει στις προκλήσεις του περιβάλλοντος. Όσο πολυπλοκότερος, τόσο περισσότεροι οι απόγονοι;
Μάλλον όχι. Αυτό που ισχύει περισσότερο είναι να βρίσκονται οι πιο πολύπλοκοι οργανισμοί στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας, τουτέστιν λίγοι απόγονοι και καλοί. Έτσι, έχεις στη βάση το πλαγκτόν με δισεκατομμύρια άτομα σε μία στάλα νερό απλά και μόνο να αναπαράγονται και, αντίθετα, η φάλαινα με το υδροδυναμικό της σχήμα, την ηχητική της επικοινωνία, την ευφυία και την κοινωνική δομή, να μην ξεξεπερνά σε πληθυσμό τις χίλιες σε έναν ωκεανό.Ή, μάλιστα, έχεις μετά τον άνθρωπο να μετράει θερμίδες, να πλένει τα χέρια του και να αναλύει χημικώς την τροφή του, μόλις μερικά δις σε όλο τον κόσμο. Καταστροφικά και άπληστα δις, ομολογουμένως, αλλά
μετρημένα κουκιά σε σχέση με τα μικρόβια, τα έντομα, ή τους κοκοβιούς.

Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι κάτι που ήδη ξέρει όλος ο κόσμος, και αυτό είναι ότι οι άνθρωποι δεν εξελίσσονται μόνο κόντρα στη φύση αλλά και κόντρα ο ένας στον άλλον ΚΑΙ κόντρα στο σύνολο της κοινωνίας. Έχει αναπτύξει ένα σωρό χαρίσματα που στη φύση δεν θα βοηθούσαν καθόλου αλλά δίχως αυτά είσαι κοινωνικά, άρα και αναπαραγωγικά, μη-ανταγωνιστικός. Αυτά τα χαρίσματα είναι η ομιλία, το γέλιο, η ερμηνεία της γλώσσας του σώματος ή των εκφράσεων του προσώπου, κοκ.

Ας πούμε, για παράδειγμα ότι δύο άτομα αντίθετου φύλου γνωρίζονται. Το αν θα ζευγαρώσουν μεταξύ τους, σε βιολογικό επίπεδο, καθορίζεται από τα γονίδια και τις ορμόνες του καθενός, πληροφορίες που μεταδίδονται μέσω της όσφρησης κυρίως, ίσως και οπτικά. Αυτό σημαίνει ότι με τη μύτη μυριζόμαστε τις ορμόνες άρα το γονίδιο του άλλου, ενώ με την όραση αντιλαμβανόμαστε το κατά πόσο είναι υγειής ο υποψήφιος σύντροφος στην ακολασία. Και αν ήμασταν οποιοδήποτε άλλο πλάσμα, η υπόθεση θα σταματούσε εκεί: θα οσμιζόμασταν ο ένας τον άλλον και να όλα πήγαιναν καλά, θα το κάναμε.

Αλλά ο άνθρωπος, ως πιο πολύπλοκο όν, θέτει και πιο πολύπλοκα κριτήρια. Υπάρχει, ας πούμε η κοινωνική θέση, η οικονομική δύναμη, το χιούμορ, η ιδεολογική ταύτιση, ακόμα και η ταξική κατανομή, που κρίνουν το αν δύο κατά τα άλλα συμβατά άτομα ζευγαρώσουν ή όχι. Μάλιστα, ένα μεγάλο μέρος του πολιτισμού μας αφιερώνεται σε αυτό ακριβώς το ζήτημα, το ποιός απαγορεύεται να ζευγαρώσει με ποιόν.

Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για μεγάλη αδικία, να μπορεί κανείς βιολογικά να αναπαραχθεί αλλά να μην το κάνει για δευτερεύοντες λόγους, όπως το τί αυτοκίνητο έχει, αλλά η άποψη της συντάκτριας του ιστολογίου είναι ότι είναι απολύτως δίκαιο και μάλιστα ο κόσμος θα ήταν πολύ χειρότερος αν δεν υπήρχαν όλες αυτές οι επιπλοκές στις σχέσεις μας.

Καταρχάς, αν αναπαραγόμασταν μόνο και μόνο βάσει της βιολογικής συμβατότητας, τότε ο πληθυσμός θα ήταν ακόμα μεγαλύτερος, άρα ίσως να είχε καταστραφεί ήδη ο πλανήτης λόγω της δυσανάλογης εξάπλωσής μας και της εξάντλησης των πόρων που αυτή θα προξενούσε.

Δεύτερον, όλες αυτές οι διαδικασίες επιλογής, αποτελούν κάτι σαν νοητική επιβεβαίωση πριν την αναπαραγωγή, εξασφαλίζει δηλαδή ότι αυτός με τον οποίον θα ζευγαρώσουμε εκτός από βιολογικά υγειής είναι και αρκετά έξυπνος ώστε να του κάνουμε την τιμή να του κάτσουμε. Και, πράγματι, λίγοι άνθρωποι θα ζευγάρωναν με κάποιον που είναι μόνο όμορφος (άρα και υγειής), ενώ οι περισσότεροι εκτός από ένα αόριστο ψυχικό δέσιμο αναζητούν και κάτι πολύ συγκεκριμένο, την επιτυχή επικοινωνία, πράγμα που μεταφράζεται σε δείκτη ευφυίας, όχι με την παντελώς εσφαλμένη έννοια του IQ αλλά υπό την έννοια ότι ταιριάζουν οι νοημοσύνες του ενός με τον άλλον.  Βέβαια, το τί σημαίνει "ταιριάζουν οι νοημοσύνες μας" είναι ένα βαθύ ζήτημα με πολλές προεκτάσεις, αλλά ας μείνουμε στο ζήτημα της επικοινωνίας, όχι μόνο για να τελειώσει κάποτε αυτή η ανάρτηση αλλά και γιατί κατά τη γνώμη μου αυτό είναι και το πιο σημαντικό όταν μιλάμε για αναπαραγωγή.

Αυτό που βρίσκω, όμως αξιοθαύμαστο στην όλη υπόθεση, είναι ότι όλα αυτά δεν τα συνειδητοποιεί ο κοινός άνθρωπος. Ακόμα και αν γνωρίζει την επιστημονική εξήγηση όλων όσων συμβαίνουν σε βιολογικό επίπεδο, όταν αποφασίζει αν θα κάνει σεξ με κάποιον, όλα καταλήγουν στο εξής ένα κριτήριο : μου αρέσει.

Όταν λες "μου αρέσει" τότε αυτό σημαίνει ότι αυτό το άτομο πληροί όλες αυτές τις προϋποθέσεις, είναι υγιές, ορμονικά άρα βιολογικά συμβατό αλλά και ψυχολογικώς, κοινωνικώς ή οικονομικώς αποδεκτό ΚΑΙ όσο έξυπνο μου ταιριάζει. ΑΝ τώρα προσθέσεις και την γεωγραφική προσβασιμότητα, τότε δεν είναι να απορείς γιατί τόσοι νέοι, όμορφοι και τέλειοι κατά τα άλλα άνθρωποι, μένουν μόνοι στη σύγχρονη κοινωνία μας. Ενώ η ελευθερία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη σε σχέση με το παρελθόν, τα κριτήρια είναι τόσο πολύπλοκα που ελάχιστοι τα πληρούν. Πόσο έξυπνος πρέπει να είσαι για να ρίξεις στο κρεβάτι τον συνάνθρωπο, επιτέλους!;

Κάτι ακόμα που βρίσκω τραγικά θαυμαστό είναι το γεγονός ότι παρά τις τόσες αντιξοότητες, υπάρχουν άτομα που προσθέτουν στον εαυτό τους ακόμα περισσότερες, θέτοντας στον εαυτό τους και φανταστικά εμπόδια εκτός τα πραγματικά. Πολλοί, ας πούμε, θα απορρίψουν έναν άνθρωπο επειδή ακούει ένα είδος μουσικής αντί για άλλο, ή επειδή ντύνεται με τον έναν αντί για τον άλλον τρόπο ή επειδή του αρέσει αυτό το χρώμα και όχι το άλλο η ίσως πιστεύει στα ζώδια, κοκ. Φυσικά και δεν είναι αμελητέα όλα αυτά τα πράγματα, γιατί αποτελούν ένδειξη για το πως σκέφτεται κάποιος, άρα αποτελούν ανεπίσημο δείκτη ευφυίας. Αλλά αν δεν ανεχτείς κάποια πράγματα, αν αναζητάς τον απόλυτα συμβατό άνθρωπο, τότε μένεις για πάντα μόνος, άρα πάει το είδος, δεν θα διαιωνιστεί το γονίδιο σου, δεν πετυχαίνεις την αθανασία, αλλά μένεις στο άγονο τώρα.

Τέλος, κάτι άλλο που επίσης προκαλεί το θαυμασμό, είναι το γεγονός ότι ενώ οι άνθρωποι μπορούν να ξεγελάσουν εύκολα το μάτι και τη μύτη με φτιασίδια και αρώματα, δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να ξεγελάσουν ούτε το ψυχολογικό κριτήριο ούτε το επικοινωνιακό, άρα ούτε το κριτήριο της ευφυίας. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί από άσχημοι να γίνουμε όμορφοι, αλλά θα εξακολουθήσουμε να κουβαλάμε τις ανασφάλειες του άσχημου κρυμμένου εαυτού μας, που θα καθιστούν την επικοινωνία μας προβληματική, άρα δύσκολη στην εξασφάλιση συντρόφου. Κι έτσι, ξοδεύουμε ένα σωρό χρήμα, ενέργεια και άγχος για να ξεγελάσουμε το μάτι και τη μύτη, με μόνο αποτέλεσμα να μας απορρίπτουν χωρίς να ξέρουν ούτε οι ίδιοι το γιατί, να είναι πρόσκαιρες οι αγάπες μας και οι απόγονοι λίγοι, κι εμείς στο τέλος μόνοι.

Από ανθρωπολογικής, λοιπόν, άποψης και για όλους αυτούς τους λόγους, πιστεύω ότι θα έπρεπε να καταργηθεί το μέηκ άπ και, εφόσον πλέον πλενόμαστε συχνότερα, να καταργηθούν και τα αρώματα, διότι ενώ φαινομενικά βοηθούν, στην ουσία εμποδίζουν την ευτυχία των ανθρώπων: μόλις αλλάξεις άρωμα βρωμάς στον άνθρωπό σου, μόλις βγάλεις τα φτιασίδια δε σε γουστάρει πλέον, βλέπει ότι τον ξεγέλασες και φεύγει ψυχολογικά ασυνείδητα απογοητευμένος.




Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Ευμορφία (6 και τέλος)

Έμεινε ξύπνια μέχρι αργά.
Τελικά, ήταν ίδια με αυτόν γιατί έκανε την ίδια ζωή. Και εκείνη, χρησιμοποιούσε τους άντρες μόνο για να καλύψει κάποιες ανάγκες, μόνο πρόσκαιρα και μόνο επιπόλαια. Και εκείνη είχε υπάρξει σκληρή, απόλυτη. Και εκείνη, προεξοφλούσε το χειρότερο για τους άλλους, χωρίς να δώσει ούτε μία ευκαιρία, ούτε στους άλλους, ούτε στον εαυτό της.
Τουλάχιστον εκείνος της είχε πεί την αλήθεια. Από την αρχή, από το πρώτο δευτερόλεπτο.

Είχε δίκιο ο Τσέζαρε. Όσο τρομερός και αν ήταν ο χαμός της μητέρας της, πράγμα που εκείνος φυσικά δεν γνώριζε, δεν έφταιγαν όλοι άντρες για αυτό. Και σίγουρα, υπήρχαν αρκετές ανήθικες γυναίκες στη γύρα. Μερικές από αυτές φίλες της. Η ίδια η Ιρέν είχε φερθεί με κάποια χοντροκοπιά,
ας πούμε, όταν μίλησε για μωρό και μετά την περιπέτεια με τον Τσέζαρε δεν πήγε δα και σε κανένα μοναστήρι....

Κι όμως, εκείνος ήταν που είπε ότι ήθελε να την κάνει να τον ερωτευτεί, όχι από πόθο για αυτήν αλλά από πείσμα, για εκδίκηση. Δεν κάνεις τέτοια αν αγαπάς κάποιον. Και, ακόμα κι αν είχε δίκιο για την Ιρέν, η απανθρωπιά του ήταν αδικαιολόγητη. Δεν κάνουν έτσι οι κύριοι, οι καλοί άνθρωποι.

Από την άλλη, της έστειλε μήνυμα κατευθείαν μόλις έφτασε. Όταν τον βρήκε, φορούσε ακόμα τη στολή του. Η Έφη έψαξε λίγο στο διαδίκτυο και βρήκε κάποιο άρθρο για μία στρατιωτική ομάδα από την Ιταλία που έφτανε στις Βρυξέλλες λίγες ώρες πριν. Αν ο Τσέζαρε ήταν μέλος της, τότε αυτό σήμαινε ότι της έστειλε το μήνυμα κατευθείαν μόλις βγήκε από το πλοίο ή το αεροπλάνο ή ότι ήταν αυτό τέλος πάντων.

Μα, ήταν δυνατόν; Πως; Ήταν αδύνατον να την αγαπάει. Είχαν συναντηθεί μόνο μία φορά, κι αυτή μέσα στην αντιπαράθεση και την παρεξήγηση. Τον είχε αποκαλέσει ένα σωρό πράγματα, από πόρνη, μέχρι επιπόλαιο, ανήθικο, κακό και ούτε καν θυμόταν τί άλλο. "Αν κάποιος μου είχε φερθεί τόσο ελεεινά, σιγά μην τον αγαπούσα!" σκέφτηκε και μετά συνειδητοποίησε ότι αυτός της είχε φερθεί ελεεινά κι αυτή τον είχε ερωτευτεί.

Fuck! βλαστήμησε στα αγγλικά.
Είχε εισπράξει όλη τη στεναχώρια, χωρίς να έχει απολαύσει τίποτα.
Κι όμως...
Ακόμα κι αν την αγαπούσε, τί θα γίνονταν στο μέλλον;
Της είχε πεί ότι στην πραγματική ζωή δεν υπάρχουν εγγυήσεις, και μάλλον είχε δίκιο.
"Κάνεις σα χαζογκόμενα. Εκεί που για σένα δεν ήταν παρά ένα γουρούνι, ξαφνικά κάνεις λες και είπε την υπέρτατη σοφία!", έψεξε τον εαυτό της.

Φέρθηκα άσχημα.
Ό,τι και αν είναι αυτός, εγώ δεν ήμουν σωστή. Τον αναστάτωσα και έφυγα, σαν μία...
Δεν ήθελε να σκεφτεί καν τη λέξη...

Είχε πάει τρείς η ώρα. Σήκωσε το κινητό της. Πληκτρολόγησε "Έχεις δίκιο. Θα κάνω ό,τι θες."
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα ήρθε η απάντηση "Να πας να γ****"
Η Έφη έκλαψε όσο δεν είχε κλάψει σε όλη της τη ζωή. Την πήρε ο ύπνος έτσι.

