Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Ευμορφία (3)

Και εκεί ήταν που δεν γνώρισε τον Τσέζαρε.
Ο Τσέζαρε ήταν Ιταλός, στρατιωτικός ακόλουθος. Καστανός με γκρίζα μάτια αλλά μόνο όταν άνοιγε το στόμα του να  μιλήσει συνειδητοποιούσε κανείς τη σκληρή ομορφιά του, σαν ανθρώπινο πλάσμα.
Μία συνάδελφος, η Ιρέν, ήταν ξετρελαμένη μαζί του. Κίνησε θεούς και δαίμονες να τον γνωρίσει. Τελικά τα κατάφερε και πέρασαν μαζί ένα τριήμερο πύρινο.
Τώρα, δυο-τρείς βδομάδες αργότερα, ο Τσέζαρε θα ξαναέρχονταν για κάποιου είδους συναντήσεις το Σαββατοκύριακο, πράγμα που έκανε την Ιρέν να τον περιμένει πως και πως. Έδειξε στην Έφη μία φωτογραφία του σε κάποια ιστοσελίδα. Η φωτογραφία ήταν θολή και τα χαρακτηριστικά του χάνονταν ανάμεσα σε όλες αυτές τις στρατιωτικές στολές.-Ωραίος είναι, είπε αφηρημένα μην κατανοώντας τον ενθουσιασμό της συναδέλφου για δύο πίξελ στην οθόνη, και στράφηκε στη δουλειά σε ένα ζόρικο κείμενο.


Η Ιρέν προσπάθησε να τον πάρει τηλέφωνο αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε που της πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να την αποφεύγει. Άλλωστε, ήταν ένα πολυάσχολο μέρος και αυτός ήταν ένας πολυάσχολος άνθρωπος. Πήγε στο ξενοδοχείο που συνήθως έμενε. Τον περίμενε στην καφετέρια. Μετά από λίγο την είδε και κάθισε στο τραπέζι μαζί της. Μετά από λίγο, η Ιρέν του το ξεφούρνισε:
-Ξέρεις, είμαι έγκυος.
-χαχαχα. Πως είπες;
-Είμαι έγκυος. Δεν ξέρω πως έγινε. Αλλά δεν περιμένω κάτι από εσένα. Στα αλήθεια. Απλά έγινε και είπα να το ξέρεις. Δεν έχω αποφασίσει τί θα κάνω ακόμα, βασικά. Θα ήθελα μόνο να σε δώ απόψε, αν γίνεται.
Ο Τσέζαρε δεν ήταν άνθρωπος των πολλών λόγων.
-Δεν γίνεται.
-Όχι; Κρίμα. Είσαι στο συνέδριο;
-Όχι. Έχω κανονίσει με μία αεροσυνοδό. Σε μία ώρα την περιμένω.
Η Ιρέν έμεινε κόκκαλο.
-Και το λες έτσι απλά;
-Τι περίμενες;
-Δεν ξέρω... Λίγο τακτ;
-Τακτ είναι αυτό που κάνω. Αν σου φερόμουν με αυτό που εσύ λες τακτ, θα νόμιζες ότι νιώθω κάτι για εσένα, πράγμα που δεν ισχύει.
-Δεν είπα αυτό...
Η Ιρέν έσκυψε το κεφάλι, αδυνατώντας να χωνέψει την απάθεια αυτού του ανθρώπου.
Ο Τσέζαρε συνέχισε.
-Ήξερες πως ήταν κάτι το περιστασιακό, της επεσήμανε, λες και μιλούσε σα να της υπενθύμιζε μία λεπτομέρεια σε ένα συμβόλαιο.
Σήκωσε το κεφάλι.
-Το ήξερα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φερόμαστε με σκληρότητα ο ένας στον άλλον; Άλλωστε δε σου ζήτησα τίποτα.
-Δεκτόν.
-Θα σε ξαναδώ;
-Όχι. Δεν θέλω.
-Απλά σαν....
-Κοίτα, την διέκοψε, μετά από αυτό με το παιδί, δε νομίζω ότι μπορούμε να είμαστε ούτε φίλοι. Μόνο συναδελφικά, ίσως, αν τύχει κάπου να συναντηθούμε, ειδάλλως μην περιμένεις κάτι άλλο. Δυο βραδιές περάσαμε μαζί και έρχεσαι εδώ και μου λες για μωρά; Τι να σου κάνω εγώ τώρα; Αν θες να το κρατήσεις επειδή σου θυμίζει τις νύχτες που περάσαμε, κράτα το. Αν δεν θες να το κρατήσεις επειδή με μισείς, μην το κρατάς. Εγώ δεν θέλω σχέση ούτε με αυτό, ούτε με εσένα.  Ήθελες, ήθελα, έγινε, τέλος! Τώρα δεν θέλω πια. Δεν ξέρω πόσο πιο σαφής να γίνω.
Η Ιρέν στα αλήθεια δεν περίμενε τίποτα από τον Τσέζαρε, εκτός ίσως από μερικές βραδιές ακόμα. Η σκληρότητά του όμως την συνέτριψε. Τον κοίταξε σκεφτικά.
-Η Έφη είχε δίκιο τελικά.
-Τί είπε η "Έφη" ; είπε ο Τσέζαρε βαριεστημένα, κοιτώντας το ρολόι του.
-Μία κοπέλα στο γραφείο. Λέει ότι οι άνδρες είναι μόνο μπελάς για τις γυναίκες και ότι δεν αξίζουν τον κόπο. Σπατάλη χρόνου, χρημάτων και ενέργειας. Καθόλου ανταποδοτικοί.
-Είναι λεσβία;
Ο Τσέζαρε γέλασε ειρωνικά, αλλά η Ιρέν συνέχισε.
-Δεν είναι. Λέει ότι είσαι βαθύτατα διαταραγμένο άτομο γιατί χρησιμοποιείς τους ανθρώπους όπως μία πόρνη το σώμα της.
-Τί λες; έκανε έκπληκτος. Σοβαρά; Και τα ξέρει όλα αυτά η φίλη σου;
-Δεν την πίστεψα όταν με προειδοποίησε, αλλά τώρα διαπιστώνω ότι τελικά είχε δίκιο.
Ο Τσέζαρε σήκωσε τους ώμους.
-Τί να πω! είπε, πάντα με ειρωνική διάθεση. Πες στη φίλη σου ότι πολύ θα ήθελα να τη συναντήσω, μιας και ξέρει για μένα περισσότερο από εμένα τον ίδιο! Πες της να με πάρει τηλέφωνο! Για πες, τί άλλο λέει;
Η Ιρέν τον αγριοκοίταξε.
-Η Έφη είχε την τύχη να γεννηθεί άσκημη και γλίτωσε από κάτι τομάρια σαν κι εσένα! Πόσο δίκιο είχε!
-Άσχημη, ε; θα σε συμβούλευα να μην ακούς πικρόχολες γεροντοκόρες. Περάσαμε ωραία και αυτό είναι όλο!
Σηκώθηκε, παίρνοντας την τσάντα της για να φύγει.
-Αντίο, του είπε.
-Αντίο...  Ιρέν! την κάλεσε, Δε σου υποσχέθηκα ποτέ τίποτα.
Εκείνη γύρισε πίσω και τον πλησίασε. Συρίζοντας τις λέξεις ανάμεσα από σφιγμένα δόντια, ξέσπασε.
-Το να έχεις δίκιο δε σου δίνει αυτόματα το δικαίωμα να φέρεσαι άσχημα, ξέρεις! Ούτε εγώ σου ζήτησα τίποτα! Και μή φοβάσαι, δεν θα σε ξαναενοχλήσω! Αλλά στο κάτω-κάτω της γραφής, άντε και... Δεν τελείωσε τη φράση. Έφυγε.
Την άλλη μέρα στο γραφείο, είπε στην Έφη.
-Είχες δίκιο. Δεν αξίζει τον κόπο.
Η Έφη, την παρηγόρησε και αυτή, όπως όλες τις φίλες της μέχρι τώρα, σε παρόμοιες περιστάσεις.
Ο δε Τσέζαρε, είχε βρεί πολύ σπουδαίο τον χαρακτηρισμό και τον χρησιμοποιούσε για τον εαυτό του σαν κοπλιμέντο, "χρησιμοποιείς τους ανθρώπους όπως μία πόρνη το σώμα της".  Θεωρούσε τις πόρνες πολύ αποδοτικά και αποτελεσματικά στις συναλλαγές άτομα.