Ξύπνησε αργά. Έπλυνε το πρόσωπό της αλλά δεν φόρεσε την άσχημη μάσκα της. Δεν είχε καμμία διάθεση. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αν εξαιρούσες τα πρησμένα από το κλάμα μάτια, έδειχνε μια χαρά. Ένιωθε τόσο χάλια, που αντί για τα συνηθισμένα της τσουβάλια, φόρεσε ένα φόρεμα με ταιριαστά πέδιλα και αντί για το σάκο που συνήθως κουβαλούσε, πήρε ένα τσαντάκι χαριτωμένο. Σήμερα δεν είχε δουλειά. Πέρασε το πρωί περπατώντας. Οι ίδιες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό της και ήξερε ότι δεν σκεφτόταν καθαρά γιατί αν σκεφτόταν καθαρά, τότε το μυαλό της δεν θα έκανε γύρες. Ξαφνικά,της ήρθε μία σκέψη. Ο Τσέζαρε απάντησε το μήνυμά της κατευθείαν. Άρα, ούτε αυτός κοιμόταν, ούτε έκανε κάτι άλλο! Άρα......
Mon dieu! Σηκώθηκε αμέσως από το καφέ και κατευθύνθηκε προς το ξενοδοχείο του. Μετά σταμάτησε απότομα. "Μου είπε να πάω να γ****" σκέφτηκε. "Θα είναι εδώ μόνο για σήμερα" ήταν η επόμενη σκέψη. Έμεινε ακίνητη στο πεζοδρόμιο για λίγο. Μετά συνέχισε το δρόμο της.

Έφτασε στο ξενοδοχείο. Στην ρεσεψιόν της είπαν ότι ήταν στο εστιατόριο. Πήγε και τον είδε να γευματίζει με κάποιους άλλους ένστολους. Πήγε πάλι στη ρεσεψιόν και βγήκε έξω στο πεζοδρόμιο. Έλαβε μήνυμα "Περίμενε". Επέστρεψε στη ρεσεψιόν. Τον είδε να βγαίνει από το εστιατόριο.
Πήγε κοντά της και την αγκάλιασε σιωπηλά.
Μετά από λίγο της είπε:
-Εγώ πέτυχα τον σκοπό μου. Σε έκανα να με ερωτευτείς. Εσύ τον πέτυχες τον σκοπό σου;
-Ναι.
-Ποιός ήταν αυτός;
-Να σε κάνω να υποφέρεις.
Κάθισαν στην αίθουσα αναμονής.
-Λοιπόν; Αξίζω τον κόπο; τη ρώτησε.
-Όχι.
Ο Τσέζαρε σήκωσε απηυδησμένος τα χέρια του στον αέρα.
-Ε, τώρα! Τί κάνεις τώρα; Τί ήρθες εδώ να κάνεις, ε;
Έβρισε στα ιταλικά και σηκώθηκε.
-Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη. Έκανα λάθος για εσένα και σου φέρθηκα  αδίκως άσχημα. Το πρόβλημα είναι ότι εγώ είμαι που δεν μπορώ.
Και του διηγήθηκε τα κομμάτια της ιστορίας της που είχε παραλείψει την πρώτη φορά.
-Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να είμαι όπως θες. Αυτά τα πράγματα θα είναι μέσα μου για πάντα. Θα είμαι για πάντα έτσι. Και δεν μπορώ να σε πάρω στο λαιμό μου. Θα σε κάνω δυστυχισμένο. Χωρίς να το ξέρεις, είχες δίκιο: εκδικούμαι τους άντρες και είμαι ανικανοποίητη. Του είπε και για τις φορές που έβγαινε μόνη στους δρόμους.
-Μπορείς να αντέξεις τόσο μελόδραμα; του είπε τελικά.
-Τί κοτσάνες λες; Γιατί τα μπερδεύεις όλα; Με θες, σε θέλω, τί άλλο θέλεις;!  Θες παρακάλια; Τί θες επιτέλους;
-Τίποτα.
-χαχαχαχα! κάγχασε ο Τσέζαρε, και συνέχισε. Λοιπόν. Γειά. Καλή τύχη.
-Τσέζαρε!; τον φώναξε.
-Ναι;
-Μία βραδυά; Μόνο;
Ο Τσέζαρε γύρισε και την κοίταξε.
-Όχι.
Και έφυγε, οριστικά.

Ευμορφία (5)

Η Έφη είχε επίγνωση του γεγονότος ότι ήταν τελεσίδικα ερωτευμένη. Ο Τσέζαρε είχε έναν τρόπο να χρησιμοποιεί την αλήθεια όπως ο ιεροεξεταστής ένα πυρακτωμένο σιδερένιο εργαλείο. Ήταν αδίστακτος και όχι μόνο δεν το έκρυβε, αλλά το χρησιμοποιούσε και αυτό με τον ίδιο τρόπο. Δεν ήθελε απλά να την κάνει να καταπιεί κάθε λέξη που είχε ξεστομίσει, αλλά να την κάνει να το θέλει και η ίδια, να το επιθυμεί διακαώς και μάλιστα να τον παρακαλάει για αυτό. Το είχε δηλώσει  ξεκάθαρα, άλλωστε.

Δεν της το είχε πεί, αλλά είχε φύγει για Αμερική, μετά σε κάποια αποστολή στην Βαλτική και σε κάποια άσκηση στη Μεσόγειο. Τον σκεφτόταν κάθε μέρα, κάθε δευτερόλεπτο, μερικές φορές με θυμό για την κακία του και, άλλες φορές, αναρωτιόταν που να είναι και πως να τα περνάει. Μερικές φορές ανησυχούσε για αυτόν. Ένα βράδυ, έβλεπε τηλεόραση στο διαμέρισμά της όταν τον είδε να κάνει ανακοινώσεις σε ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων για μία σύρραξη σε κάποια αφρικανική χώρα. Ανέβασε την ένταση για να ακούσει τη φωνή του, ενώ από μέσα της προσεύχονταν να είναι καλά. Είχε πάψει να μιλάει για ασύμφορους άντρες αλλά όχι γιατί την είχε απειλήσει. Άλλωστε, αυτός σίγουρα θα την είχε ξεχάσει το επόμενο δευτερόλεπτο. Αναρωτήθηκε και η ίδια γιατί έπαψε να εκθέτει τις θεωρίες της, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ένιωθε άσχημα λόγω της απουσίας του. Είχε γίνει αμίλητη γενικώς, όχι μόνο σε αυτό το ζήτημα αλλά για όλα. Σκατά, σκέφτηκε, έκπληκτη και η ίδια με την ξαφνική αλλαγή του λεξιλογίου της, την έκανε να βωμολοχεί. Όχι, δεν θα το κάνω. Δεν θα ξαναβρίσω, σκέφτηκε. Και δεν ξαναέβρισε, παρόλο που συνέχισε να νιώθει τα ίδια πράγματα, ανάμικτη αγάπη με οργή.

Ένα απόγευμα, μόλις είχε τελειώσει τη δουλειά όταν έλαβε ένα μήνυμα, από άγνωστο αριθμό. "Εδώ Τσέζαρε. Είμαι εδώ για δύο μέρες. Ξενοδοχείο Τάδε στις οκτώ. Έλα άβαφη" και από δίπλα ένα χαμογελάκι. Η Έφη χαμογέλασε. Παραλίγο να ξαναβρίσει για να αναθεματίσει τον αφελή εαυτό της που ενώ ήξερε τί γινόταν, έπεφτε οικειοθελώς στην παγίδα, ακριβώς όπως το είχε πεί αυτός, ολόκληρη και με φόρα. Ήταν αριστοτέχνης του είδους του, παραδέχτηκε σιωπηλά στον εαυτό της, χωρίς μπορεί να πάψει να χαμογελάει. "Πολύ καλός!" σκέφτηκε.

Φυσικά και δεν υπήρχε περίπτωση να μην ανταποκριθεί στην πρόσκλησή του. Πήγε ντυμένη όπως πάντα, αλλά άβαφη όπως της είχε ζητήσει. Τον ζήτησε στη ρεσεψιόν και της είπαν ότι την περίμενε στο δωμάτιό του. Η Έφη χαμογέλασε πάλι στον εαυτό της. "Ωραία, λοιπόν" σκέφτηκε. "Αυτό είναι." και πήγε στο ασανσέρ, έξω από την πόρτα του και, εν μέσω μίας ζαλιστικής χαράς, χτύπησε την πόρτα του.

Μόλις τον είδε, η χαρά έσβησε.
Το βλέμμα του είχε την ίδια σκληρότητα που θυμόταν από την τελευταία τους συζήτηση. Για αυτόν δεν ήταν παιχνίδι, αλλά πόλεμος. Της χαμογελούσε και την κάλεσε να μπεί μέσα, αλλά εκείνη ένιωθε σα να πήγαινε στο ικρίωμα. Ωστόσο μπήκε.

Τον ρώτησε για το πού ήταν όλον αυτό τον καιρό, πως τα περνούσε σε όλα αυτά τα μέρη και άκουγε της ιστορίες του για χώρες και καταστάσεις ξένες. Εκείνος δεν έκανε τίποτα από όλα όσα περίμενε εκείνη. Όλα ήταν φιλικά. Η ώρα περνούσε και αντάλλαζαν ιστορίες σαν δύο παλιόφιλοι. Αυτό την έκανε να νιώσει ανακούφιση, ίσως γιατί πίστεψε για μία στιγμή ότι δεν θα χρειαζόταν να πολεμήσει τελικά αυτόν τον πόλεμο. Και πέρασε κι άλλο η ώρα, χωρίς να γίνει τίποτα. η Έφη πήγε τουαλέτα και βγαίνοντας συνειδητοποίησε ότι πεινούσε. Τον βρήκε όρθιο να κοιτάει στο παράθυρο.
-Τι θα κάνουμε τώρα; τον ρώτησε, εννοώντας αν θα πήγαιναν κάπου αλλού για φαΐ  ή ποτό, κάτι τέτοιο.
Αντί για αυτό, την πλησίασε πολύ, όπως είχε ξανακάνει άλλοτε, και της είπε:
-Ό,τι θες. Θα κάνω ό,τι θες.
Ώστε ήταν πόλεμος, σκέφτηκε η Έφη. Ένιωσε ότι δεν μπορούσε ούτε ήθελε να πολεμήσει. Ωστόσο, μιας και ήταν εδώ, μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της μία μικρή απόλαυση, μία δόση ευχαρίστησης.
-Οτιδήποτε θέλω;
-Οτιδήποτε.
-Με παντρεύεσαι; είπε μειδιώντας.
Ο Τσέζαρε γέλασε με το αστείο.
Η Έφη, έσκυψε, και του έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες. Μετά σηκώθηκε, του έβγαλε το σακάκι της στολής, μετά ξεκούμπωσε το άσπρο πουκάμισο. Θεέ μου, είναι τέλειος!, σκέφτονταν. Μύρισε το λαιμό του και χάιδεψε το στήθος του. Απίθανος. Σήκωσε τη φανέλα του και την έβγαλε και αυτή. Ψηλάφισε την κοιλιά και την πλάτη του. 'Ένα εξαίρετο δείγμα!" παραδέχτηκε στον εαυτό της. "Να φύγω τώρα ή να κάτσω λίγο ακόμα;" αναρωτήθηκε. Δεν σκόπευε να κάνει σεξ μαζί του, αλλά θα ήθελε να απολαύσει λίγο ακόμα την παρουσία του, το παιχνίδι με τα αγγίγματα. "Λίγο ακόμα" αποφάσισε, και έβαλε τις παλάμες της στο πρόσωπό του. Την αγκάλιασε από τη μέση χωρίς να κάνει τίποτα άλλο, εκτός από το να χαμογελάει σκληρά και σαρδόνια, όπως συνήθιζε. Τον κοίταξε στα μάτια. Αναρωτήθηκε αν η σκληρότητα στο βλέμμα του ήταν αντανάκλαση του χαρακτήρα του, όπως πιστεύεται, ή αν, όπως και εκείνη, έτυχε το πρόσωπό του να έχει αυτό το σχήμα, όπως άλλοι έχουν μεγάλα αυτιά ή μικρή μύτη. Δεν έχει σημασία, σκέφτηκε. Λίγο ακόμα.
Πλησίασε τα χείλη στο λαιμό του για να τον μυρίσει. Τον φίλησε στο μάγουλο, και μετά κοντά στο αυτί. Τώρα ήταν η στιγμή να φύγει. Παρέμεινε με τα χείλη στο πρόσωπό του, όταν ο Τσέζαρε της ψιθύρισε γέρνοντας ελαφρά στο δικό της αυτί.
-Όπως νιώθεις τώρα, έτσι νιώθω κι εγώ.
Η Έφη συνειδητοποίησε ότι έτρεμε. Αυτός συνέχισε.
-Έτσι είναι με την αγάπη. Εξάπτεις και εξάπτεσαι. Την φίλησε πολύ απαλά στο πρόσωπο. Δίνεις και δίνεσαι. Της χάιδεψε τα μαλλιά. Την ξαναφίλησε.
Η Έφη έκανε πίσω, τότε.
Τον κοίταξε. Μόλις είχε μιλήσει για αγάπη. Φυσικά και δεν μπορούσε να το εννοεί. Δεν υπήρχε περίπτωση. Ξαφνικά την χτύπησε κατακούτελα η αλήθεια ότι οι αποφάσεις της δεν αφορούσαν μόνο τον εαυτό της, αλλά και εκείνον. Μπορούσε να πάρει αποφάσεις που θα ήταν τρομερές και για τους δύο. Δεν ήθελε να του κάνει κάτι τρομερό. Είτε ασυναίσθητα το εννοούσε, είτε επρόκειτο για ένα όπλο στον πόλεμο εναντίον της, η λέξη "αγάπη" ήταν βαρειά.
Αναστέναξε, χάιδεψε τα μπράτσα του και είπε.
-Τώρα πρέπει να φύγω. Απομακρύνθηκε για να πάρει την τσάντα της. Αυτός γέλασε.
-Ξέρεις που να με βρείς, της είπε.
Η Έφη τότε νευρίασε πραγματικά. Ήταν αδίστακτος και δεν υπήρχε περίπτωση να του δώσει την ικανοποίηση να την δεί εκτός εαυτού, ωστόσο αν δεν έλεγε κατί θα έσκαγε. Κι έτσι του μίλησε ήρεμα.
-Είμαι ερωτευμένη μαζί σου, όπως το είχες πεί. Είσαι ένας σκληρός άνθρωπος. Αυτό δεν μπορεί να είναι καλό ούτε για εμένα, ούτε για εσένα.
-Λυπάμαι, απάντησε ο Τσέζαρε.
-Δεν λυπάσαι. Δεν λυπάσαι καθόλου. Γιατί αν λυπόσουν θα έκανες κάτι για αυτό. Αν λυπόσουν για κάτι, θα μετάνιωνες  και θα το άλλαζες. Αυτό είναι η μετάνοια, να συνειδητοποιείς ότι έκανες κάτι λάθος και να προσπαθήσεις να το διορθώσεις. Εσύ δεν λυπάσαι ούτε μετανιώνεις για τίποτα. Δεν πρόκειται να αλλάξεις ποτέ.
-Ενώ εσύ έχεις αλλάξει;
-Όχι. Δεν έχω δεί ποτέ κανέναν να αλλάζει. Για αυτό σου λέω, δεν υπάρχει τρόπος να μην γίνει δυσάρεστο το όλο θέμα. Εγώ είμαι έτσι, εσύ είσαι αλλιώς και κανείς μας δεν θα αλλάξει. Γιατί να μπούμε στον κόπο να πονάμε ο ένας τον άλλον με εξωφρενικές προσδοκίες;
-Έχεις παραισθήσεις. Αν ήταν όλοι σαν εσένα δεν υπήρχε τίποτα, ούτε έρωτας ούτε άνθρωποι, ούτε τίποτα. Είσαι μία θλιβερή, τσιγγούνικη ύπαρξη, δεν έχεις ίχνος ανθρωπιάς.
Ήταν ολοφάνερα θυμωμένος. Συνέχισε να μιλά θυμωμένα.
-Είπες για εμένα ότι είμαι πόρνη. Σου έχω νέα. Υπάρχει και ένα άλλο είδος πόρνης, το χειρότερο είδος πουτάνας, αυτή που παίζει με το μυαλό και την ψυχή σου. Αντί να πουλάει το μ***** της πουλάει την ηθική της. Αλλά εσύ ούτε καν αυτό, εσύ πουλάς εξυπνάδα. Αυτό κάνεις, πουλάς το μόνο πράγμα που σου έμεινε, και μάλιστα φτηνά, μόνο και μόνο για να κάνεις την έξυπνη στις φίλες σου και να έχεις την ικανοποίηση ότι είσαι καλύτερη χωρίς να κάνεις τίποτα, τίποτα! Γιατί εκτός από εξυπνάδες, τί άλλο έχεις να μας πείς; Τί άλλο έχεις κάνει; Τί μπορείς να μας πείς από τη μίζερη ζωή σου; Τίποτα!... Με τις κανονικές πουτάνες, ξέρεις που βρίσκεσαι, είναι όλα απλά, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, το κάνεις και τελειώνεις. Αλλά με μερικές σαν εσένα, δε βγάζεις ποτέ άκρη, σου ρημάζουν τη ζωή. Είστε μονίμως ανικανοποίητες και νομίζετε ότι σας φταίνε οι άντρες. Σας δίνουμε τον εαυτό μας και θέλετε περισσότερα, με πρόφαση ότι είστε ηθικές. Αυτές είναι οι χειρότερες πουτάνες!
Ο Τσέζαρε πλέον ύψωσε τη φωνή.
-Αλλά είσαι και χαζή πουτάνα, γιατί εγώ είμαι εδώ, τώρα, αλλά εσύ σκέφτεσαι τον εγωισμούλη σου. Να πάρεις τον εγωισμό σου και όξω από δω. Όξω!
Την έπιασε απότομα από το μπράτσο, την τράβηξε ως την είσοδο, άνοιξε την πόρτα και την έσπρωξε έξω.
-Όξω, ηλίθια πουτάνα!

Έξω, μόνη στο διάδρομο, η Έφη είχε μείνει κόκκαλο.
Ω, θεέ μου!
Με μουδιασμένα αισθήματα πήγε σπίτι.
Φαίνεται πως τελικά την αγαπούσε.
Ήταν δυνατόν; Ήταν δυνατόν!!;
Ο ίδιος, να το ήξερε, άραγε;
Κι εκείνη έπαιξε μαζί του, ενώ αυτός ήταν ειλικρινής. Τί ντροπή!
Τί θα έκανε τώρα;

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2015

Ευμορφία (4)

-Πες μου για σένα, είπε ο Τσέζαρε.
-Τί θες να μαθεις;
-Για αρχή, από που είσαι;
Τον κοίταξε. Αυτό που έκανε ο Τσέζαρε έμοιαζε πάρα πολύ με φλέρτ, αλλά, φυσικά δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι. Και η Έφη το ήξερε καλά αυτό από προσωπική εμπειρία. Αρκετές φορές, κρυφά από τους αληθινούς της φίλους έβγαζε τη μάσκα της ασκήμιας για να καλύψει κάποιες σωματικές της ανάγκες. Και μετά, απογοητευμένη τις περισσότερες φορές από την δυσαναλογία σωματικής και ψυχικής ευχαρίστησης, ξανακρύβονταν στην αληθινή της ψεύτικη υπόσταση. Το μεθύσι της μίας νύχτας το ήξερε. Άρα, για ποιόν λόγο αυτός ο εκπληκτικά όμορφος άντρας, με το τόσο ελαφρύ παρελθόν, τώρα ενδιαφέρονταν; Συνεχίζοντας να τον κοιτάει με καχυποψία, απάντησε.
-Δε νομίζω ότι αυτό θες να μάθεις. Και από μέσα της σκέφτονταν "παλιομαλάκα. ξέρω τι θες"
Ο Τσέζαρε χαμογέλασε.
- Έχεις δίκιο. Ήπιε μία γουλιά από το ποτήρι του. Πες μου τότε, γιατί έχεις τόσο κακή άποψη για εμένα. Κάποιες από τις περιγραφές σου έχουν φτάσει ως τα αυτιά μου. Τί σου έχω κάνει;
Ήταν όμορφος σαν άγγελος.
-Είναι αλήθεια ότι τα είπα όλα αυτά και ότι τα πιστεύω για εσένα, αλλά το ίδιο πιστεύω για όλους τους ωραίους ανθρώπους. Μην το παίρνεις προσωπικά.
-Με βρίσκεις ωραίο;
-Δεν σε βρίσκω ωραίο. Είναι αυταπόδεικτο γεγονός ότι είσαι ωραίος.
Ο Τσέζαρε γέλασε.
-Και τί το κακό έχουν οι ωραίοι άνθρωποι; Είναι τόσο κακό να είσαι τυχερός, να χαίρεσαι τη ζωή και την αποδοχή; Δεν το έκανα επίτηδες, να ξέρεις. Απλά έγινε. Γεννήθηκα και αυτό ήταν. Το να μη χαίρομαι το πως είμαι θα ήταν σα να έχω έναν κήπο γεμάτο καρπούς και να μένω νηστικός. Κρίμα δεν θα ήταν;
-Τίποτα δεν είναι κακό αν δεν το κάνουν οι άνθρωποι κακό.
-Άρα αν για εσένα είναι κακή η ομορφιά τότε εσύ ευθύνεσαι για αυτό;
Τον ξανακοίταξε.
-Η ομορφιά δεν είναι κακή. Κακό είναι να πληγώνεις ανθρώπους για αυτή.
-Κατάλαβα, είπε κουνώντας το κεφάλι του. Μιλάμε για την Ιρέν τώρα. Τί το κακό έκανα στην Ιρέν, λες;
-Είπες σκληρά λόγια.
-χαχαχαχα, γέλασε υπέροχα ο Τσέζαρε. Αγαπητή μου, τα λόγια είναι τίποτα. Αν ήμουν αλήθεια σκληρός θα την είχα εκμεταλλευτεί, θα την είχα κοροϊδέψει, θα είχα κάνει ένα σωρό πράγματα που δεν έκανα. Τα λόγια, θα παραδεχτείς, δεν είναι τίποτα παρά δικαιολογίες.
Τώρα είχαν γείρει ο ένας πιο κοντά στον άλλον, όχι από ρομαντική διάθεση, όμως. Περισσότερο έμοιαζαν με αντίπαλους σε μπρά ντε φερ, με σιδερένια χαμόγελα.
Τότε η Έφη έγειρε πίσω στην καρέκλα της.
-Είμαι σίγουρη ότι θα βρείς πολλές τέτοιες. Πολλές δικαιολογίες. Αλλά δεν με ενδιαφέρουν. Η γνώμη μου για εσένα δεν εξαρτάται από αυτές. Εσύ, από τη δική σου πλευρά, πως ένιωσες όταν είδες ότι η Ιρέν, ή οποιαδήποτε άλλη σαν την Ιρέν, στεναχωρήθηκε; Ξαναέγειρε μπροστά με τον ίδιο επιθετικό τρόπο και συνέχισε.
-Βάζω στοίχημα ότι ήθελες να ξεφύγεις από την άβολη κατάσταση. Και το κατανοώ. Είχες δίκιο, ήταν πού άβολο. Όμως αυτό που λέω δεν είναι ότι εσύ ήσουν κακός, αλλά ότι η ίδια η Ιρέν δεν είχε συμφέρον από την όλη υπόθεση και ότι η όποια ευχαρίστηση άντλησε ήταν μικρότερη από τα δυσάρεστα αισθήματα. Εσύ έκανες ό,τι κάνεις πάντα και η Ιρέν, όπως κάθε άλλη γυναίκα, δεν υπολόγισε καλά τα υπέρ και τα κατά, βγήκε χαμένη, υπό την έννοια ότι τελικά δεν το ευχαριστήθηκε. Κακή επένδυση. Και όταν είπα ότι είσαι σαν πόρνη, δεν εννοούσα ότι είσαι φτηνός αλλά ότι είσαι ανήθικος συναισθηματικά, όχι σωματικά. Γιατί μη μου πείς ότι δεν ξέρεις πότε κάποια αισθάνεται κάτι;
Την κοίταξε. Αυτή συνέχισε.
-Αλλά, ακόμα και αν ήσουν αυτό που λέμε ηθικός ή έντιμος ή κύριος ή κι εγώ δεν ξέρω τί άλλο, ακόμα και τότε η επένδυση θα ήταν κακή για οποιαδήποτε γυναίκα. Πολύς χρόνος, πολλή ενέργεια και πολύ χρήμα για να έχει το προνόμιο, αν της κάνεις την τιμή να δεσμευτείς μαζί της, να σου πλένει τα σώβρακα; Και όλα αυτά όχι με το ονειρικό σκηνικό των διαφημίσεων, λευκά ασφαλή χαμόγελα στον κήπο, αλλά με τον καθημερινό αγώνα που δίνουν τα ζευγάρια;Και αυτό να είναι το καλό σενάριο; χαχαχα .....  Δεν υπάρχει καλό σενάριο.
-Έτσι είναι η ζωή, ξέρεις. Οι άνθρωποι αγωνίζονται και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Περιμένεις να είναι οι άντρες ιδανικοί; Είναι οι γυναίκες ιδανικές; Αυτό νομίζεις; Θα εκπλαγείς αν σου πω τί γουρούνια είναι οι περισσότερες. Δεν έχει να κάνει με το αν είσαι άντρας ή γυναίκα, άσχημος ή όμορφος. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η ζωή είναι δύσκολη και όλοι κάνουμε ότι μπορούμε και αν κάτι καλό τύχει στο δρόμο μας το αρπάζουμε και το κρατάμε για όσο περισσότερο μπορούμε, μέσα στην ατελή μας φύση. Αν θες εγγυήσεις, τότε, λυπάμαι, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν. Στο μυαλό σου μέσα, ίσως, αλλά στον έξω κόσμο, όχι.
Η Έφη χαμογελούσε. Εκτός από το κρασί που την είχε χαλαρώσει, παρατήρησε ότι αυτός ασυναίσθητα είχε δείξει τον εαυτό του στη λέξη "όμορφος" και την Έφη στη λέξη "άσχημος".
-Να σε ρωτήσω κάτι, του είπε
-Πες.
-Ξέροντας πόσο στεναχωρήθηκε η Ιρέν με αυτά που της είπες, πιστεύεις ότι θα μπορούσες το ΄διιο πράγμα να το κάνεις με άλλον, λιγότερο στενάχωρο για αυτήν τρόπο;
-Ναι.
-Και έχεις κάποια εμπειρία με τις γυναίκες, σωστά;
-Ναι.
-Και γιατί δεν έχεις βρεί αυτό τον τρόπο;
-Μου είπε ότι είναι έγκυος, ξέρεις. Η φίλη σου είναι που είπε ψέμματα. Αν όντως δεν περίμενε τίποτα, τότε δεν θα έλεγε  ποτέ κουβέντα για αυτό. Αντί για αυτό, δήθεν αδιάφορα, δήθεν χωρίς να έχει σημασία, δήθεν έτυχε να το αναφέρει. Αυτά τα ξέρω πολύ καλά γιατί τα έχουν κάνει κι άλλες. Και ξέρεις κάτι; Νομίζω ότι έχεις σκεφτεί μόνο τη μία πλευρά, αλλά καθόλου την άλλη. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ για το τί σημαίνουν όλα αυτά για τους άντρες;
-Πολλές φορές.
-Δεν το νομίζω. Τα ρίσκα είναι για όλους ίδια. Οι γυναίκες κακομεταχειρίζονται τους άντρες το ίδιο συχνά όσο και οι άντρες τις γυναίκες, μη σου πω και περισσότερο. Δεν μιλάς σα να έχεις σκεφτεί κάτι τέτοιο. Μιλάς σα να εννοείς τον εαυτό σου όταν λες "γυναίκες" και κάποιον συγκεκριμένο άνδρα όταν λές "'άνδρες". Νομίζω ότι κάποιος κάτι σου έκανε και ότι για αυτό μισείς το ανδρικό φύλο. Κι εμένα μαζί.
-Είσαι καλός! είπε η Έφη, ενώ εικόνες από τη νύχτα στο πάρκινγκ επέστρεφαν μέσα από το κρασί. Ωστόσο, πές μου ποιός καταλήγει να πλένει σώβρακα σε μία σχέση.
Τον κοιτούσε κατάματα χαμογελώντας. Τον είχε. Ήταν, για αυτήν, ένα παιχνιδάκι. Αυτός δεν τα είχε σκεφτεί όλα.

Η συζήτηση συνεχίστηκε αφού τελείωσαν το ποτό τους, καθώς περπατούσαν επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο όπου και οι δύο έμεναν, όπως αποδείχτηκε, και μέχρι την πόρτα του δωματίου της όπου την είχε συνοδεύσει. Του έκανε εντύπωση ότι η Έφη δεν συμπεριφερόταν με την συνηθισμένη ενοχή της ασκήμιας. Συνήθως  οι γυναίκες χωρίς αυτοπεποίθηση ήταν πειθήνιες. Υπήρχαν πολλές φορές που μία όμορφη γυναίκα ένιωθε μειονεκτικά για κάποιο λόγο και φερόταν σαν άσχημη, αλλά το να είναι κάποια άσχημη και να φέρεται σα να έχει τον έλεγχο ήταν σπάνιο. Όλα αυτά, βέβαια δεν τα σκεφτόταν συνειδητά, αλλά όπως ο σχοινοβάτης στο σχοινί, όπως ο ψαράς τραβάει το μεγάλο ψάρι, ένα βήμα τη φορά, πλησίαζε με προσεκτική ισορροπία προς αυτήν, ενστικτωδώς. Έξω από την πόρτα του δωματίου της, της είπε με αβρότητα καληνύχτα.
Μόλις άνοιξε την πόρτα, όμως, της είπε:
-Ξέρεις, όμως, νομίζω ότι τόση ώρα συζητάμε έχοντας στην κατοχή μας μόνο τα μισά δεδομένα της υπόθεσης.
-Τϊ εννοείς;
Την πλησίασε πολύ.
-Είπες κάποτε ότι δεν αξίζω τον κόπο.
Την έπιασε από το λαιμό και συνέχισε.
-Νομίζω, ότι πρέπει πρώτα να δείς τι μπορώ να κάνω και μετά να κρίνεις.
Την φίλησε.
Ξαφνιασμένος, έκανε πίσω. Είχε άσχημη γεύση.
Σκούπισε τα χείλη του αηδιασμένος.
-Τί είναι αυτό; είπε, αλλά μετά είπε ακόμα πιο παραξενεμένος "Τί είναι αυτό! Ποιά είσαι;"
Από το φιλί, είχε ξεβαφτεί λίγο το πρόσωπό της γύρω από τα χείλη και τα ψεύτικα σπυράκια του έμειναν στο χέρι. Πριν προλάβει να πεί τίποτα, την έπιασε από το σβέρκο, την έσπρωξε μέσα στο δωμάτιο και την οδήγησε στο μπάνιο και έβαλε το κεφάλι της κάτω από τη βρύση.
-Περίμενε! Περίμενε! Εντάξει, περίμενε! φώναξε η Έφη.
Σηκώθηκε και ίσιωσε το πουκάμισό της.
-Μισό λεπτό, του είπε, και μετά από έναν αναστεναγμό, έπλυνε το πρόσωπό της. Χτένισε όμορφα τα μαλλιά της. Στάθηκε μπροστά του.Ήταν σα να ψήλωσε μπροστά στα μάτια του.
-Γιατί; Ποιά είσαι;
Η Έφη του είπε σχεδόν όλη την ιστορία αφήνοντας απ'έξω το φονικό της μητέρας της. Του είπε ότι έβρισκε άδικη την ομορφιά για τις γυναίκες και ότι όλα πήγαιναν καλύτερα για την ίδια από τότε που ασχήμυνε. Ο Τσέζαρε άκουγε με περιέργεια.
-Οι περισσότερες κάνουν τα πάντα για να αναρριχηθούν με μέσο την σεξουαλικότητά τους, και τα καταφέρνουν πολύ πιο αποτελεσματικά, επεσήμανε ο Τσέζαρε.
-Εξαρτάται τί θέλει κανείς. Αν θέλεις την ευκολία, τότε ναι, αυτό είναι το πιο εύκολο. Αν όμως θες τη γνώση, την πραγματική εμπειρία, το βαθύ νόημα, τότε μόνο σαν άσχημη μπορούν οι άντρες να σε δεχτούν ως ίση, να σε συμπεριλάβουν στον κόσμο τους. Γιατί μία άσχημη δεν είναι απλά λιγότερο όμορφη, αλλά και λιγότερο γυναίκα, στον κόσμο των αντρών. Μία άσχημη γυναίκα έχει πρόσβαση σε περισσότερη εσωτερική πληροφόρηση, έχω καταλάβει. Έχω υπάρξει αόρατη και ξέρω.
-Τι μου λες!....
Ο Τσέζαρε σκεφτόταν. Την περιεργάστηκε.  Εκείνη συνέχισε να μιλάει.
-Ήσουν έτοιμος να με ρίξεις στο κρεβάτι νομίζοντας ότι είμαι άσχημη, μόνο και μόνο για να αποδείξεις κάτι και τώρα που είδες ότι δεν είμαι άσχημη, θα φύγεις, πάλι για να αποδείξεις κάτι.
Την ξαναπλησίασε πολύ. Την ξαναέπιασε από το λαιμό.
-Αυτό τα αλλάζει όλα. Τώρα θέλω κάτι περισσότερο.
Την φίλησε και συνέχισε.
-Τώρα θα με αγαπήσεις, όχι μόνο με το σώμα σου αλλά και με το μυαλό σου. Και θα έρθεις σε εμένα όχι με αυτό το δήθεν μαρτυρικό ύφος, αλλά ολόκληρη και με φόρα.
Την ξαναφίλησε και μετά την ξαναφίλησε στη βάση του λαιμού.
Την κοίταξε.
Η Έφη δεν έκανε τίποτα. Αυτός συνέχισε.
-Αν σταματήσεις να λες αυτές τις ανοησίες για εμένα και για τους άντρες, θα κρατήσω κι εγώ το μυστικό σου., είπε πολύ κοντά στο στόμα της.
Και έφυγε.

-Γαμώτο! σκέφτηκε η Έφη όταν έμεινε μόνη.



Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Ευμορφία (3)

Και εκεί ήταν που δεν γνώρισε τον Τσέζαρε.
Ο Τσέζαρε ήταν Ιταλός, στρατιωτικός ακόλουθος. Καστανός με γκρίζα μάτια αλλά μόνο όταν άνοιγε το στόμα του να  μιλήσει συνειδητοποιούσε κανείς τη σκληρή ομορφιά του, σαν ανθρώπινο πλάσμα.
Μία συνάδελφος, η Ιρέν, ήταν ξετρελαμένη μαζί του. Κίνησε θεούς και δαίμονες να τον γνωρίσει. Τελικά τα κατάφερε και πέρασαν μαζί ένα τριήμερο πύρινο.
Τώρα, δυο-τρείς βδομάδες αργότερα, ο Τσέζαρε θα ξαναέρχονταν για κάποιου είδους συναντήσεις το Σαββατοκύριακο, πράγμα που έκανε την Ιρέν να τον περιμένει πως και πως. Έδειξε στην Έφη μία φωτογραφία του σε κάποια ιστοσελίδα. Η φωτογραφία ήταν θολή και τα χαρακτηριστικά του χάνονταν ανάμεσα σε όλες αυτές τις στρατιωτικές στολές.-Ωραίος είναι, είπε αφηρημένα μην κατανοώντας τον ενθουσιασμό της συναδέλφου για δύο πίξελ στην οθόνη, και στράφηκε στη δουλειά σε ένα ζόρικο κείμενο.


Η Ιρέν προσπάθησε να τον πάρει τηλέφωνο αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε που της πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να την αποφεύγει. Άλλωστε, ήταν ένα πολυάσχολο μέρος και αυτός ήταν ένας πολυάσχολος άνθρωπος. Πήγε στο ξενοδοχείο που συνήθως έμενε. Τον περίμενε στην καφετέρια. Μετά από λίγο την είδε και κάθισε στο τραπέζι μαζί της. Μετά από λίγο, η Ιρέν του το ξεφούρνισε:
-Ξέρεις, είμαι έγκυος.
-χαχαχα. Πως είπες;
-Είμαι έγκυος. Δεν ξέρω πως έγινε. Αλλά δεν περιμένω κάτι από εσένα. Στα αλήθεια. Απλά έγινε και είπα να το ξέρεις. Δεν έχω αποφασίσει τί θα κάνω ακόμα, βασικά. Θα ήθελα μόνο να σε δώ απόψε, αν γίνεται.
Ο Τσέζαρε δεν ήταν άνθρωπος των πολλών λόγων.
-Δεν γίνεται.
-Όχι; Κρίμα. Είσαι στο συνέδριο;
-Όχι. Έχω κανονίσει με μία αεροσυνοδό. Σε μία ώρα την περιμένω.
Η Ιρέν έμεινε κόκκαλο.
-Και το λες έτσι απλά;
-Τι περίμενες;
-Δεν ξέρω... Λίγο τακτ;
-Τακτ είναι αυτό που κάνω. Αν σου φερόμουν με αυτό που εσύ λες τακτ, θα νόμιζες ότι νιώθω κάτι για εσένα, πράγμα που δεν ισχύει.
-Δεν είπα αυτό...
Η Ιρέν έσκυψε το κεφάλι, αδυνατώντας να χωνέψει την απάθεια αυτού του ανθρώπου.
Ο Τσέζαρε συνέχισε.
-Ήξερες πως ήταν κάτι το περιστασιακό, της επεσήμανε, λες και μιλούσε σα να της υπενθύμιζε μία λεπτομέρεια σε ένα συμβόλαιο.
Σήκωσε το κεφάλι.
-Το ήξερα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φερόμαστε με σκληρότητα ο ένας στον άλλον; Άλλωστε δε σου ζήτησα τίποτα.
-Δεκτόν.
-Θα σε ξαναδώ;
-Όχι. Δεν θέλω.
-Απλά σαν....
-Κοίτα, την διέκοψε, μετά από αυτό με το παιδί, δε νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε ούτε φίλοι. Μόνο συναδελφικά, ίσως, αν τύχει κάπου να συναντηθούμε, ειδάλλως μην περιμένεις κάτι άλλο. Δυο βραδιές περάσαμε μαζί και έρχεσαι εδώ και μου λες για μωρά; Τι να σου κάνω εγώ τώρα; Αν θες να το κρατήσεις επειδή σου θυμίζει τις νύχτες που περάσαμε, κράτα το. Αν δεν θες να το κρατήσεις επειδή με μισείς, μην το κρατάς. Εγώ δεν θέλω σχέση ούτε με αυτό, ούτε με εσένα.  Ήθελες, ήθελα, έγινε, τέλος! Τώρα δεν θέλω πια. Δεν ξέρω πόσο πιο σαφής να γίνω.
Η Ιρέν στα αλήθεια δεν περίμενε τίποτα από τον Τσέζαρε, εκτός ίσως από μερικές βραδιές ακόμα. Η σκληρότητά του όμως την συνέτριψε. Τον κοίταξε σκεφτικά.
-Η Έφη είχε δίκιο τελικά.
-Τί είπε η "Έφη" ; είπε ο Τσέζαρε βαριεστημένα, κοιτώντας το ρολόι του.
-Μία κοπέλα στο γραφείο. Λέει ότι οι άνδρες είναι μόνο μπελάς για τις γυναίκες και ότι δεν αξίζουν τον κόπο. Σπατάλη χρόνου, χρημάτων και ενέργειας. Καθόλου ανταποδοτικοί.
-Είναι λεσβία;
Ο Τσέζαρε γέλασε ειρωνικά, αλλά η Ιρέν συνέχισε.
-Δεν είναι. Λέει ότι είσαι βαθύτατα διαταραγμένο άτομο γιατί χρησιμοποιείς τους ανθρώπους όπως μία πόρνη το σώμα της.
-Τί λες; έκανε έκπληκτος. Σοβαρά; Και τα ξέρει όλα αυτά η φίλη σου;
-Δεν την πίστεψα όταν με προειδοποίησε, αλλά τώρα διαπιστώνω ότι τελικά είχε δίκιο.
Ο Τσέζαρε σήκωσε τους ώμους.
-Τί να πω! είπε, πάντα με ειρωνική διάθεση. Πες στη φίλη σου ότι πολύ θα ήθελα να τη συναντήσω, μιας και ξέρει για μένα περισσότερο από εμένα τον ίδιο! Πες της να με πάρει τηλέφωνο! Για πες, τί άλλο λέει;
Η Ιρέν τον αγριοκοίταξε.
-Η Έφη είχε την τύχη να γεννηθεί άσκημη και γλίτωσε από κάτι τομάρια σαν κι εσένα! Πόσο δίκιο είχε!
-Άσχημη, ε; θα σε συμβούλευα να μην ακούς πικρόχολες γεροντοκόρες. Περάσαμε ωραία και αυτό είναι όλο!
Σηκώθηκε, παίρνοντας την τσάντα της για να φύγει.
-Αντίο, του είπε.
-Αντίο...  Ιρέν! την κάλεσε, Δε σου υποσχέθηκα ποτέ τίποτα.
Εκείνη γύρισε πίσω και τον πλησίασε. Συρίζοντας τις λέξεις ανάμεσα από σφιγμένα δόντια, ξέσπασε.
-Το να έχεις δίκιο δε σου δίνει αυτόματα το δικαίωμα να φέρεσαι άσχημα, ξέρεις! Ούτε εγώ σου ζήτησα τίποτα! Και μή φοβάσαι, δεν θα σε ξαναενοχλήσω! Αλλά στο κάτω-κάτω της γραφής, άντε και... Δεν τελείωσε τη φράση. Έφυγε.
Την άλλη μέρα στο γραφείο, είπε στην Έφη.
-Είχες δίκιο. Δεν αξίζει τον κόπο.
Η Έφη, την παρηγόρησε και αυτή, όπως όλες τις φίλες της μέχρι τώρα, σε παρόμοιες περιστάσεις.
Ο δε Τσέζαρε, είχε βρεί πολύ σπουδαίο τον χαρακτηρισμό και τον χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του σαν κοπλιμέντο, "χρησιμοποιείς τους ανθρώπους όπως μία πόρνη το σώμα της".  Θεωρούσε τις πόρνες πολύ αποδοτικά και αποτελεσματικά στις συναλλαγές άτομα.

Και έτσι, όταν μερικούς μήνες αργότερα τις είδε ένα βράδυ στο μπαρ ενός ξενοδοχείου στην Ολλανδία, πήγε προς το μέρος τους, από περιέργεια. Η Ιρέν, είπε ένα ψυχρό "γειά" και του γύρισε την πλάτη, χωρίς να του συστήσει την Έφη, οπότε κι εκείνος επέστρεψε στην παρέα του, σε κάποιους συνάδελφους.
-Αυτός είναι, είπε η Ιρέν.
-Είναι πράγματι πολύ εμφανίσιμος, ενέκρινε η Έφη.
-Ας μην τα ξαναλέμε, είπε η Ιρέν.
Μετά από λίγο ήρθαν κάποιοι δικοί τους συνάδελφοι, από ένα  σεμινάριο μεταφραστών που είχε γίνει νωρίτερα και η Ιρέν σύντομα απορροφήθηκε σε συζήτηση με κάποιον νόστιμο από αυτούς, ενώ η Έφη, έπινε το ποτό της χωρίς να μιλάει, ακούγοντας την παρέα. Μετά από λίγο, η Ιρέν έφυγε μαζί με τον νέο συνοδό της, ρίχνοντας μία γελαστή ματιά στην Έφη, η οποία της έκανε μία ματιά σα να λέει "Δεν μαθαίνεις ποτέ!"

Τότε άκουσε μία φωνή πίσω της.
-Εσύ πρέπει να είσαι η Έφη, σωστά;
Ήταν ο Τσέζαρε. Δεν τον γνώρισε.
-Ναι, είπε παραξενεμένη, όχι μόνο επειδή δεν θυμόταν να τον έχει γνωρίσει, αλλά ποτέ δεν της απεύθυναν το λόγο ωραίοι άνδρες και, επιπλέον, σήμερα είχε προσθέσει ειδικά για την περίπτωση και δύο πλαστικά σπυράκια που είχε βρεί σε κάποιο κατάστημα μεταμφιέσεων. Σήμερα, ήταν πολύ ανόρεχτη.
-Με λένε Τσέζαρε.
-Τσέζαρε...; ρώτησε για να σιγουρευτεί ότι ήταν το ίδιο άτομο που της είχε πεί η φίλη της.
-Ναι, εγώ είμαι, παραδέχθηκε.
-Γειά σου Τσέζαρε, είπε κουνώντας το κεφάλι σα να έλεγε "ώστε εσύ είσαι πουλάκι μου! για έλα να σου πω δυο φωνήεντα!" το οποίο προφανώς δεν είπε. Αντί αυτού, είπε ευγενικά "Χαίρομαι για τη γνωριμία."
-Η ευχαρίστησις όλη δική μου! είπε εκείνος χαμογελώντας πλατειά.
Δεν ήταν χαμόγελο ευχαρίστησης, όμως, αλλά θυμηδίας. Αυτό που σκεφτόταν ήταν "Σα θηλυκός γυμνοσάλιαγκας! Κι εγώ αν είχα τη φάτσα της, τέτοια θα έλεγα", συνεχίζοντας πάντα να χαμογελά ευγενικά.
-Θα ήθελες να πάμε κάπου πιο ήσυχα να μιλήσουμε; τη ρώτησε.
-Θα το ήθελα, αλλά....
-Σε παρακαλώ, είπε αφοπλιστικά. Θέλω να μάθω ποιά είναι αυτή που λέει όλα αυτά τα απαίσια πράγματα για εμένα χωρίς καν να με ξέρει.
-Εντάξει, τότε, συγκατένευσε.
Της πρότεινε το μπράτσο του, κι εκείνη το δέχτηκε.
Καθώς έβγαιναν από το ξενοδοχείο, όλοι κοιτούσαν τον εξαιρετικά εμφανίσιμο άνδρα με τη στρατιωτική του στολή, εντυπωσιακότατο και επιβλητικό, ενώ κρεμασμένη στο μπράτσο του σα μαϊμού, ήταν η Έφη.
"Θα μετανιώσεις που με γνώρισες, γλίτσα"
"Θα ακούσεις τα σχολιανά σου, γουρούνι!"

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Ευμορφία (2)

Μεταμφιεσμένη σε άσχημη, η Έφη τελείωσε το Λύκειο με επιτυχία και χωρίς ούτε μία στιγμή αδυναμίας.Όλοι ομολογούσαν ότι είχε εκπληκτική προσωπικότητα αλλά δυστυχώς δεν είχε πάρει την ομορφιά της μητέρας της, την επαινούσαν για τις επιδόσεις της σχολείο και για τη δύναμη του μυαλού της, κάτι που πριν τη μεταμφίεση το έκαναν πολύ σπανιότερα και το μόνο που λίγο την έφερνε σε δύσκολη θέση ήταν όταν την παρώτρυναν να δεί κάποιον γιατρό για την επιδερμίδα της ή όταν με επιμονή της έλεγαν να κάνει κάτι για να δείχνει πιο όμορφη, όπως να αλλάξει κούρεμα, να βάλει φακούς, κοκ. Όλα αυτά τα αντιμετώπιζε με ένα αόριστο "ναι, θα πάω αύριο" ή με δικαιολογίες όπως " οι φακοί δεν κάθονται στο μάτι μου" ή "πήγα σε γιατρό και δε βρήκε τίποτα".

Συνέχισε αυτή την τακτική και κατά τη διάρκεια των σπουδών της, γλωσσολογία και μετάφραση
. Εκεί, παρά την ηθελημένη ασκήμια της, υπήρχαν κάποια αγόρια που ενδιαφέρθηκαν να την πλησιάσουν. Όπως ο Μάρκος.
Ο Μάρκος ήταν πολύ συνηθισμένος. Ούτε πολύ έξυπνος, ούτε πολύ αθλητικός και οπωσδήποτε ούτε πολύ όμορφος. Αλλά από την άλλη ούτε και πολύ άσχημος. Και παραξενεύτηκε η Έφη όταν της ζήτησε να βγούν γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο αόρατη για το αντίθετο φύλο που συχνά συζητούσαν μπροστά της ή και μαζί της τα ερωτικά τους, σα να μην είχε σημασία, λες και δεν έτρεχε τίποτα.

Με αμφιβολία, δέχτηκε την πρότασή του. Βγήκαν μαζί μερικές φορές. Πριν περάσουν δύο εβδομάδες, δεν τον άντεχε άλλο. Οι φίλες της χαίρονταν που επιτέλους βρήκε κάποιον κι αυτή, αλλά η ίδια έβλεπε ότι ο Μάρκος ήταν μαζί της γιατί δεν μπορούσε να βρεί τίποτα καλύτερο, από ένα είδος ενοχής για την ασχήμια του. Με υπερβολική ένταση της έκανε χατήρια ή κοπλιμέντα, με δουλικό τρόπο και χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας. Ανέχθηκε την αγένειά της όταν  κάποια φορά του φέρθηκε σκληρά επειδή μπέρδεψε το ένα εστιατόριο με το άλλο και ήταν όπως όλα έδειχναν, ένα ψυχολογικό δουλικό. Όταν το συζήτησε με τις φίλες της, εκείνες γελώντας της είπαν ότι θα γινόταν τέλειος σύζυγος και τότε η Έφη έφριξε. Τί είδους πλάσματα ήταν αυτά τα ανθρώπινα σκουλήκια, αρσενικά και θηλυκά; Σιχάθηκε τόσο που πρόσθεσε λίγο ακόμα πηλό στην κρέμα της, δίνοντας αφορμή στις φίλες της να της επιτεθούν για άλλη μία φορά για να την πείσουν να δεί κάποιον δερματολόγο, πράγμα που για άλλη μία φορά την έκανε να γελά από μέσα της. ¨Να πάτε εσείς στο γιατρό, βλαμμένα!" σκεφτόταν.

Ένα βράδυ, μελετούσε μισοκαθισμένη στο κρεβάτι της γκαρσονιέρας της. Ήταν νωρίς το φθινόπωρο, κι ακόμα είχε ζέστη. Την πήρε τηλέφωνο η φίλη της η Μαρία. "Πάμε για μπύρα στην παραλία. Έρχεσαι;" Δέχτηκε. Λίγη ώρα αργότερα, η πόρτα της χτύπησε και την άνοιξε, αρπάζοντας βιαστικά τα κλειδιά και την τσάντα της από το τραπεζάκι. Παρατήρησε ότι η Μαρία την κοιτούσε άναυδη.
-Τι;, είπε η Έφη.
-Πως είσαι έτσι; απόρησε η Μαρία.
-Τί έχω, που;
-Το πρόσωπό σου. Τί έκανες;
-Τί εννοείς, είπε η Έφη, πιάνοντας το πρόσωπό της.
-Κοιτάξου στον καθρέφτη.
Το έκανε.
Είχε ξεχάσει ότι πριν αρχίσει το διάβασμα είχε αφαιρέσει την μεταμφίεσή της, όπως πάντα, για να μελετά πιο εύκολα.
-Πως έγινε αυτό; τη ρώτησε η Μαρία. Είναι απίστευτο.
Και ξεκίνησε να της λέει πόσο δίκιο είχε που της έλεγε τόσό καιρό να βάλει φακούς επαφής, και να βάλει μεηκ άπ, και να αλλάξει κούρεμα, όταν τη διέκοψε η Έφη.
Την έβαλε να καθίσει και της είπε όλη την ιστορία.
-Δεν πας καλά! Δεν πας καθόλου καλά!
-Έτσι είμαι εγώ, απάντησε μειδιώντας η Έφη.
-Καλά, και πες μου για να καταλάβω, ο πατέρας σου δεν πήρε χαμπάρι τίποτα;
-Όχι.
-Και αν βρείς κάποιον να σου αρέσει; Αν ερωτευτείς;
-χαχαχα.
-Τί γελάς; σοβαρά μιλάω.
-Αυτό, βασικά, δεν έχει συμβεί ως τώρα, οπότε δεν βλέπω πως θα γίνει από δω και πέρα. δεύτερον, αν κρίνω από αυτά που καταλαβαίνω, το να ερωτευτείς δεν είναι κάτι το καλό, αλλά κατι το ασύμφορο και νιώθω περίφημα που το έχω αποφύγει.
Η Μαρία την κοιτούσε, μην πιστεύοντας αυτά που άκουγε.
Είσαι λεσβία;
-χαχαχααααααα. όχι, δεν είμαι λεσβία, Μαρία!
-Θες ψυχολόγο, της είπε τελικά.
-Γιατί, βρε Μαρία; Εγώ περνάω καλά και κάνω τη δουλειά μου μια χαρά, εσένα τί σε πειράζει;
-Δεν είναι φυσιολογικό! Δεν το καταλαβαίνεις; Περνάς όλη σου τη ζωή μασκαρεμένη, αυτό ανήκει στη σφαίρα της παθολογίας!
-Αυτό θα μπορούσα να πω κι εγώ για εσένα. Σε έχει κανείς ποτέ άβαφη;
-Ιιιι! Δεν είναι το ίδιο! δεν είναι καθόλου το ίδιο!
-Είναι και παραείναι! και αν θέλεις να ξέρεις, εγώ δεν πειράζω κανέναν. Εσύ έβαλες τον καημένο τον Γιώργο να πάρει αποβολή μόνο και μόνο για να αποδείξει ότι σε αγαπάει.
- Δεν το έκανα! αυτός πήγε και έκλεψε τα θέματα!
-Αφού του κλάφτηκες ότι θα έμενες τη χρονιά, φορώντας την κοντή φούστα, ψεύτικες βλεφαρίδες και τρία κιλά σοβά!
- Τι λες τώρα! Να πας στο διάολο! Σε νόμιζα φίλη μου!
-Κοίτα, δεν θέλω να σε κρίνω. Ο Γιώργος είναι ηλίθιος, όλοι το ξέρουν αυτό. Αλλά αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο καθένας έχει τον τρόπο του. Εγώ έχω τον δικό μου.
Η Μαρία κουνούσε το κεφάλι της.
-Όχι. Όχι, δεν είναι σωστό.
-Γιατί; είπε η Έφη μειδιώντας ακόμα. Εγώ λέω ότι εσείς είστε που κάνετε λάθος, που σπαταλάτε χρόνο και ενέργεια για τον κάθε κομπλεξικό που θέλει επιβεβαίωση, που από τις δέκα μέρες σχέσεως τις οκτώ τις περνάτε είτε με τσακωμούς είτε ζήλειες είτε με παρεξηγήσεις, και μετά πάτε  και πίνετε επειδή ένας ηλίθιος είπε μία κουβέντα, και χάνετε τα μαθήματα για μίας βραδιάς υποθέσεις.
-Με λες εύκολη;
-Όχι! Όχι. Απλά λέω ότι δεν είναι καλή επένδυση! Δεν συμφέρει! Αν μπορούσες να το κάνεις χωρίς να σου κοστίσει, ή αν η απόλαυση ήταν μεγαλύτερη του κόπου και της στεναχώριας, τότε θα έλεγα ότι βγαίνεις κερδισμένη. Αλλά σας κοιτάζω όλες και δεν είστε ποτέ χαρούμενες. Είτε που θα κλαίτε, είτε που θα είστε έξω φρενών με τη σχέση σας. Όποτε βγαίνουμε, μόνο αυτό συζητάμε, πότε ο ένας σου έκανε αυτό πότε ο άλλος έκανε στην άλλη οτ άλλο και ποτέ,μα ποτέ δε συζητάμε τί ωραία που περνάτε ή τι καλός που είναι κάποιος. Και όταν το βλέπω αυτό, λέω "Ουφ! εγώ γλίτωσα!"
Η Μαρία την κοίταξε μην πιστεύοντας αυτά που άκουγε. Κουνούσε αρνητικά το κεφάλι της.
-Και πότε λες να αντιμετωπίσεις τον κόσμο; είπε τελικά. Για πόσο θα παίζεις κρυφτούλι; Πόσο καιρό θα αποφεύγεις την πραγματικότητα;
-Δεν ξέρω. Το έχω σκεφτεί κι εγώ αυτό. Αλλά είναι τόσο εύκολο. Τόσο βολικό!
-Δεν ζείς τη ζωή σου, όμως.
-Εγώ το να ζείς τη ζωή σου το βλέπω αλλιώς.
-Δεν ξέρω.... Για άλλη μία φορά η Μαρία κουνούσε το κεφάλι της.
-Κοίτα, καταλαβαίνω γιατί τα λές αυτά, και ξέρω ότι έχεις δίκιο σε μερικά, αλλά είναι κάτι που θέλω. Δεν πρέπει να με μαρτυρήσεις.
-Μέχρι πότε;
-Δεν ξέρω. Μέχρι να αποφοιτήσω, τουλάχιστον. Μη με μαρτυρήσεις!
-Καλά, είπε απρόθυμα η Μαρία. Θα έρθεις τώρα; Θα πάμε για μπύρες;
Η Έφη δέχτηκε, αφού πρώτα φόρεσε το προσωπείο της, υπό το βλέμμα της Μαρίας που εμβρόντητη παρακολουθούσε τη μεταμόρφωση.

Η Μαρία δεν την μαρτύρησε ποτέ. Ωστόσο, η Έφη δεν σταμάτησε να κρύβει το πρόσωπό της. Τελείωσε τη σχολή της, βρήκε μία δουλειά, μετά μία άλλη και σε όλο αυτό το διάστημα παρέμειναν φίλες οι δύο κοπέλες, ίσως λόγω του μυστικού αυτού, που όμως κάποια στιγμή έπαψε να είναι μυστικό όχι γιατί αποκαλύφθηκε, κάτι που ποτέ δεν έγινε, αλλά λόγω συνήθειας. Το είχαν συνηθίσει και οι δύο τόσο πολύ, που ούτε καν το συζητούσαν από ένα σημείο και μετά. Η Μαρία παντρεύτηκε δύο χρόνια αργότερα, ενώ η Έφη έπαιρνε δουλειές και προαγωγές τη μία μετά την άλλη, χωρίς βαρίδια, όπως έλεγε όταν τη ρωτούσαν πότε θα παντρευτεί ή αν θα νοικοκυρευτεί ποτέ.

Μετά, η Έφη βρήκε δουλειά στο μεταφραστικό στις Βρυξέλλες. Αναγκαστικά, έπρεπε να φύγει.
Οι δύο φίλες αποχαιρετίστηκαν, με συγκίνηση. Με άλουστα και αχτένιστα μαλλιά, με πατομπούκαλα γυαλιά, με φτηνιάρικο τζήν και φαρδύ πουκάμισο δύο νούμερα μεγαλύτερο και με κιτρινιασμένο πρόσωπο, επιβιβάστηκε στην πτήση για τη νέα της ζωή.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Ευμορφία

Ένα ζευγάρι με ένα παιδί, περπατά σε έναν βραδινό δρόμο, μετά από κάποια γιορτή. ΟΙ γονείς, γύρω στα τριάντα-κάτι, λίγο πιο χαρούμενοι από ότι συνήθως από το ποτό, λένε διάφορα ενώ το παιδί, ένα όμορφο κοριτσάκι γύρω στα δεκατέσσερα, χαίρεται που επιτέλους την συμπεριέλαβαν στη διασκέδασή τους. Νιώθει μεγάλη, προσπαθεί να μπεί στην κουβέντα. Γελάει, αν και κάποιες φορές χωρίς να έχει πολυκαταλάβει, απλά επειδή γελούν οι γονείς της. Ξαφνικά, ήθελε τουαλέτα. Κάνε υπομονή, να πάμε σπίτι. Όχι, δεν μπορώ. Καλά, να μία καφετέρια. Μπες και θα σε περιμένουμε στο πάρκινγκ.

Μόλις τελείωσε, βγήκε από την καφετέρια και στρίβοντας τη γωνία είδε στο πάρκινγκ δύο άντρες να
πετάγονται από το πουθενά. Ζητούν λεφτά, ο πατέρας τους τα δίνει, έντρομος. Ο ένας άντρας πλησιάζει τη μητέρα. Είναι πολύ όμορφη. Αρχίζει να την αγγίζει. Ο πατέρας τον χτυπά, με μόνο αποτέλεσμα να τον ξυλοκοπήσει ο ένας άντρας, όσο ο άλλος βίασε την μητέρα. Το κορίτσι, έβγαλε το κινητό από το τσαντάκι και πήρε την άμεση δράση.

Ώσπου να φτάσουν, όμως, η μητέρα ήταν αιμόφυρτη και ο πατέρας αναίσθητος ανάμεσα στα ακίνητα αυτοκίνητα. Η μητέρα πέθανε από τις μαχαιριές, ο πατέρας έζησε.

Η χρονιά που ακολούθησε ήταν για τον πατέρα και το κορίτσι, την Ευμορφία, ή Έφη όπως την φώναζαν όλοι, μία μουδιασμένη περίοδος. Τίποτα δεν είχε γεύση, τίποτα δεν έκανε διαφορά, τίποτα δεν είχε ενδιαφέρον. Ο πατέρας μόλις που έβγαζε πέρα την κάθε μέρα, η Εφη μόλις που τα κουτσοκατάφερνε στο σχολείο. Η φωτογραφία της μητέρας, που είχε τραβηχτεί λίγες ημέρες πριν τη ληστεία, έστεκε πάνω στη βιβλιοθήκη του καθιστικού. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο όμορφη. Ήταν άδικο.

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνηθίσουν να ζουν μόνοι τους. Μερικούς μήνες αργότερα, δεν άντεχαν άλλο το σπίτι με τις αναμνήσεις, και ο πατέρας πήρε απόφαση να ζητήσει μετάθεση, το οποίο και κατάφερε. Βρήκε δουλειά σε μία πόλη, στην άλλη άκρη της χώρας, ένα νέο ξεκίνημα.

Όντως, εκεί όλα ήταν καινούρια.
Η δουλειά που είχε βρεί ο πατέρας, σε μία αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, του έδινε νέες προοπτικές και η Έφη στο σχολείο ήταν ελεύθερη από την καταπιεστική υπενθύμιση του περίγυρου, έπαψε να είναι η ορφανή, κανείς δεν ήξερε την ιστορία της. Ήθελε την ησυχία της και την είχε.

Είχε έμφυτη κοινωνικότητα, και γρήγορα έκανε νέους φίλους. Εκτός αυτού, είχε κληρονομήσει την ομορφιά της μητέρας της για αυτό πολλά αγόρια την γλυκοκοίταζαν. Όλα τα αγόρια μαζεύονταν γύρω της, έκαναν αστεία για να την κάνουν να γελάσει ή, όπως συμβαίνει συχνά με τα αγόρια, από αμηχανία έκαναν γκάφες. Ένας συμμαθητής της, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να της βάλει τσίχλα στα μαλλιά, όταν δεν του έδινε σημασία.

Μία μέρα, μέσα στο πρώτο τρίμηνο, μία από τις καινούριες της φίλες ήταν στεναχωρημένη. Ο λόγος ήταν ότι της άρεσε ένα αγόρι, το οποίο όμως προτιμούσε την Έφη.
-Δε με ενδιαφέρει καθόλου ο Άλεξ, διαβεβαίωσε γελώντας η Έφη, την ώρα του διαλείμματος.
- Εγώ το ξέρω, απάντησε η φίλη της και πρόσθεσε θλιμμένα, αλλά αυτός δε με θέλει γιατί λέει ότι αγαπάει εσένα. Άφησε έναν αναστεναγμό. Η Έφη την αγκάλιασε για συμπαράσταση, αλλά έμεινε προβληματισμένη.

Αυτό που σκέφτηκε ήταν ότι η ίδια δεν ενδιαφερόταν για κανένα αγόρι. Περίεργο. Μέτρησε με το νού της όλα τα αγόρια που ήξερε, αλλά όλοι της φαίνονταν αδιάφοροι. Αυτό συνέχισε να την απασχολεί για μέρες, για εβδομάδες, μέχρι που της ήρθε μία ιδέα. Θα γινόταν άσχημη. Έτσι, ο Άλεξ θα στρεφόταν στην φίλη της.

Έτσι, έπαψε να φορά τους φακούς επαφής της, άρχισε να φορά παράταιρα, παλιομοδίτικα ρούχα, άχαρα παπούτσια και έκοψε τα μαλλιά της σε ένα άχαρο καρέ, το οποίο άφηνε άλουστο και αχτένιστο.  Το καλύτερο, το κόλπο για το οποίο ήταν υπερήφανη, ήταν που έβαζε μέσα στην κρέμα προσώπου λίγο πηλό, που έδινε στην επιδερμίδα της μία απροσδιόριστα κίτρινη όψη.
Το κόλπο έπιασε.
Τα αγόρια έχασαν το ενδιαφέρον τους και ποτέ ξανά δεν της κόλλησε κανείς τσίχλα στα μαλλιά.
Σύντομα, ο Άλεξ στράφηκε στην φίλη της.

Ωστόσο, η Έφη ανακάλυψε στην πορεία ότι τελικά ήταν πολύ πιο συμφέρον να είναι κανείς άσχημος. Καταρχάς, έπαψαν οι άνθρωποι να προεξοφλούν ότι είναι ¨ελαφριά" απλά και μόνο επειδή έτυχε το πρόσωπό της να έχει ένα συγκεκριμένο σχήμα. Οι καθηγητές την ενοχλούσαν λιγότερο, ίσως επειδή δεν την παρατηρούσαν ή ίσως επειδή ένα άσχημο παιδί είναι πιο εύκολο να χαρακτηριστεί "φυτό" από ότι ένα όμορφο, με αποτέλεσμα οι βαθμοί της να ανέβουν. Και τέλος ανακάλυψε, με μεγάλη της έκπληξη, ότι τα αγόρια ήταν πολύ πιο ενδιαφέροντα όταν δεν γίνονταν γελοία και όταν δεν είχαν στο μυαλό τους μόνο πως να σε αποπλανήσουν.
Μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, κανείς δεν θυμόταν ότι κάποτε είχε υπάρξει όμορφη, αλλά από την άλλη απολάμβανε περισσότερο τις συζητήσεις, είχε πιο στενές σχέσεις με τα υπόλοιπα παιδιά και, ενώ αρχικά όλοι περίμεναν να βρεί έναν όμορφο και πλούσιο γαμπρό, τώρα όλοι την ενθάρρυναν να σπουδάσει. Οι ίδιοι οι καθηγητές, της έδιναν περισσότερη βοήθεια και επιπλέον υλικό, ακόμα και χωρίς να το ζητήσει. Ήταν απίστευτο.

Ήταν τόσο τρομερή αυτή η ανακάλυψη, που ένα μεσημέρι, αναπολώντας την μητέρα της, αποφάσισε να συνεχίσει την μασκαράτα. "Η μητέρα μου έπαθε ότι έπαθε επειδή ήταν όμορφη. Τώρα, θα με οδηγούσαν προς μία ανούσια ζωή, μόνο και μόνο επειδή με θεωρούν όμορφη." Ξαφνικά άκουσε την γειτόνισσα να φωνάζει τα παιδιά της για φαγητό. Κοίταξε από το παράθυρο, και την είδε στη βεράντα, με ταλαιπωρημένη όψη, να ανεβαίνει τα σκαλιά, ενώ παραδίπλα ήταν απλωμένη η μπουγάδα και ένας μεσήλικος σύζυγος κάρφωνε κάτι ξύλα, ποιός ξέρει για ποιό λόγο. Πάνω στην ώρα, χτύπησε το κινητό της. Ήταν η φίλη της.
Κάτι έλεγε για τον Άλεξ, πάλι. Κάτι της είπε, αυτή κάτι του απάντησε, και τελικά τσακώθηκαν.
Η Έφη την παρηγόρησε, της έδωσε κάποιες συμβουλές, αλλά κλείνοντας είχε καταλήξει στην απόφασή της.
"Για έναν άντρα να περνάω τέτοια μαρτύρια; Ποιός αξίζει τέτοιο βάσανο; Το βραβείο της ομορφιάς, είναι αυτή η κατάντια; Να περνάς ώρες μπροστά στον καθρέφτη, να πασχίζεις για τα μαλλιά, για τα νύχια, για τη δίαιτα, για τα ρούχα, για το βάψιμο, και για όλη αυτή την προσπάθεια, το έπαθλο είναι αυτό; Είτε μαιτρέσσα είτε δουλικό; "
Και έτσι, αποφασίστηκε.

Πήγε στο μπάνιο να πλύνει το πρόσωπό της. Χωρίς την κρέμα πηλού και με τα μαλλιά χτενισμένα, ήταν ο παλιός της εαυτός. Γέλασε στον εαυτό της.

Αυτό που την χαροποιούσε περισσότερο, ήταν η ικανοποίηση ότι αυτή ήταν η δική της κρυφή συνομωσία, το δικό της κρυφό μυστικό.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Ανειδίκευτοι Ειδήμονες

Το περίεργο είναι ότι αυτοί που ήθελαν το ναι, δεν το ήθελαν επειδή πίστευαν ότι θα κάνει καλό σε κανέναν, αλλά ήταν τα επιχειρήματά τους περισσότερο κάτι όπως "πρέπει να πληρωθούν τα δανεικά" , παρά όπως θα ήταν το ιδανικό "έτσι νομίζω ότι θα ωφελήσει τους πάντες"

Υπάρχουν και μερικές ψυχές που το υποστηρίζουν αυτό, αλλά όχι με πολλή ζέση, και μετά από ολιγόλεπτη συζήτηση αρχίζουν τις υπεκφυγές και όταν ρωτάς "πως αυτό το μέτρο θα ωφελήσει την παραγωγικότητα;" σου το γυρίζουν αμέσως στο "πρέπει να πληρωθεί το δάνειο", άρα ούτε οι ίδιοι δεν πιστεύουν ότι αυτό που λένε είναι σωστό.

Και συνήθως νιώθω επιβεβαιωμένη όταν ο συνομιλητής μου, ξεμένοντας από επιχειρήματα, αρχίζει τις βρισιές και τις προσβολές, γιατί αν είχε κάτι ουσίας και έγκυρο να πεί, θα το είχε πεί.
Απογοητεύομαι, ωστόσο, γιατί μου αρέσουν οι άνθρωποι με επιχειρήματα, γιατί συνήθως είναι εξυπνότεροι και όταν βλέπω ότι κάποιος έμοιαζε με έξυπνο όσο τον βόλευε η κατάσταση αλλά χάνει την αξιοπρέπειά του ξεπέφτοντας σε άπρεπες εκφράσεις, τότε σημαίνει ότι εξαρχής δεν ήταν και αυτό που έδειχνε. Όσο γρηγορότερα φτάσει σε αυτό το σημείο ο συνομιλητής, τόσο μεγαλύτερη η απογοήτευσή μου.
Η μεγάλη μου χαρά είναι όταν μέσα στην συζήτηση μου δίνουν υλικό για διάβασμα ή με παραπέμπουν σε κάτι νέο, για αυτό και προτιμώ να συζητώ με ανθρώπους με τους οποίους διαφωνώ.

Για εμένα η συζήτηση δεν γίνεται για να επιβεβαιωθώ, αλλά για να βρεθεί συμπέρασμα και, στην πορεία, να μάθουμε κάτι ο ένας από τον άλλον, για αυτό και ποτέ δεν ειρωνεύομαι, ούτε βρίζω, γιατί αυτό που θέλω είναι ο άλλος να συνεχίσει να μιλάει για όσο περισσότερο είναι δυνατόν. Για αυτό ποτέ δεν σταματάω, πράγμα που εκνευρίζει συχνά τους συνομιλητές μου, όπως έχω καταλάβει τελικά.

Δυστυχώς, άτομα που πίστευα ότι είχαν υπόβαθρο, τελικά δεν είχαν και αντί για κάτι όπως "αυτός ο πολιτικός έκανε αυτό, με αυτή τη συνέπεια" το οποίο είναι λογικό και μπορώ να κατανοήσω, δεν εξέφρασαν τίποτα περισσότερο από "αυτός ο πολιτικός είναι βλαμμένος", το οποίο δεν είναι λογικό, αλλά συναισθηματικό ξέσπασμα, ενός ανθρώπου που δεν έχει ψαχτεί εντός του και τόσο το μίσος του προς το ένα μέρος όσο και η στήριξή του για το άλλο, αποτελούν προϊόν συναισθηματικής πλάνης.

Επίσης, αμφισβητώ την κρίση κάποιου, όταν δείχνει λογική μόνο προς τη μία μεριά ενός ζητήματος. Αν, ας πούμε, κάποιος επισημαίνει μόνο τα σφάλματα των αντίπαλων αλλά εθελοτυφλεί στα σφάλματα αυτών που στηρίζει, τότε αυτό είναι ένδειξη συναισθηματικής φόρτισης και όχι λογικής σκέψης. Αν, ας πούμε θυμάσαι μόνο τα Ζάππεια και όχι την Θεσσαλονίκη ή το αντίστροφο, τότε είτε κομματόσκυλο είσαι είτε μωρό παιδί, ως προς την ανάπτυξη των ιδεών σου.

Φυσικά, είναι προφανές ότι ο Αλέξης, όπως όλοι οι προκάτοχοί του, μας πούλησε. Μας φόρτισε συναισθηματικά, μας φόβισε, και μετά έκανε του κεφαλιού του, και τώρα έχει να λέει ότι πήρε την στήριξη του λαού. Πολύ βρώμικος. Οι πολίτες δεν στήριξαν τον Αλέξη, αλλά την απόρριψη της ευρωπαϊκής πρότασης, και όποιος νομίζει αλλιώς, ας βγεί στους δρόμους να δεί τί γίνεται.

Γιατί το Όχι που είπαν οι Έλληνες δεν χωράει πολλές ερμηνείες: ήταν μία εν πλήρει συνειδήσει άρνηση του εκβιασμού. Στο ερώτημα "παρά να πτωχεύσουμε, μήπως προτιμάτε να πουληθούμε;" η απάντηση ήταν όχι, όχι και πάλι όχι, δεν θέλουμε να πουληθούμε. Για αυτό μόλις ανακοινώθηκε το δημοψήφισμα, όλοι έτρεξαν στα σουπερμάρκετ, για να προετοιμαστούν για την οικονομική μάχη, γιατί ήξεραν αυτό που επιμελώς έκρυβαν οι δημοσκοπήσεις, ότι σε κάθε πεζοδρόμιο και σε κάθε παρέα, όλοι έλεγαν το ίδιο, και αυτό ήταν όχι άλλο, όχι πια. και ήταν κάτι που το είχαν δεχθεί, γιατί το είχαν πάρει απόφαση ότι οι γερμανοί είναι αδυσώπητοι.

Ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι ενώ υπάρχουν μερικές πολύ ωραίες μεταρρυθμίσεις μέσα σε αυτό το πρόγραμμα,από την άλλη η εισπρακτική του τακτική είναι καταστροφική, τόσο που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είναι τόσο ηλίθιοι ή αν το κάνουν επίτηδες, τόσο οι γερμανοί όσο και οι εγχώριοι "ειδήμονες". Ή μήπως αυτές οι ωραίες μεταρρυθμίσεις αποτελούν το δόλωμα, "δώστε μας πόρους πάρτε γρήγορη δικαιοσύνη;"

Η εξόντωση των αγροτών, της μεσαίας επιχειρηματικότητας, των νοικοκυριών, της εστίασης, του τουρισμού, των μεταφορών, του εμπορίου, πως μπορεί να εκληφθεί ως αναπτυξιακό μέτρο; Η 100% προκαταβολή φόρου, πως είναι δυνατόν να μην εξοντώσει τους εναπομείναντες επιχειρηματίες; Αν ήδη η ανεργία είναι στο σχεδόν ένα τρίτο, πως κλείνοντας κάθε επιχείρηση θα την μειώσεις;

Είναι παράλογο.

Υπάρχει ένα επιχείρημα, ότι εγώ δεν είμαι ειδήμων, άρα δεν βλέπω το πόσο θα ωφελήσει, ότι δεν μπορώ να έχω πλήρη εικόνα, ότι αυτό που για εμένα είναι παράλογο, για κάποιον πιο ενημερωμένο και πιο έξυπνο αποτελεί προφανή και ευνόητη λύση.

Αν ισχύει ότι όλα αυτά γίνονται για καλό, τότε μετά από κάποιο διάστημα θα μπορεί μία επιχείρηση να σταθεί χωρίς δάνεια, θα μπορεί ο παραγωγός να παράγει και όλα θα πηγαίνουν ρολόι, θα μπορεί ο πολίτης να βρεί δουλειά ώστε να ζεί αξιοπρεπώς και όχι να περιμένει επιδοτήσεις και πεντάμηνα, ούτε να ζεί από τον οαεδ, και το δημόσιο, μετά από αυτές τις μεταρρυθμίσεις, θα δουλεύει επίσης ρολόι.

Αυτή τη στιγμή δεν βλέπω πως αυτά τα μέτρα θα οδηγήσουν σε αυτό το αποτέλεσμα.
Προς το παρόν, όλα δείχνουν ότι τα μέτρα θα εφαρμοστούν αλλά χωρίς επιτυχία, ότι το χάος θα συνεχιστεί.

Όσο για εκλογές, θεωρώ ότι δεν πρέπει να γίνουν.
Ο Αλέξης, όσο και αν με απογοήτευσε, έχει πάρει μία απόφαση και πρέπει να φανεί συνεπής ως προς την ίδια του την αλλαγή πλεύσης. (τι λέω, θέ μου!) Αφού πήρε την απόφαση να πεί ναι, τότε να το διεκπεραιώσει, να το φέρει εις πέρας, γιατί αφού υπέγραψε, τότε το να περιμένουμε μία άλλη κυβέρνηση θα αποτελέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει να τελειώνουμε, και δεν έχει σημασία ούτε το όνομα του διεκπεραιωτή ούτε το όνομα του κόμματος, ούτε αν τελικά αντί για άπορο σε λένε πένητα.
Ούτως ή άλλως, πολιτικά έχει αυτοκτονήσει, με αυτή του την ενέργεια και άλλη θητεία δεν έχει, εκτός κι αν όλα πάνε τόσο καλά, που να τον αποθεώνουμε στα μπαλκόνια, πράγμα λίγο απίθανο.

Εφόσον είπαμε όχι και μας αγνόησε η ίδια μας η κυβέρνηση, τότε τί να περιμένεις από οποιονδήποτε;

Απλά, ασήμαντη λεπτομέρεια, αποδείχθηκε ότι οι Έλληνες δεν ψηφίζουν προδότες από επιλογή.





Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

Ένα για τον Νίκο (γιατί ένας είναι ο Νίκος)

Αυτό το ατομάκι που συμπαθώ εξαιρετικά με αποκάλεσε κωμωνίστρια, όταν κατήλαβε ότι στηρίζω το όχι στη διάρκεια μίας συζητήσεως.

Αυτό με προβλημάτισε, παρόλο που ελέχθη δια την πλάκαν.

Γενικά είμαι αριστερή, προφανώς. Όποιος δεν το έχει καταλάβει από μόνος του, του το λέω εγώ
τώρα για να το ξέρει. Πιστεύω στην κοινωνική δικαιοσύνη, και στα κεκτημένα και στα δικαιώματα. Πιστεύω στη ύπαρξη κράτους και στις κρατικές παροχές. Ο λόγος που το πιστεύω αυτό είναι γιατί έχω δεί την φτώχεια από κοντά (ευτυχώς όχι πολύ, αλλά είδαν κάποια πράγματα τα ματάκια μου) και δεν ήταν όμορφα τα πράγματα εκεί. Οι άνθρωποι πονάνε και χρειάζονται βοήθεια, τόσο απλά.
Και, δυστυχώς, παρά την αποτελεσματικότητά του, ο ιδιωτικός τομέας υστερεί σε ένα πράγμα, την αλληλεγγύη την έχει όπως ο διάολος το λιβάνι.

Κι έτσι, ενώ μία ζωή δούλεψα κάθε δευτερόλεπτο στον ιδιωτικό τομέα, θέλω ένα δημόσιο λειτουργικό, γιατί χωρίς αυτό η επιχείρησή μου πτώχευσε,  το 2010. Αν το δημόσιο ήταν όπως θα έπρεπε, όχι τέλειο, αλλά δυό βασικά πράγματα να μπορεί να τα κάνει, τότε δεν θα είχε γίνει ένα υδροκέφαλο τέρας, ούτε θα κοιμόταν στα χαμομήλια ώσπου να πάρει πρέφα τί γίνεται, ή να περιμένει άλλον να βγάλει το φίδι από την τρύπα.

Θέλω το δημόσιο να συντηρεί γιατρούς, δασκάλους, υποδομές, την ενέργεια, το νερό και τα λιμάνια, γιατί ο ιδιώτης δεν έχει συνείδηση και μόνη του έγνοια είναι το χρήμα, όχι ο άνθρωπος. Έχω δεί εταιρείες και ξέρω από μέσα ότι είναι αμείλικτοι, σκληροί σαν πέτρες και τον άνθρωπο τον έχουν χεσμένο στο όνομα μίας παραγωγικότητας καταστροφικής. Σου λένε, τί να κάνουμε έτσι είναι οι αριθμοί, ας πρόσεχες, πέρνα έξω και ψόφα γιατί η εταιρεία πρέπει να ζήσει. Και αυτό το θεωρούν λογική. Κάποιος τέτοιος μου έλεγε κάποτε ότι μόνο το χρήμα έχει σημασία και ότι αν δεν έχεις χρήματα πρέπει να καταφύγεις ακόμα και στο έγκλημα για να το αποκτήσεις, αλλά χλαπακιαζε τα σουβλάκια που στην πλούσια πατρίδα του δεν έχουν. Μου έλεγε μάλιστα για την σπατάλη ρίγανης, ότι εφόσον υπάρχει ρίγανη στο ψάρι, γιατί να βάλεις κι άλλη στη σαλάτα, ο αριθμοκάπηλος.

Για αυτό, θέλω οι εταιρείες να βγάζουν κέρδος, ώστε να μοιράζονται τα αγαθά σε όλο τον κόσμο και να έχουν φάρμακα στη σρι λάνκα ή την βόρνεο, αλλά από την άλλη όχι για το κέρδος να εξαθλιώνονται πλήθη.
Δεν διανύσαμε μεσαίωνες και αναγεννήσεις για να καταλήξουμε να πεθαίνουμε για χάρη των αριθμών στα πεζοδρόμια, όπως κυνικά θέλουν οι ειδήμονες που που πίνουν καλά κρασιά και ξέρουν από τέχνη.

Πίσω στα δικά μας, δεν θεωρώ ότι η απάντηση στην διαφθορά είναι  η ιδιωτικοποίηση, αλλά ο στενός έλεγχος, η αξιοκρατία και ο εκσυγχρονισμός. Η απάντηση στην έλλειψη  ανταγωνιστικότητας δεν είναι η εξαθλίωση των εργατικών στρωμάτων, αλλά η λύση των στρεβλώσεων όπως τα κλειστά επαγγέλματα ή η εξάλειψη της γραφειοκρατείας. Δεν πιστεύω ούτε για ένα λεπτό ότι η πώληση πόρων αποτελεί μακροπρόθεσμη προοπτική, αλλά αντιθέτως, θα βγάλει κάποια λεφτάκια τώρα, να βγάλουμε το μήνα ή το χρόνο, αλλά πριν περάσουν δυο τέρμηνα θα πρέπει να πουλήσουμε κι άλλα ασημικά, όπως όλοι γνωρίζουμε, με το βρετανικό δίκαιο που υπέγραψε ο σαμαράς που αντί να βρίσκεται στην αγχόνη ο προδότης είναι στο σπιτάκι του και απαιτεί εμείς αν δουλεύουμε για 300 ευρά, όσα δηλαδή κάνει το μαντήλι στο πέτο του, το βδέλυγμα.

Αν, με λίγα λόγια, το κράτος και το δημόσιο κάνουν σωστά τη δουλειά τους, τότε και μόνο τότε, σε συνθήκες ασφάλειας, θα μπορέσει να ανθίσει ο ιδιωτικός τομέας. Πρέπει να υπάρχει δημόσιο και πρέπει να είναι λειτουργικό, οπωσδήποτε, γιατί χωρίς δημόσιο θα έχουμε ασυδοσία.

Και θέλω, Νίκο, να σου θέσω το εξής ερώτημα, αφού είσαι τόσο υπερ του ιδιωτικού τομέως και τόσο λάβρος κατά του δημοσίου: ποιά επιχείρηση, μικρή ή μεγάλη, εγχώρια ή ξένη, τοπική ή υπερεθνική δεν χρειάζεται δάνεια ή συμβάσεις με κράτη; Αν οι κρατικές τράπεζες έπαυαν τώρα τις επιδοτήσεις και τα δάνεια, ποιός θα έμενε όρθιος, παγκοσμίως; Αν τηρούνταν οι νόμοι, πόσοι ιδιώτες θα την έβγαζαν καθαρή; Αν, ας πούμε, έπαιρναν επίδομα πολύτεκνου στις φιλιππίνες, πόσο ανταγωνιστική θα ήταν η άπλ;

Α, γειά σου.
ΑΠάντα αυτό, και μετά έλα να μου πείς για την καπατσοσύνη του ιδιωτικού τομέα.

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Κι εγώ στην κοσμάρα μου

Βιολογικά μιλώντας, η επιτυχία ορίζεται ως η εξασφάλιση απογόνων, τουτέστιν όσο περισσότεροι απόγονοι, τόσο πιο επιτυχημένο το πλάσμα. Το βλέπω, ας πούμε, από τη γάτα μου. Η προηγούμενη ήταν χαζή και τα γατάκια της τα σκότωναν οι γάτοι, ενώ η τωρινή εκτός από γάτα είναι και "γάτα", οπότε δεν έχει χάσει κανένα ως τώρα, με εξαίρεση ένα που μάλλον το τσίμπησε σκορπιός.

Βέβαια, ανάλογα με το είδος, το πλήθος των απογόνων που θεωρείται κριτήριο επιτυχίας μπορεί να διαφέρει, με μόνη σχέση ανάμεσα στον αριθμό αυτό και το είδος, το ποσοστό κατανάλωσης ενέργειας.
Εξηγώ: στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας βρίσκονται τα μεγάλα, πολύπλοκα πλάσματα, τα οποία  καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες ενέργειας. Αυτά κάνουν λίγα παιδιά: ο αετός, το λιοντάρι, η τίγρη, ο καρχαρίας, το δελφίνι, ο ελέφαντας, η αγελάδα, κοκ. Στην άλλη άκρη, βρίσκονται αυτά που απαιτούν λιγότερη ενέργεια, και κάνουν περισσότερα παιδιά: το κουνέλι, η μύγα, το σπουργίτι, η σαρδέλα, ο βάτραχος,

Και αυτό ίσως έχει να κάνει με το πόσο αντέχει το σύστημα, δηλαδή αν γεννούσαν οι ελέφαντες σαν τα κουνέλια, τότε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα εξαφάνιζαν κάθε βλάστηση, οδηγώντας εαυτούς και λοιπούς στην λιμοκτονία.

Μέχρι πρότινος, το ίδιο ίσχυε και για τον άνθρωπο. Πολλά παιδιά σήμαινε πολλά χέρια, άρα πολλή δουλειά και περισσότερο φαγητό, άρα περισσότερες πιθανότητες διαιώνισης.

Το τελευταίο διάστημα όμως, αυτό έχει αναστραφεί. Πλέον, για κάποιον λόγο, δεν συμφέρει πια να κάνεις παιδιά. Από επιπλέον χέρια, τα παιδιά έχουν επανεγκατασταθεί στο μυαλό μας ως επιπλέον έξοδα, και δεν είναι μόνο λόγω κρίσης, γιατί από πρίν είχε συντελεστεί αυτή η αλλαγή.

Μία ηδονιστική θεώρηση του τί θεωρείται ευτυχία, ο επίμονα προβεβλημένος καταναλωτισμός, η
κατάρρευση της αγροτικής οικονομίας που ήταν το θεμέλιο της παραδοσιακής οικογένειας, όλα αυτά έχουν σίγουρα να κάνουν με αυτό το φαινόμενο. Ή ίσως, εφόσον σαν είδος έχουμε φτάσει στο σημείο να χρειαζόμαστε πολλή περισσότερη ενέργεια, τότε, όπως οι αετοί στην κορυφή της αλυσίδας, αντί να μιλιούνια απόγονων όπως οι σαρδέλες, να υπάρχει διαθέσιμη ενέργεια μόνο για δύο με τρία αετόπουλα.

Ίσως, δηλαδή, αυτό που ενδόμυχα μας ωθεί στο να κάνουμε μόνο καναδυό παιδιά, να είναι το γεγονός ότι ο πληθυσμός της γής έχει φτάσει σε οριακό σημείο, η οικονομία της φύσης, ο πιο σοφός και ο πιο απόλυτος νόμος στον κόσμο. Ή, τελικά, ίσως απλά μένουν λιγότεροι πόροι να μοιραστούμε, άρα λιγότεροι απόγονοι.

Έτσι, ανάλογα με τις νοοτροπίες, κάθε λαός επενδύει αλλού: κάποιοι λαοί επενδύουν σε ενέργεια, μορφώνουν, δίνουν περισσότερα στους απογόνους τους, τους κάνουν, ανά άτομο, πιο άξιους. Άλλοι λαοί επενδύουν σε αριθμούς, γεννούν ακατάσχετα, μέχρι να πλημμυρίσει ο τόπος, όπως ήδη γίνεται και λέμε τί θα γίνει με τους μετανάστες, παράνομους ή μη. Και τα δύο, δεν γίνεται. Δεν γίνεται και να είστε μιλιούνια, και να να τρώτε για πέντε ο καθένας! Μισοί στην ευρώπη, εκατό στην αφρασία.
Κυνικά πράγματα.

Φυσικά, όπως δηλαδή θα συνέβαινε και στην φύση, το επίπεδο του ανταγωνισμού φτάνει σε άλλα επίπεδα και για να επιβιώσει κανείς πρέπει να επενδύσει μεγαλύτερα ποσά ενέργειας. Αν γεννηθεί στην αφρική, πρέπει να κόψει το λαιμό του να βρεί λεφτά να φύγει για ευρώπη. Αν γεννηθεί στην ευρώπη, πρέπει να εργαστεί υπερδιπλάσιες ώρες, αν γεννηθεί αλλού πρέπει να πουλήσει νεφρά, να γίνει παράνομος, κοκ.

Το παράδοξο: εξακολουθεί να ισχύει ο νόμος του επικρατέστερου, δηλαδή ισχύς είναι το πόσοι άνθρωποι σε θέλουν. Αυτό σημαίνει πως για να επιβιώσεις σαν κοινωνία και σαν οικονομία θέλεις πολλά εκατομμύρια ψυχές, σε ένα περιβάλλον που γονιδιακώς και οικονομικώς σε ωθεί να γεννάς λιγότερο. Αν, ας πούμε, είσαι Ελληνική εταιρεία κουραμπιέδων, τότε για να επιζήσεις, χρειάζεσαι πολλούς Έλληνορθόδοξους να γιορτάζουν τα χριστούγεννα και όχι πολλούς ινδούς ή άραβες να κάνουν ραμαζάνι. Αλλά, από την άλλη, αν κάνεις περισσότερα από 2,1 παιδιά σε αυτό το περιβάλλον, την έβαψες ποικιλοχρώμως.
Πρόβλημα και γρίφος, δύσκολο να λυθεί.

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Εσύ, πόσες φορές θα πλήρωνες να αγοράσεις το ίδιο πράγμα;

Ας υποθέσουμε ότι θες ένα μπουκάλι λάδι.
Δίνεις λεφτά, αλλά ο μαγαζάτορας δεν σου δίνει το μπουκάλι. Σου ζητάει να ξαναπληρώσεις, και επειδή είναι καταφερτζής, ξαναπληρώνεις.
Αλλά ούτε τώρα σου δίνει το μπουκάλι λάδι.
Μετά, προφασιζόμενος την κρίση, το πολιτικό κόστος, και άλλες δικαιολογίες, σε αναγκάζει να
πληρώσεις άλλες δυο-τρείς φορές, χωρίς ωστόσο να σου δώσει ακόμα το λάδι.

Έχεις ήδη πληρώσει το πενταπλάσιο αντίτιμο ενός μπουκαλιού λάδι, αλλά δεν στο έχει δώσει.
Και σου ζητά να ξαναπληρώσεις και έκτη.

Ε, δεν το πληρώνεις, αλλά τον πιάνεις από τον γιακά.

Τις περίφημες μεταρρυθμίσεις, την ανασυγκρότηση της παραγωγής,εκσυγχρονισμό του κράτους, διαύγεια, τις έχουμε πληρώσει πολλές φορές, εδώ και δεκαετίες.

Αυτοί που υποτίθεται ότι θα μας τις έφερναν, έφαγαν τα ευρωπαικά λεφτά, με διορισμούς, με μίζες, με προμήθειες και στημένους διαγωνισμούς.

Άρα, αυτοί είναι που πλέον χρωστούν σε εμένα, είτε να μου επιστρέψουν τα λεφτά που μου πήραν ή να μου παραδώσουν το έργο χωρίς περαιτέρω πληρωμή.

Τσίπρα, το νού σου.

Θέλω δικαιοσύνη, τώρα.
Και θέλω έργο τώρα.

Δεν έχεις άλλες δικαιολογίες.
Αν πας να μου πάρεις άλλα λεφτά, για πράγματα που έχω ήδη πληρώσει στο πενταπλάσιο, θα σε σφάξω.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Ράβδος του Σχοινοβάτη

Έχει σημασία από ποιά μεριά θα πέσει ο σχοινοβάτης;

Όχι.
Σημασία έχει από τί ύψος θα πέσει και τι μέτρα ασφαλείας έχει προνοήσει να υπάρχουν. Ακόμα και όταν υπάρχουν, όμως, η πτώση σίγουρα δεν είναι η πιο επιθυμητή έκβαση.

Το μόνο εργαλείο το σχοινοβάτη, είναι η ράβδος του, ένα αλληλεπιδραστικό εργαλείο, το χειρίζεσαι και σε επηρεάζει, μία προέκταση των αισθήσεων και ορίων σου.

Η σημερινή κατάσταση μοιάζει με σχοινοβασία, αρκετά.
Δεν πρέπει να κοιτάξουμε κάτω, αλλά μπροστά. Γιατί από το ύψος που βρισκόμαστε, τί σημασία έχει αν θα πέσουμε μερικά εκατοστά πιο δεξιά ή πιο αριστερά;

Η ράβδος μας, ο νούς μας δηλαδή, πρέπει να φροντίσουμε να μη γείρει. Γιατί αν γείρει, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη, θα επέλθει η πτώση.

Όπως σε όλες τις περιστάσεις, ο νους μας ισορροπεί αυτόματα, ένα θαυμαστό όργανο στα αλήθεια. Ενστικτωδώς, μόλις υπερβεί η ροπή κάποιο αριστερό όριο, γέρνουμε δεξιά και, το αντίστροφο, αν αρχίσουμε να πέφτουμε δεξιά, τραβάμε με το χέρι τη ράβδο μας αριστερά, όχι για να την πάμε τέρμα αριστερά, αλλά για να την φέρουμε στη μέση. Για να ισορροπήσουμε.
Μόνο έτσι θα ολοκληρώσουμε με επιτυχία το εγχείρημά μας.

Ας δοκιμάσουμε λοιπόν να ισορροπήσουμε ανάμεσα στο δεξιά και το αριστερά, να δούμε πόσο και προς τα πού βαραίνει ο κάθε γεγονός το βήμα της γνώμης μας.

Είμαστε εδώ που είμαστε. Όλοι ξέρουμε το πού, αλλά και το πως φτάσαμε ως εδώ.
Τι θα κάνουμε τώρα, αυτό είναι το ζήτημα.
Προς τα πού θα γείρουμε τη ράβδο μας, ώστε να μην πέσουμε αλλά να συνεχίσουμε εμπρός.

Χωρίς βοήθεια, δεν την βγάζουμε καθαρή, είναι το ένα γεγονός. Το άλλο γεγονός είναι ότι είτε έτσι είτε αλλιώς θα χρειαστεί να κάνουμε δίαιτα, και μάλιστα αυστηρή, αυτή του καρδιοπαθή, βραστό κολοκύθι και λαπά, για αρκετό διάστημα. 
Το άλλο γεγονός είναι ότι αποτελεί προτεραιότητα το να γίνουν ουσιαστικές αλλαγές.

Από εκεί και μετά, αρχίζει η σκοτοδίνη: ποιές αλλαγές, ποιά δίαιτα, τί είναι ουσιαστικό; ποιοί είναι οι κακοί και ποιοί είναι οι καλοί;

Είναι καλός ο Βενιζέλος, ας πούμε, που έριξε τον γαπ για να κάνει τα ίδια και χειρότερα παρέα με τον Σαμαρά; Είναι καλός ο Σημίτης που έκανε το χρηματιστήριο, ή μήπως είναι καλός ο Καραμανλής που μετά από μία πενταετία αδράνειας και αναποφασιστικότητας άφησε πίσω του διορισμένους, σκάνδαλα και χρέος ; Είναι καλός ο Σαμαράς, που χάλασε ένα πολύ καλό αντιρατσιστικό του Ραγκούση, χωρίς να κάνει τίποτα άλλο, για να φτάσουμε στο σημείο να το κάνει εκ νέου ο Τσίπρας τώρα; Είναι καλός ο Τσίπρας που ξαναφέρνει στην επικαιρότητα το ζήτημα των μμε, όπως έκανε και ο γαπ λίγο πριν τον ξεσκίσουν οι "καλοί"; Είναι καλός ο γαπ που επισημοποίησε ότι σαπίσαμε; Είναι καλός ο Λοβέρδος που ναι μεν έβαλε το πεντάευρω στα νοσοκομεία, αλλά έφτιαξε και την ηλεκτρονική συνταγογράφηση και την ηλεκτρονική διασύνδεση των ιατρείων, παρά τις σθεναρές αντιστάσεις των περισσοτέρων γιατρών;
Είναι καλός ο Βαρβιτσιώτης και ο Κυριάκος που δεν δείχνει να έχει κάνει απολύτως τίποτα, ποτέ; Τί έργο έχει αφήσει ως παρακαταθήκη για τις επερχόμενες γενιές η Ντόρα, αλήθεια; Σε ποιά έγγραφα υπάρχει η υπογραφή του κάθε ενός από αυτά τα πολύ σημαντικά άτομα;

Η ευρώπη που θέλει μητσοτάκη και βενιζέλο αλλά όχι γαπ ή τσίπρα, είναι καλή ή κακή;

Γέρνω αριστερά, είναι ολοφάνερο. Ωστόσο, που είναι το δεξιά; Ποιά είναι η απάντηση της δεξιάς σε όλα αυτά; τί από όλα αυτά μπορεί να διαψεύσει; Γιατί ως τώρα δεν το έχει κάνει.

Η τοποθέτηση των δεξιών όποτε ερωτώνται για αυτά τα θέματα είναι να κατηγορούν την άλλη άποψη, και όχι να υπερασπίζονται τη δική τους.

Στο ζήτημα του δημοψηφίσματος, ας πούμε, η απάντηση των "ναι" είναι κάτι όπως "ο Τσίπρας είναι ηλίθιος" και όχι κάτι πιο ουσιαστικό όπως "αυτό το μέτρο θα οδηγήσει σε αυτό το αποτέλεσμα". Στο ερώτημα "πως θα ωφελήσει η αύξηση στον φπα της ενέργειας" η απάντηση δεν είναι κάτι όπως
"αλλάζοντας αυτό το μέγεθος επηρεάζεται το άλλο και έτσι θα έχουμε αυτό το αποτέλεσμα" αλλά πάντα αντί για απάντηση εισπράττω μία βρισιά, μία ειρωνεία ή, ακόμα χειρότερα, μία ευχή όπως "η ευρώπη είναι το σπίτι μας"
Οκ, βρε αδερφέ, συμφωνώ κι εγώ, Ευρώπη κάργα, αλλά τί αποτελέσματα θα έχει αυτό που προτείνεις;

Το άλλο ζήτημα που έχω είναι το εξής: την περίφημη μεταρρύθμιση την έχω πληρώσει ήδη δυο-τρείς φορές, μία με τον καραμανλή, μία με τον γαπ και μετά με τον παπαδήμο και μετά με τον Σαμαρά.

Αν πλήρωνες τέσσερις φορές το ίδιο προϊόν, θα ήσουν κορόιδο, όμως εγώ το έχω ήδη κάνει και τώρα μου λένε ότι πρέπει να ξαναπληρώσω για πέμπτη, το ίδιο πράγμα που αγόρασα ξανά και ξανά και ξανά.

Θεωρώ ότι έχω πλέον το δικαίωμα να διαμαρτυρηθώ και να ζητήσω πίσω τα λεφτά μου ή να απαιτήσω παραλαβή του προϊόντος που υποτίθεται ότι μου ανήκει, δικαιωματικά πλέον. Αυτοί που μου πήραν τα λεφτά χωρίς να παραδώσουν το προϊόν έχουν ονόματα  και τα έχω ήδη αναφέρει. Όλοι αυτοί μου χρωστούν πολλά λεφτά. Πάρα πολλά.

Κανένα δικαστήριο δεν θα δικαίωνε άλλον εκτός από εμένα.

Οπότε, εφόσον ούτε ο Σαμαράς θα δώσει την περιουσία του, ούτε ο Βενιζέλος, ούτε ο Βαρβιτσιώτης, ούτε ο Μητσοτάκης, ούτε ο κεφαλογιάννης, ούτε η γιάννα αγγελοπούλου, ούτε ο Μαρινάκης, ούτε ο καλογιάννης με την κόρη του, ούτε σουφλιάς, ούτε ο σημίτης, ούτε κανείς άλλος πατριώτης, και εφόσον  εγώ πλέον έχω στεγνώσει, τότε δεν μου μένουν και πολλές εναλλακτικές.

Το φάρμακο κοστίζει περισσότερο από όσο έχω, άρα δεν θα το αγοράσω.

Και στους ίδιους γιατρούς που με κορόιδεψαν, παίρνοντας τα λεφτά μου χωρίς να με γιατρέψουν, γιατί εγώ να ξαναπάω;

Είναι ολοφάνερο ότι γέρνω αριστερά.
Όμως, τίνος τα επιχειρήματα θα με κάνουν να γείρω προς την άλλη;
ΑΥτά τα επιχειρήματα, υπάρχουν, ή μήπως τελικά είχα παραγείρει δεξιά τόσον καιρό, και τώρα χρειάζομαι λίγο αριστερά για να ισορροπήσω και να παραμείνω στο σχοινί μου;