Και έτσι, όταν μερικούς μήνες αργότερα τις είδε ένα βράδυ στο μπαρ ενός ξενοδοχείου στην Ολλανδία, πήγε προς το μέρος τους, από περιέργεια. Η Ιρέν, είπε ένα ψυχρό "γειά" και του γύρισε την πλάτη, χωρίς να του συστήσει την Έφη, οπότε κι εκείνος επέστρεψε στην παρέα του, σε κάποιους συνάδελφους.
-Αυτός είναι, είπε η Ιρέν.
-Είναι πράγματι πολύ εμφανίσιμος, ενέκρινε η Έφη.
-Ας μην τα ξαναλέμε, είπε η Ιρέν.
Μετά από λίγο ήρθαν κάποιοι δικοί τους συνάδελφοι, από ένα  σεμινάριο μεταφραστών που είχε γίνει νωρίτερα και η Ιρέν σύντομα απορροφήθηκε σε συζήτηση με κάποιον νόστιμο από αυτούς, ενώ η Έφη, έπινε το ποτό της χωρίς να μιλάει, ακούγοντας την παρέα. Μετά από λίγο, η Ιρέν έφυγε μαζί με τον νέο συνοδό της, ρίχνοντας μία γελαστή ματιά στην Έφη, η οποία της έκανε μία ματιά σα να λέει "Δεν μαθαίνεις ποτέ!"

Τότε άκουσε μία φωνή πίσω της.
-Εσύ πρέπει να είσαι η Έφη, σωστά;
Ήταν ο Τσέζαρε. Δεν τον γνώρισε.
-Ναι, είπε παραξενεμένη, όχι μόνο επειδή δεν θυμόταν να τον έχει γνωρίσει, αλλά ποτέ δεν της απεύθυναν το λόγο ωραίοι άνδρες και, επιπλέον, σήμερα είχε προσθέσει ειδικά για την περίπτωση και δύο πλαστικά σπυράκια που είχε βρεί σε κάποιο κατάστημα μεταμφιέσεων. Σήμερα, ήταν πολύ ανόρεχτη.
-Με λένε Τσέζαρε.
-Τσέζαρε...; ρώτησε για να σιγουρευτεί ότι ήταν το ίδιο άτομο που της είχε πεί η φίλη της.
-Ναι, εγώ είμαι, παραδέχθηκε.
-Γειά σου Τσέζαρε, είπε κουνώντας το κεφάλι σα να έλεγε "ώστε εσύ είσαι πουλάκι μου! για έλα να σου πω δυο φωνήεντα!" το οποίο προφανώς δεν είπε. Αντί αυτού, είπε ευγενικά "Χαίρομαι για τη γνωριμία."
-Η ευχαρίστησις όλη δική μου! είπε εκείνος χαμογελώντας πλατειά.
Δεν ήταν χαμόγελο ευχαρίστησης, όμως, αλλά θυμηδίας. Αυτό που σκεφτόταν ήταν "Σα θηλυκός γυμνοσάλιαγκας! Κι εγώ αν είχα τη φάτσα της, τέτοια θα έλεγα", συνεχίζοντας πάντα να χαμογελά ευγενικά.
-Θα ήθελες να πάμε κάπου πιο ήσυχα να μιλήσουμε; τη ρώτησε.
-Θα το ήθελα, αλλά....
-Σε παρακαλώ, είπε αφοπλιστικά. Θέλω να μάθω ποιά είναι αυτή που λέει όλα αυτά τα απαίσια πράγματα για εμένα χωρίς καν να με ξέρει.
-Εντάξει, τότε, συγκατένευσε.
Της πρότεινε το μπράτσο του, κι εκείνη το δέχτηκε.
Καθώς έβγαιναν από το ξενοδοχείο, όλοι κοιτούσαν τον εξαιρετικά εμφανίσιμο άνδρα με τη στρατιωτική του στολή, εντυπωσιακότατο και επιβλητικό, ενώ κρεμασμένη στο μπράτσο του σα μαϊμού, ήταν η Έφη.
"Θα μετανιώσεις που με γνώρισες, γλίτσα"
"Θα ακούσεις τα σχολιανά σου, γουρούνι!"

Δεν υπάρχουν σχόλια: