Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Ο Άγνωστος

Ήταν τότε που έκανα εκπομπές στο ραδιόφωνο, γύρω στα εικοσικάτι ήμουν, και όλα ήταν ταραγμένα εντός μου. Οι καταστάσεις ήταν τέτοιες που το μυαλό μου λυσσομανούσε. Ήμουν ερωτευμένη με κάποιον Βαγγέλη, αλλά δεν ήμουν καθόλου έτοιμη για αυτό, όπως τυχαίνει όταν ποθούμε κάτι με όλο μας το είναι αλλά το σοφό σύμπαν μας λέει "περίμενε, ξύπνα πρώτα". Ήταν σα να έβλεπα τον
όμορφο κόσμο μέσα από ένα θολό τζάμι, γεμάτο σκόνη, αράχνες και μυγόσκατα.
Ένα βράδυ, στο στούντιο της εκπομπής, ήρθαν δυο φίλοι, κι έφεραν μαζί τους έναν άλλον, άγνωστο για εμένα. Ήταν ένας κοντούλης, χοντρούλης γιατρός με γυαλάκια που έκανε φαντάρος στην Πρέβεζα. Μας σύστησαν. Ήξερα ότι του άρεσα γιατί με κοιτούσε με τον ίδιο τρόπο που με κοιτούσαν οι μισοί άντρες της παρέας μας, αλλά ήμουν όπως ήμουν και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Είχε αυτός ο άνθρωπος κάτι το γλυκό επάνω του, ήταν από αυτούς που σου φέρνουν την επιθυμία να τους αγκαλιάσεις και να χουχουλιάσεις μαζί τους. Πολύ συμπαθητικός. Μας έλεγε διάφορα, όπως κάνουν συχνά οι φαντάροι και με κοιτούσε. Εϊπε ότι θα έφευγε αύριο για άλλη πόλη.
Με κοιτούσε από την άλλη άκρη του στούντιο και μερικές φορές κοιτούσε κάτω. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσα να κάνω.
Κάποια στιγμή, πήρε ένα απότα πρόχειρα χαρτιά που είχαμε στο τραπέζι κι έναν στυλό, κι έγραψε δυο γραμμές. Πριν φύγει μου το έδωσε.
"Δεν ξέρω από αύριο που θα'μαι, Μα απόψε τρέμω για σένα και φοβάμαι"

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Περί Ανέμων - Ο Ερωτευμένος

Είναι πολύ συχνό τα μικρά παιδάκια να ερωτεύονται τον δάσκαλο ή τη δασκάλα τους, με μία αγάπη άδολη και πλήρως απελευθερωμένη από ιδιοτέλειες. Δεν έχει τόσο σχέση με την ομορφιά των προσώπων, αλλά συχνά τα παιδάκια συναισθάνονται την καλοσύνη και την αύρα του δάσκαλου ή της δασκάλας. Έτσι, έτυχε μέσα σε όλα τα χρόνια που διδάσκω να δω αυτή την αγάπη, κάτι τόσο τρυφερό και αστείο που σου σπάει η καρδιά.

Ήταν, ας πούμε, ένα παιδάκι, ο Γιάννης, που καθόταν μόνος του στο θρανίο και δεν έλεγε τίποτα. Ήθελα να δω αν ήταν αδιάβαστος ή απλά ανόρεχτος, κι έτσι έκανα μία απλή ερώτηση, στην οποία το υπόλοιπο τμήμα ανταποκρίθηκε με πολλά υψωμένα χέρια. Ο Γιάννης όμως κοιτούσε στο άπειρο, σα να ήταν αλλού. "Γιάννη, πες" του είπα επαναλαμβάνοντας την ερώτηση. Ο Γιάννης έμεινε βουβός και ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα, πήρε μία ανάσα και είπε μπροστά σε όλη την τάξη που
ανέμενε "Κυρία, μη με κοιτάτε έτσι. Ζαλίζομαι". Το γέλιο που ξέσπασε στο τμήμα δεν περιγράφεται και ο κακομοίρης ο Γιάννης υπέστη καζούρα για μέρες, τύπου "Κυρία κλείστε τα μάτια όταν ρωτάτε τον Γιάννη" και άλλες μαθητικές κρυάδες, και κοκκίνιζε ο καημένος ο μικρούλης, τετάρτη δημοτικού ήταν τότε...

Ένας άλλος πιτσιρικάς, ο Ηλίας, άκουγε με προσοχή που τους εξηγούσα ότι θα πρέπει να μελετάνε για να πάνε καλά και ότι άσχετα με το ποιόν έχουν δάσκαλο πρέπει να σκέφτονται το δικό τους ώφελος από το να έχουν γνώσεις, στο οποίο ο Ηλίας απάντησε με ένα ειλικρινέστατο και γεμάτο πάθος "Τί λετε κυρία! Εγώ για εσάς διαβάζω!" για να συμπληρώσει με το αφοπλιστικό "Θα μείνω την ίδια για να σας έχω και του χρόνου!". κάτι που παραλίγο να συμβεί γιατί ο Ηλίας δεν ήταν και πολύ του διαβάσματος.

Το πιο έντονο ξέσπασμα όμως ήταν από τον Αποστόλη, που ήταν παιδί κλειστό και συνεσταλμένο. Τον έβλεπα που με κοιτούσε με παράπονο και άχτι χωρίς να λέει τίποτα, σε αντίθεση με τα περισσότερα παιδάκια που είναι πιο εκδηλωτικά. Ήταν κάτι που του έτρωγε τα σωθικά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, φυσικά, εκτός από το να παριστάνω την ανήξερη και να μην τον μαλώνω πολύ. Μία μέρα με ρώτησε που είναι ο άντρας μου. Τώρα, η πόλη μου είναι ένα μικρό μέρος και όλοι γνωριζόμαστε οπότε αυτή η ερώτηση δεν ήταν αδιάκριτη για τα δεδομένα μας.Χωρίς να γελάσω, απάντησα ότι είναι στο ναυτικό. Και τότε ο πιτσιρικάς, μέ μένος και λύσσα πραγματική, ξεστόμισε το εξής :"Να του βουλιάξει το καράβι!"

Αυτή η άνευ όρων αγάπη δεν κρατάει για πολύ, γιατί μεγαλώνουν, μαθαίνουν το σώμα τους και τον κόσμο και σε τι χρησιμεύουν όλα αυτά. Μαθαίνουν ό,τι πονηρό υπάρχει και ενθουσιάζονται έντονα. Αρχίζουν να εκφράζονται αλλιώς και νομίζουν ότι είναι άτρωτοι, ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν. Δοκιμάζουν τις αντοχές σου και τα νεύρα σου, σε προκαλούν, θέλουν την αναμέτρηση και γίνονται επιθετικά από ένστικτο. Αυτό είναι λιγότερο συγκινητικό, αλλά δεν παύει να είναι αληθινό και αυθόρμητο. Πρέπει όμως η δασκάλα να είναι αυστηρή και αμείλικτη για να μην δώσει λάθος μηνύματα ή εντυπώσεις σε μαθητές και γονείς.

Για παράδειγμα ένας μικρός, ο Κώστας, δευτέρα γυμνασίου ήταν τότε, περίμενε στον διάδρομο στην αρχή της χρονιάς για να δεί ποιά αγγλικού θα έχουν. Μόλις με είδε, με κοίταξε για λίγο όπως πλησίαζα, με το χαρακτηριστικό ύφος της αγορίστικης αγάπης και μου είπε "Εσάς έχουμε;" Ναι" του είπα "Πήγαινε στην τάξη και θα έρθω σε λίγο" γιατί έπρεπε να πάω σε μία άλλη τάξη πρώτα να δώσω κάτι χαρτιά. Τότε τον άκουσα που πήγε τρέχοντας στην αίθουσα και ανακοίνωσε με βροντερή φωνή "Έχουμε την Αθηνά και είναι μουνάρα!". Κοκκάλωσα. Πως θα μπω σε αυτό το τμήμα τώρα, σκέφτηκα. Θα χασκογελάνε σαν ηλίθια και θα ανταλλάζουν βλέμματα όλο νόημα.... Κοιτάχτηκα σε ένα τζάμι. Ήμουν ντυμένη άτσαλα με χαλαρά ρούχα, άβαφη και δεν φαινόταν καθόλου σάρκα πουθενά. Πήρα το πιο αυστηρό και σοβαρό μου ύφος και μπήκα παριστάνοντας ότι δεν είχα ακούσει τίποτα. Δεν χαμογέλασα για  50 λεπτά και όλη τη χρονιά ήμουν πιο αυστηρή και πιο σκληρή μαζί τους.

Το πιο ακραίο που μου είχε τύχει ήταν ο Δημητράκης, ετών 17. Σε αυτή την ηλικία τα αγόρια είναι ανυπόμονα και θέλουν να γίνουν άντρες με μία πιεστική ανάγκη και μία ορμή που δύσκολα καμουφλάρεται ή σταματιέται. Όπως έχετε καταλάβει, δεν τα σηκώνω κάτι τέτοια και του τσάκισα τα κόκκαλα με έναν τρόπο που μόνο ένας καθηγητής μπορεί να τσακίσει έναν μαθητή. Του απηύθυνα ερωτήσεις πολύ σπάνια, ανόρεχτα, του έβαζα τις δυσκολότερες ερωτήσεις και τον τιμωρούσα με το παραμικρό κιχ. Δεν του χαμογέλασα ούτε μία φορά και δεν ανέφερα ποτέ το όνομά του, αλλά του έλεγα πράγματα όπως "Πες" ή "Λάθος". Φυσικά, ήταν ανένδοτος. Αντί να κάθεται στο πίσω θρανίο γαλαρία όπως με τους άλλους καθηγητές, στο δικό μου μάθημα έρχονταν μπροστά-μπροστά και με κοιτούσε στα μάτια. Μία μέρα, κάναμε ένα κείμενο και τους εξηγούσα το λεξιλόγιο λύνοντας ασκήσεις, με τον Δημήτρη στο μπροστινό θρανία να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή με σαχλαμάρες. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που βρήκαμε μπροστά μας τη λέξη lick=γλύφω . Την εξήγησα και ένα παιδί είχε την απορία αν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε μεταφορικά όπως στα Ελληνικά για να πούμε ότι "γλείφουμε" κάποιον για να τον καλοπιάσουμε και δυστυχώς έδωσε και παράδειγμα "Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι γλείφουμε την κυρία των αγγλικών για να μας βάλει καλούς βαθμούς". Απάντησα ότι όχι και ότι για αυτή την περίπτωση υπάρχει άλλη έκφραση που θα την μάθουμε παρακάτω, ευχόμενη με όλη μου την ψυχή να περάσει αυτό απαρατήρητο από τον πιτσιρικά που περίμενε την ευκαιρία. Φυσικά και δεν του ξέφυγε. Κοκκίνησε ολόκληρος και γελώντας πονηρά, με κοίταξε λέγοντας "Δηλαδή θα μας μάθετε πως γλύφουν τις κυρίες;" με ένα ύφος που δεν άφηνε καμμία αμφιβολία για το υπονοούμενο. Η υπόλοιπη τάξη ήταν νεαρότερα και πιο συνεσταλμένα παιδιά, μάλλον δεν κατάλαβαν ή δεν άκουσαν γιατί δεν υπήρξε αντίδραση, αλλά η οργή μου ήταν τέτοια που ο Δημήτρης πάγωσε και χλώμιασε. Τον κοίταξα με τεράστιο θυμό τόσο που χαμήλωσε το κεφάλι και δεν ξαναείπε τίποτα. Ποτέ.


Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Η δύναμη των λέξεων, έκτοτε.

Θυμάμαι ήμουν χάλια. Όλα ήταν χάλια. Στο σπίτι χαμός, στη δουλειά χάος, τσακωμός με τους φίλους, όλα κατά διαόλου. Έκανα την καρδιά μου πέτρα και ετοιμάστηκα. Δεν είχα καν την ψυχραιμία να χτενίσω τα μαλλιά μου, κοιτούσα τον καθρέφτη και μου φαίνονταν το ίδιο, είτε ανάκατα είτε χτενισμένα. Τόσο θολό ήταν το βλέμμα μου. Έσκυψα. Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Έφυγα.
Πήγα στο ιδιαίτερό μου, ένα ενήλικος, αδερφός μίας φίλης μου. Μην πάει αλλού το μυαλό σου, ο Χρήστος ήταν αλλού.

Με είδε. Δεν είπε τίποτα. Αρχίσαμε το μάθημα. Καθώς του διόρθωνα ένα γραπτό, άπλωσε το χέρι, έβαλε τα μαλλιά μου πίσω από το αυτί μου. "Η ζωή είναι όμορφη" μου είπε.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Επανεξέταση των Πάντων (Reconsider Εverything)

Το φιάσκο της ΝΔ να κάνει τις ίδιες της τις εκλογές πυροδότησε μία αντίδραση που από καιρό περίμενε μία αφορμή να εκραγεί στην απόφασή μου να μιλήσω για κάποια πράγματα και αυτή η σκέψη ήταν η εξής: γιατί όχι όλα; Γιατί να μην αγγίξεις πράγματα ιερά; Γιατί να μην τα σκεφτείς όλα γιατί να μην αναλογιστείς όλα τα ενδεχόμενα, όλα από το μηδέν και πάνω;

Όλοι, όσο σπουδαίοι και να θεωρούμε ότι είμαστε πρέπει να αξιολογηθούμε.

Αυτό, τώρα, σε σχέση με το αντικείμενό μου, είναι τρομερό, διότι σημαίνει ότι ένα πολυκαιρισμένο πρόβλημα που όλοι φοβούνται να αγγίξουν, το ζήτημα της Αγγλικής Φιλολογίας, δεν μπορεί να αναβληθεί άλλο.

Το ζήτημα είναι το εξής: η Αγγλική φιλολογία προσφέρει, αυτό που προσφέρει το Canbridge Proficiency. Αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα, γιατί αυτό που προσφέρει το Κεμπριτζ είναι διαθέσιμο από πολύ νωρίτερα στην ζωή ενός ατόμου, πράγμα ανεκτίμητο στην αγορά προσόντων και των ζωών, ένα προσόν που καθορίζει το πως θα ζήσεις, στην ουσία. Φαντάσου, ας πούμε, να είχες τελειώσει την Γυμναστική ακαδημία ή την Ασοε στα δεκαέξι σου. Αυτό. Τόσο σημαντικό. Αν έχεις το Προφίσιενσυ, σπουδάσεις οπουδήποτε στην ευρώπη χωρίς τον έναν χρόνο προετοιμασία ,


εργάζεσαι άνετα και γενικά είσαι άνετος.

Η Αγγλική Φιλολογία, από την άλλη, αν και διαθέτει το κύρος μίας κρατικής σχολής, υστερεί σε αυτόν τον τομέα, ότι δηλαδή προσφέρει με καθυστέρηση σχεδόν δεκαετίας και με πολύ μεγαλύτερα έξοδα (αφού πρέπει να πας σε άλλη πόλη, να νοικιάσεις σπίτι για 4 έτη, να αγοράσεις βιβλία, κοκ) αυτό που ο άλλος στο δίνει μέσα στο σπίτι σου, ενώσω σε ταΐζουν ο γονείς σου, χωρίς να κουνηθείς ρούπι.

Ένα άλλο σημείο που χρήζει σκέψης και περισυλλογής, είναι ότι αν θες να μάθεις αγγλικά, είναι καλύτερα να πας στον άγγλο παρά στον έλληνα, με τον ίδιο τρόπο που αν ήθελες να γίνεις μηχανικός θα προτιμούσες να μαθητεύσεις δίπλα σε μηχανικό και όχι δίπλα σε αρχιτέκτονα. Θέλω να πω, όσο και αν συμπαθώ εμάς τους Έλληνες , ο Άγγλος όπως και να το κάνουμε, έχει το πλεονέκτημα της αυθεντικότητας και θα το έχει για πάντα. Δεν θα εξαφανιστεί το Κεμπριτζ για να κάνει το χατήρι των αγγλοφιλόλογων, θέλω να πω.

Και τέλος, υπάρχει και άλλο ένα θέμα, που δεν θέλουν να το παραδεχτούν οι αγγλοφιλόλογοι, αλλά είναι υπαρκτό και είναι ίσως αυτό που τελικά έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Αυτό το θέμα είναι ότι υπάρχουν αυτή τη στιγμή εκεί έξω αγγλοφιλόλογοι που δεν ξέρουν που πάν τα τέσσερα, που λένε λάθος πράγματα στα παιδιά των γυμνασίων και των λυκείων, που έχουν γίνει ο περίγελως των πόλεών τους και που κάθε άλλο παρά διαφημίζουν τη σχολή τους. Έρχονται σε εμένα τα μαθητάκια και γελάνε με τις κοτσάνες που αμολάνε οι αγγλικούδες της Αγγλικής φιλολογίας. Τώρα, προσωπικά, δεν είμαι άνθρωπος που θα κακολογήσει συνάδελφο, αλλά από την άλλη, όταν λένε λάθος πράγματα δεν μπορώ να τα υποστηρίξω μόνο και μόνο για να μη χαλάσω τη ζαχαρένια τους, γιατί αν το κάνω θα χάσω κι εγώ το κύρος μου: αν δηλαδή υποστηρίζω τα λάθη τους τη στιγμή που το σωστό είναι προφανέστατα άλλο. Δεύτερον, μέσα σε αυτό το επίπεδο ανταγωνισμού, γιατί να υποστηρίξω τον ανταγωνιστή; Δεν έχω λόγο να το κάνω. Και όταν μου λένε τα παιδιά "κυρία πως ξέρουμε ότι εσείς έχετε δίκιο;" τότε βγάζω το λεξικό και την γραμματική και τους αποδεικνύω έμπρακτα ότι εγώ έχω δίκιο και ξέρω καλύτερα, και δε μπα να'χει οκτακόσια χρυσά πτυχία στην κορνίζα ή άλλη. Η πραγματικότητα είναι μαζί μου.

Αυτό, δυστυχώς, είναι προϊόν που προκύπτει από όλες τις παθολογίες του Ελληνικού συστήματος και δεν βλέπω να γίνεται σύντομα κάτι για την καταπολέμησή του. Όπως δυσλειτουργούν τα πάντα στην Ελλάδα, έτσι θα δυσλειτουργεί και η Αγγλική φιλολογία. Και όσο δυσλειτουργεί, θα πλησιάζει την εξαφάνιση.

Εκτός αν προσφέρει στον "πελάτη" κάτι που δεν προσφέρουν οι άλλοι. Και μη μου πείτε τώρα ότι η Αγγλική Φιλολογία προσφέρει θέση στο Δημόσιο, γιατί με τις αμοιβές που παίρνουν εκεί τώρα και με τις συνθήκες στις οποίες δουλεύουν, ούτε για φτύσιμο δεν θα τη θέλουν τη σχολή. Ειδικά εφόσον είναι τέτοιος ο κορεσμός, ακόμα και στα ιδιαίτερα, είναι τρελός όποιος πάει για αγγλική φιλολογία τώρα. Σε τριάντα χρόνια πάλι. Και πάλι, πόσες είναι οι πιθανότητες να είναι η Ελληνική σχολή Αγγλικής Φιλολογίας καλύτερη από το Cambridge; Ας είμαστε σοβαροί.

Οπότε, γιατί να διατηρούμε έναν τόσο ακριβό θεσμό, που θέλει μισθά, σεμινάρια, κτιριακές εγκαταστάσεις, αναλώσιμα, φαγητά, κοκ;

Σε μία Ευρωπαϊκή πραγματικότητα, δεν θα ήταν πολύ λογικότερο να πας στον άγγλο για αγγλικά, στον ιταλό για ιταλικά, στον γερμανό για τα γερμανικά και στον Έλληνα για τα Ελληνικά;

Και, θέλω να ρωτήσω την Marisa και τον Παναγιώτη, τί συμφέρον έχεις να ευνοήσεις τον Έλληνα, αν δεν είναι απαραίτητος; Ακόμα και αν το κάνεις, οι πολίτες και οι προϋπολογισμοί ήδη αποκτούν την τάση να κινούνται συλλογικά στην πιο συμφέρουσα λύση και κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει αυτό γιατί είναι νόμος της αγοράς. Όποιος επιμένει να πληρώνει παραπανίσια λεφτά για κάτι που μπορείς να αγοράσεις φτηνότερα, αργά ή γρήγορα πτωχεύει.

Τώρα, εφόσον είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται ποτέ να ξεπεράσουμε τον ανταγωνιστή, τότε δύο είναι τα τινά.

Το ένα είναι να συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε, να συνεχίσουμε να κάνουμε ότι διδάσκουμε αγγλικά ενώ παράλληλα θα φθίνουμε σταδιακά, θα γίνουμε φαντάσματα και και καρικατούρες των εαυτών μας, πλάσματα αστεία, όπως οι γιαγιάδες που λένε τις ίδιες ιστορίες ξανά και ξανά αλλά τις ανεχόμαστε γιατί είναι συμπαθητικούλες και, όπως και να το κάνουμε, είναι οι δικές μας γιαγιάδες. Και μόλις πεθάνουν θα πούμε "βρήκε την ειρήνη, ήταν καιρός της."

Το άλλο είναι αντί να ξοδεύουμε λεφτά σε κάτι που δεν πουλάει πια, να στραφούμε στην προώθθηση της Ελληνικής γλώσσας. Όπως είναι το Cambridge για την αγγλική γλώσσα, να γίνει η Ελληνική Φιλολογία, να της δώσουμε κι ένα ευφάνταστο όνομα, πτυχίο Ροίδη, φερ'ειπείν, που έγραψε, κατά τη γνώμη μου τα καλύτερα Ελληνικά όλων των εποχών. Αντί να ξεδεύουμε ένα σωρό λεφτά στην προώθηση μίας άλλη γλώσσας, έχουμε, πιστεύω, καθήκον να προωθήσουμε τη δική μας.

Και με δυσαρεστούν όλα αυτά, για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος είναι  ότι αυτοί που είναι ειδήμονες, στην τελική μόνο τον εαυτούλη τους σκέφτονται, και αντί να είναι αντικειμενικοί όπως θα ώφειλαν να είναι εφόσον πληρώνονται για αυτό, βλάπτουν τον δημόσιο καλό (αν και μόνο οικονομικά) για να σώσουν τη θεσούλα τους.

Ο δεύτερος λόγος που με στεναχωρεί αυτό το θέμα είναι ότι δεν είμαι μόνο εγώ που δεν βρίσκω λύση, αλλά ούτε και κανείς άλλος, ούτε αυτοί που γνωρίζουν περισσότερα, ούτε οι πιο υπεύθυνοι, ούτε κανείς άλλος. Άρα, εφόσον κανείς δεν  βρίσκει λύση, τότε προφανώς, δεν υπάρχει λύση. Δυστυχώς, δεν γίνεται αλλιώς.


Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Ξένες

Όλοι ξέρουμε ποιά είναι τα καλά και τα όμορφα πράγματα στη ζωή. Δεν χρειάζεται καμμία οδηγία από κανέναν αν, για παράδειγμα, πεινάς. Ξέρεις ακριβώς τι πρέπει να κάνεις: να φας.

Αντίστοιχα, και στις πιο αιθέριες και αφηρημένες πτυχές της ζωής μας, δεν είναι ανάγκη να σου πεί κανείς "λυπήθηκες, κλάψε" ούτε "χάρηκες, γέλα".

Ακόμα και στα ανώτερα ιδανικά μας, θέλουμε για τον εαυτό μας ό.τι καλύτερο γίνεται. Θέλουμε την
ελευθερία, την ειρήνη και την αγάπη, θέλουμε τη μόρφωση και την γνώση. Θέλουμε την σύνεση και την κριτική ικανότητα. Όλα αυτά, ενστικτωδώς, από μόνοι μας και χωρίς κανείς να μας παρωτρύνει. Αν δεν το κάνουμε τελικά, είναι για άλλους λόγους, κυρίως συγκυριακούς, και όχι επειδή δεν τα εκτιμούμε. Μπορεί, ας πούμε, ένας άνθρωπος να είναι πανέξυπνος, αλλά να είναι τεμπέλης ή φτωχός ή κάποια άλλη συγκυρία να τον εμποδίζει. Θα εκτιμά αυτά τα πράγματα, αλλά δεν θα τα επιλέξει για τον εαυτό του. Στην μεγάλη τους πλειοψηφεία όμως, οι άνθρωποι κυνηγούν την μόρφωση, την παιδεία, την καλλιέργεια, τον πολιτισμό, όσο μπορεί ο καθένας.

Έτσι και στις ξένες γλώσσες, αν υπάρχει μία κάποια πτώση, δεν οφείλεται στο ότι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τα ωφέλη, αλλά σε άλλους, συγκυριακούς, παράγοντες. Και, φυσικά, οι παράγοντες αυτοί είναι κυρίως οικονομικοί. Είναι πλέον ασύμφορο να κάνεις τίμιες δουλειές, άρα οι τίμιοι άνθρωποι πτώχευσαν. Και αυτό είναι ένα από τα κακά, οι άνθρωποι που λαμβάνουν αποφάσεις πολύ συχνά είναι διεφθαρμένοι και για αυτό περιφρονούν τους τίμιους. Τους λένε πρόβατα, κορόιδα, αμόρφωτους, αδαείς, απολίτιστους, κοκ, ξεχνώντας ότι αυτοί ακριβώς είναι στους οποίους βασίζονται όλοι αυτοί οι έμποροι αποφάσεων στις καρέκλες με τις φούντες. Συνολικά, οι πράξεις των άτιμων έχουν φέρει τον κόσμο σε μία τέτοια κατάσταση που να μην μπορεί να τους στηρίξει. Πτωχεύοντας τον κόσμο με τις απατεωνιές τους, τώρα δεν έχουν μείνει λεφτά για κλέψιμο, τρόπον τινά.

Οπότε, εφόσον βλέπουμε να διαφημίζονται για πρώτη φορά στην ιστορία πράγματα που ποτέ εως τώρα δεν χρειάστηκαν διαφήμιση, τότε αντιλαμβάνεται ο κάθε σώφρων πολίτης ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά.

Προτείνω, το λοιπόν, στους απατεώνες αυτούς να κάνουν το εξής: να χρησιμοποιήσουν την πονηριά και καπατσοσύνη τους στο να επαναφέρουν τους πελάτες τους σε κατάσταση που να μπορούν να ζήσουν παραγωγικά. Πως να το κάνουν αυτό; Απλό είναι. Συνήθως οι απατεώνες έχουν σημαντικές θέσεις κοντά σε σημαντικούς ανθρώπους. Ας επηρεάσουν τους ηγέτες ή όποιον άλλος είναι που παίρνει όλες αυτές τις αποφάσεις, να οδηγήσει τα πράγματα σε δρόμο καλό και όχι καταστροφικό, οικονομικά μιλώντας. Πρέπει οι πελάτες των πάντων να έχουν λεφτά για να μην κατερρεύσουν οι θεσμοί και οι πυλώνες της κοινωνίας.

Ο λόγος που καταρρέουν όλα είναι οικονομικός στη ρίζα και στην έκφανση. Αν στερήσεις τα προς το ζην από τον πολίτη, τότε ο πολίτης θα σε απαξιώσει.

Βρείτε με ποιόν τρόπο βλάπτετε το Σύστημα και αυτο-αναμορφωθείτε, ώστε χωρίς να πέσετε ή να μειωθείτε, να παραμείνουν οι πελάτες σας ζωντανοί.

Γίνεται.

Αν δεν το κάνετε, υπάρχουν άλλοι, με περισσότερα λεφτά και πιο πολυάριθμους πελάτες(αν και, ομολογουμένως, κατώτερης υποστάθμης), που θα σας αντικαταστήσουν.



Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

No one has called for months



No one has called for months.
That is a statement, loud and clear.
And your friends, baby, they treat you like a guest.
It's ok, though.
I've always been dysfunctional.
I know how to sail those vast,deserted waters.
They are mine and I'm their queen.
No one will call for months.
Unless someone dies.

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Αυτό που εννοώ

Η κατάσταση: 
Από την τρίτη τάξη του δημοτικού μέχρι και το λύκειο οι μαθητές διδάσκονται ξένες γλώσσες δύο ή τρείς ώρες την εβδομάδα, ανά γλώσσα. Ωστόσο, ολοκληρώνοντας την εκπαίδευσή τους έχουν δύο προβλήματα:
α) δεν έχουν μάθει την ξένη γλώσσα που διδάχθηκαν, παρόλο που έχουν εξεταστεί σε αυτή και έχουν περάσει τις σχετικές εξετάσεις, και 
β) παρά τις ώρες και τους πόρους που έχουν δαπανηθεί για αυτό τον σκοπό, οι μαθητές μένουν χωρίς πιστοποίηση, ακόμα και σε στοιχειώδες, βασικό επίπεδο

Η άποψη των γονιών: 
Λαμβάνοντας όλα αυτά υπόψιν, οι γονείς αναγκάζονται να πληρώνουν ιδιωτικά φροντιστήρια για να γίνει σωστά η εκμάθηση οποιασδήποτε γλώσσας, τη στιγμή που μέσω εισφορών και φορολογίας ήδη “πληρώνουν” με έμμεσο τρόπο την ύπαρξη και λειτουργεία των δημόσιων σχολείων.

Η άποψη των μαθητών: 
Όπως έχουν τα πράγματα τα παιδιά πρέπει να κάνουν δύο φορές το ίδιο μάθημα, μία στο σχολείο και άλλη μία στο φροντιστήριο. (Αυτό, φυσικά δεν ισχύει μόνο για τις γλώσσες αλλά για όλα τα μαθήματα, αλλά αυτό είναι ένα ευρύτερο πρόβλημα που απαιτεί ειδική προσοχή και ανάλυση.) Έτσι παρουσιάζεται από νωρίς η κόπωση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ψυχική υγεία, την κοινωνικοποίησή  και, κυρίως, την ακαδημαϊκή πορεία των νέων. Πράγματι, πολλά παιδιά απογοητεύονται από την μάταιη αυτή προσπάθεια και παραιτούνται είτε από το σχολείο γενικώς είτε από την προσπάθεια, αποφοιτώντας με χαμηλούς βαθμούς και ακόμα χαμηλότερες προσδοκίες από το μέλλον, κάτι τρομερό για ένα έθνος, να μένει η νέα γενιά χωρίς προσδοκίες.

Επίσης, η βαθμολογία τους στην ξένη γλώσσα πολύ συχνά ρίχνει την υπόλοιπη βαθμολογία τους, πράγμα που παίζει ρόλο στην μετέπειτα καριέρα τους, εφόσον συνυπολογίζεται στον γενικό βαθμό του λυκείου άρα καθορίζει σε ποιά σχολή θα περάσουν όταν δώσουν πανελλήνιες.

Η άποψη των εκπαιδευτικών
Συγκρίνοντας τη δημόσια παιδεία με την ιδιωτική στο ζήτημα των ξένων γλωσσών θα διαπιστώσουμε ριζικές διαφορές στον τρόπο διδασκαλίας, στις συνθήκες εργασίας αλλά και σε ό,τι αφορά την γενικότερη νοοτροπία. Συνοψίζονται στον ακόλουθο πίνακα:


Χαρακτηριστικά διδασκαλίας ξένων γλωσσών
σε Φροντιστήριο
Χαρακτηριστικά διδασκαλίας ξένων γλωσσών
σε Δημόσιο σχολείο
Ευελιξία στον αριθμό σπουδαστών ανά τμήμα
Σταθερός αριθμός σπουδαστών ανά τμήμα
Ευελιξία στον ρυθμό προόδου ανά μαθητή
Πανομοιότυπες προσδοκίες από κάθε μαθητή
Ευελιξία στην επιλογή υλικού
Καθορίζεται πανομοιότυπα από το υπουργείο
Ευελιξία στον αριθμό ωρών
Σταθερός αριθμός ωρών
Καμμία σύνδεση με πανελλήνιες
Σύνδεση με πανελλήνιες
Παρέχεται πιστοποίηση
Δεν παρέχεται πιστοποίηση
Συνεργασία με ξένα ινστιτούτα 
Συνεργασία με το υπουργείο παιδείας
Υψηλές προσδοκίες
Χαμηλές προσδοκίες
Προσωπική σχέση με σπουδαστές και γονείς
Απρόσωπη σχέση με σπουδαστές και γονείς
Άμεση συνάρτηση αποτελεσματικότητας-επαγγελματικής καταξίωσης διδασκόντων
Καμμία αρνητική ή θετική συνέπεια για τους διδάσκοντες


Η άποψη του συστήματος:
αυτή η διπλή δαπάνη για οποιαδήποτε αιτιολογία , την εκμάθηση ξένης γλώσσας στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί σπατάλη, μία διαρροή πόρων.
Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν ότι ένας μεγάλος αριθμός μαθητών στρέφεται για ξένες γλώσσες σε ιδιαίτερα μαθήματα τα οποία κατά μεγάλη πλειοψηφία είναι αδήλωτα, “μαύρα” όπως ονομάζονται, τότε η διαρροή πόρων από το σύστημα είναι ανυπολόγιστη, εξαιρετικά επιζήμια για όλους.

Στόχοι:
α) αποτελεσματική εκμάθηση ξένης γλώσσας στο δημόσιο σχολείο
β) απόκτηση πιστοποίησης γλωσσομαθειας, έστω και σε στοιχειώδες βασικό επίπεδο


Μέριμνα
Η πρώτη μέριμνα είναι η έρευνα και καταμέτρηση διαφόρων στοιχείων. Δεδομένου ότι τα ιδιωτικά φροντιστήρια έχουν ποσοστό επιτυχίας στις εξετάσεις πτυχίου απλησίαστο για τα δημόσια σχολεία, είναι εύλογο να αναζητήσουμε τον τρόπο που το πετυχαίνουν αυτό. Άρα, πρέπει να γνωρίζουμε τα εξής:
1. Ποιά φροντιστήρια έχουν τα υψηλότερα ποσοστά επιτυχίας στις εξετάσεις σε τοπικό και εθνικό επίπεδο; Αυτή πληροφορία παρέχεται από τα Ινστιτούτα Εκμάθησης ξένων γλωσσών (British Council, Goethe Institut, κτλ) Αυτή η πληροφορία θα μας επιτρέψει να προσλάβουμε τους αποτελεσματικότερους στα σχολεία μας.
2. Ποιά βιβλία χρησιμοποιούντα συχνότερα από τα φροντιστήρια ανά επίπεδο; Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με καταγραφή μέσω ερωτηματολογίου απευθείας στα φροντιστήρια είτε με καταλόγους από τις διάφορες εκδοτικές εταιρείες διδακτικών βιβλίων (Hamilton, Grivas, Sylvia Karr, κτλ) ή ακόμα και με συνδυασμό των δύο. Αυτή η πληροφορία θα μας επιτρέψει να υπολογίσουμε τί παραγγελίες θα χρειαστούν κάθε χρόνο, το κόστος τους και τί ύλη θα διδάσκεται ανά έτος. 
3. Ποιά είναι η αναλογία χρήσης κάθε συγκεκριμένου βιβλίου με το ποσοστό επιτυχίας των φροντιστηρίων;
4. Σε πόσο διάστημα ολοκληρώνεται το κάθε βιβλίο κατά μέσο όρο;
5. Πόσες ώρες γίνονται ανά επίπεδο ανά τμήμα;
6. Ποιός είναι ο μέσος αριθμός μαθητών ανά τμήμα, ανά επίπεδο;
7. Τί άλλα μέσα χρησιμοπούνται; Πως; Πως είναι εξοπλισμένη μία αίθουσα;
Εδώ θα χρειαστεί απευθείας ερωτηματολόγιο ανά φροντιστήριο.
8. Πόσες ώρες επιπρόσθετης εργασίας ανά τμήμα είναι απαραίτητες κατά μέσο όρο; (επιπλέον ώρες, ξεχωριστές ημέρες διαγωνισμάτων, αναπλήρωση χαμένων ωρών, ενίσχυση αδύνατων μαθητών, κοκ)


Έχοντας αυτά τα στοιχεία είναι εύκολος ο υπολογισμός των απαιτούμενων δράσεων αλλά θα ήταν εξωπραγματικό να έχει κανείς την προσδοκία από ένα δημόσιο σχολείο να έχει την ίδια απόδοση με ένα φροντιστήριο. Η σχέση δημόσιου σχολείου φροντιστηρίου είναι ανάλογη με τη σχέση ανάμεσα σε ένα προιόν μαζικής παραγωγής και έαν προιόν παραγόμενο κατά παραγγελία : η τυποποιηση συνεπάγεται μικρό κόστος μεν, χαμηλή ποιότητα δε.

Ένας πιο ρεαλιστικός στόχος
Μέσω των στοιχείων που θα έχουμε αποκομίσει από τα ιστιτούτα ξένων γλωσσών (Goethe Institut, British Council, κοκ) και δεδομένου ότι οι ξένες γλώσσες που διδάσκονται στα σχολεία είναι Ευρωπαϊκές, δεν είναι εντελώς παράλογο να ανατεθεί η οργάνωση της εκμάθησης στα ινστιτούτα αυτά, πάντα υπό τον έλεγχο και εποπτεία του Ελληνικού Υπουργείου Παίδείας και σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες φροντιστηρίων σε τοπικό επίπεδο. Ειδικά αν ληφθεί υπόψιν το γεγονός ότι τα ιδρύματα αυτά είναι ήδη υπεύθυνα για την οργάνωση και διεξαγωγή εξετάσεων πτυχίου σε κάθε γλώσσα, τότε αυτό εξυπηρετεί τον διπλό σκοπό της ποιοτικότερης εκμάθησης αλλά και της παροχής πιστοποίησης στο τέλος των σπουδών.

Άρα, αντί να δίνουν οι μαθητές εξετάσεις για το Ελληνικό σχολείο που θα διοργανώνονται από το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας, θα εξετάζονται από το ανάλογο ινστιτούτο της κάθε χώρας για την κάθε γλώσσα (για αγγλικά British Council, για Γερμανικά Goethe Institut, κοκ). Ούτως ή άλλως οι ημερομηνίες διαξεγωγής των περισσότερων από αυτές τις εξετάσεις συμπίπτουν με τις εξετάσεις των Ελληνικών σχολείων.

 Επίσης, οι εξετάσεις αυτές εκτός από αξιολόγηση των γλωσσικών δυνατοτήτων των μαθητών, θα παρέχουν και στοιχεία για την αξιολόγηση των καθηγητών: ένας καθηγητής του οποίου οι μαθητές αποδίδουν χαμηλά συχνότερα από ότι υψηλά, τότε ο καθηγητής αυτός δεν θα επαναπροσλαμβάνεται. Έχοντας θέσει ένα τόσο υψηλό στόχο, ασκείται μεγαλύτερη πίεση στα σχολεία αλλά και στους διδάσκοντες καθηγητές να παράγουν ουσιαστικότερα αποτελέσματα, που μέχρι τώρα αφενός δεν είχαν τα μέσα για να κάνουν καλή δουλειά, αφετέρου είχαν επαναπαυθεί στη δουλειά που γίνεται από τα φροντιστήρια, πράγμα που εύκολα διαπιστώνει κανείς από την αναντιστοιχία διδασκόμενης και εξεταστέας ύλης στα γυμνάσια και λύκεια.

Το σύστημα εξετάσεων θα πρέπει να είναι ως εξής:


Α' – Γ' τάξη  Δημοτικού  
Χωρίς εξετάσεις, θα διδάσκονται οι βασικές γνώσεις
Δ' Δημοτικού
Στο τέλος της Δ' τάξης θα εξετάζονται σε βασικές γνώσεις
σε επίπεδο αρχάριων (όπως το Learners του πανεπιστημίου
του Cambridge)
Ε' Δημοτικού
Στο τέλος της Ε' τάξης, όσοι μαθητές δεν έχουν περάσει
τις προηγούμενες εξετάσεις θα επανεξετάζονται στα
βασικά
ΣΤ' Δημοτικού
Στο τέλος της ΣΤ' τάξης θα εξετάζονται στο επόμενο
επίπεδο, όπως το Flyers του Cambridge ή ίσως μέχρι και
κάποιο Β1 επίπεδο
Β' Γυμνασίου
Στην Α' γυμνασίου θα γίνεται πρόοδος που θα εξεταστεί
στο τέλος της Β' Γυμνασίου σε επιπεδο Β2 ή Β1 για μαθητές που
 προχωρούν πιο αργά.
Γ' Γυμνασίου εως Γ' Λυκείου
Μέχρι την Γ' Λυκείου οι μαθητές θα εξετάζονται κάθε χρόνο
 σε επίπεδο Β2, Γ1 ή Γ2, ανάλογα με την πρόοδο που έχουν
σημειώσει. Αυτό σημαίνει ότι οι μαθητές που θα
ολοκληρώνουν το επίπεδο Γ2 νωρίτερα θα απαλλάσσονται
από το μάθημα της ξένης γλώσσας. Εφόσον κάποιος
μαθητής δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να συνεχίσει μετά το
 Β2, κατόπιν συνεννοήσεως με τους γονείς θα μπορεί επίσης
 να απαλλάσσεται από το μάθημα της ξένης γλώσσας.


Παράλληλα, όμως, είναι απολύτως απαραίτητο να παρέχονται στους διδάσκοντες και τα απαραίτητα μέσα για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός.

Τα μέσα αυτά είναι τα εξής:
1. Μικρότερος αριθμός μαθητών ανά τμήμα. Αυτό σημαίνει χωρισμό των ήδη υπαρχόντων τμημάτων στα δύο, ώστε ο αριθμός μαθητών ανά τμήμα να μην υπερβαίνει τους 12. (Ιδανικά λιγότεροι από 10). Σε ένα δωδεκαθέσιο σχολείο με έναν καθηγητή αγγλικών είναι εύκολο να γίνει αυτό, ειδικά εφόσον γίνουν προαιρετικά μαθήματα όπως η θεατρική αγωγή, τα εικαστικά ή η ώρα “γενικής μελέτης” που ακόμα δεν έχω καταλάβει περί τίνος πρόκειται, σαν γονιός.
2. Ειδική αίθουσα για την διδασκαλία κάθε γλώσσας. Πράγματι, η κανονική σχολική αίθουσα είναι ειδικά διαμορφωμένη για την διδασκαλία των Ελληνικών, με τα αντίστοιχα βοηθήματα, όλα στα Ελληνικά, από τις ζωγραφιές των παιδιών μέχρι το ημερολόγιο ή τους χάρτες, πράγμα που την καθιστά αποτελεσματικότατη για τον σκοπό αυτό. Ωστόσο, είναι αποτρεπτική για την εκμάθηση ξένης γλώσσας. Εφόσον το τμήμα θα είναι μικρότερο, η αίθουσα που θα χρειαστεί θα είναι αντίστοιχου μεγέθους, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως η εξεύρεση τέτοιου χώρου να μην είναι τόσο δύσκολη όσο ακούγεται αρχικά. Θα πρέπει να διαθέτει εικόνες, αφίσες, κοκ στην γλώσσα η οποία διδάσκεται να είναι καλά ηχομονωμένη για τα ακουστικά μέρη των ασκήσεων ή των διαγωνισμάτων και υπολογιστή με ηχεία, για να χρησιμοποιείται ως CD player αλλά και για την προβολή βίντεο ή την εξεύρεση διδακτικού υλικού, όπως γίνεται σε όλα πλέον τα φροντιστήρια. 
3. Ευελιξία στην επιλογή υλικού, ανάλογα με τις συνθήκες, τις δυνατότητες του κάθε τμήματος και το επίπεδο στο οποίο βρίσκονται οι μαθητές. Αυτό σημαίνει ότι δύο τμήματα του ίδιου επιπέδου μπορεί να διδάσκονται διαφορετικό βιβλίο, αν το ένα τμήμα προχωρά πιο γρήγορα από το άλλο. Φυσικά, για πρακτικούς λόγους, η επιλογή αυτή δεν θα γίνεται από όλο το φάσμα βιβλίων που είναι διαθέσιμα στην αγορά, αλλά πιο εφικτό είναι να ορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας μία λίστα βιβλίων από ορισμένους εκδοτικούς οίκους (ίσως και από τα βιβλία που εκδίδονται από τα ιδρύματα ξένων γλωσσών) και μέσα από αυτή τη λίστα να επιλέγει ο κάθε δάσκαλος.


Αυτές οι αλλαγές είναι μηδαμινές σε σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση, μίας και ήδη πολλοί ιδιοκτήτες φροντιστηρίων έχουν αναλάβει ώρες σε διαφορα δημοτικά και οι ώρες για τις ξένες γλώσσες ήδη είναι ενταγμένες στο πρόγραμμα των σχολείων. Επίσης, ο απαιτούμενος εξοπλισμός ήδη είναι διαθέσιμος στα περισσότερα σχολεία. Η πιο μεγάλη αλλαγή από άποψη υποδομών είναι η εξεύρεση αιθουσών, μία για κάθε γλώσσα, κάτι που ίσως πάρει χρόνο. Στην ουσία η μόνη πραγματική αλλαγή είναι η ανάθεση των εξετάσεων στους οίκους ή πανεπιστήμια της κάθε χώρας.

Φυσικά, θα πρέπει να επιτευχθούν συμφωνίες με τα ιδρύματα ή ινστιτούτα των ξένων γλωσσών, μίας και δεν θα αναλάβουν ένα τέτοιο έργο χωρίς να έχουν κάποιο ώφελος, θεωρώ όμως ότι εφόσον τα βιβλία που θα χρησιμοποιηθούν για την διδασκαλία και την πρετομασία για τις εξετάσεις θα προέρχονται κυρίως από τους εκδοτικούς οίκους των ίδιων ιδρυμάτων, θα βρεθεί σίγουρα μία κοινή συνισταμένη που να ωφελεί όλους τους εμπλεκόμενους.

Τα ωφέλη του προτεινόμενου συστήματος:
1. Πρώτον και κύριον, οι μαθητές μαθαίνουν ξένες γλώσσες πραγματικά και όχι μόνο “στα χαρτιά”, άρα σταματά η σπατάλη πόρων του να γίνονται μαθήματα χωρίς κανείς να ωφελείται από αυτά.
2. Χωρίς να γίνει καμμία ανατροπή (οι καθηγητές ξένων γλωσσών δεν χάνουν τις θέσεις τους) αυξάνεται η παραγωγικότητα.
3. Οι ξένοι οίκοι εξετάσεων θεωρώ ότι θα αδράξουν την ευκαιρία αυτή μίας και υπάρχει πτώση στον αριθμό υποψηφίων σε όλες τις εξετάσεις.
4. Το Ελληνικό κράτος επωφελείται από την τεχνογνωσία των ξένων πανεπιστημίων. Όντως, αυτά έχουν  μακρόχρονη εμπειρία σε αυτό τον τομέα, ενώ τα Ελληνικά σχολεία δεν έχουν καθόλου πείρα στην εξέταση και πιστοποίηση. Αν περιμένουμε μέχρι να την αποκτήσουν, θα περάσει πολύς χρόνος που, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι χρήμα.
5. Αν όλα πάνε καλά, τότε θα περιοριστεί σηματνικά ο αριθμός μαθητών που απευθύνονται σε “μαύρα” ιδιαίτερα μαθήματα που αποτελούν παράσιτα στο όλο σύστημα, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει κανένας νόμος, ούτε να ληφθεί άλλη καμμία δράση και χωρίς “κυνήγι μαγισσών”. Αντιθέτως, οι καθηγήτριες που λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο θα έχουν πλέον κίνητρο να ενταχθούν στο σύστημα, άρα να είναι ορατές σε αυτό, με τις προφανείς συνέπειες (φορολογία, αξιολόγηση, νομιμότητα)


Επίλογος
Αυτές οι αλλαγές που προτείνονται είναι ενάντια στα δικό μου συμφέρον, διότι δικό μου συμφέρον είναι να συνεχίσουν τα σχολεία να είναι αναποτελεσματικά ώστε να έχω εγώ πελατεία. Ωστόσο, με πληγώνει το γεγονός ότι σαν Ελληνίδα δεν μπορώ να βασίζομαι στο κράτος μου για τίποτα και ότι όταν τα δικά μου παιδιά πάνε σχολείο θα βιώσουν την ίδια απογοήτευση που οδήγησε εμένα (και πολλούς άλλους) στον κυνισμό.

Θεωρώ ότι μακροπρόθεσμα έχω πολλά να κερδίσω αν το Ελληνικό κράτος κάνει καλά τη δουλειά του, ότι θα γίνεται λιγότερη σπατάλη και ότι τα λεφτά που δεν σπαταλώνται θα επενδύονται στο μέλλον και στην πρόοδο.

Οι αλλαγές που προτείνω θεωρώ ότι είναι απαραίτητες όχι μόνο για τις ξένες γλώσσες αλλά για όλα τα μαθήματα που διδάσκονται στα σχολεία μας και που ξαναδιδάσκονται στα φροντιστήριά μας. Θυμάμαι κάποτε, όταν ήμουν η ίδια μαθήτρια, ότι δεν χρειάζονταν φροντιστήριο κανείς εκτός από κάποιους που εμείς θεωρούσαμε προβληματικούς. Τώρα όλοι κάνουν φροντιστήρια και παρόλα αυτά η πλειοψηφία των παιδιών έχουν ελλείψεις σε στοιχειώδη ζητήματα γεωγραφίας, ιστορίας, ορθογραφίας, κοκ. Εγώ δεν πήγα φροντιστήριο. Γιατί το παιδί μου να πρέπει να κάνει δύο σχολεία (ένα το φροντιστήριο και ένα το κρατικό); Μου φαίνεται παράλογο.



Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Τί έχουν τα έρμα και ψοφάνε

Σε μία συζήτηση αναφέρθηκε το ζήτημα της ποιότητας των σχολείων ξένων γλωσσών, καθώς και το ζήτημα της αξιολόγησής τους. Αφορμή για αυτόν τον προβληματισμό ήταν το χαμηλό επίπεδο των σπουδαστών που φτάνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρόλο που, τύποις, έχουν πιστοποιητικά που πιστοποιούν τις γνώσεις τους. Αναρωτηθήκαμε όλοι γιατί να συμβαίνει αυτό και έπεσε η πρόταση να γίνει αξιολόγηση των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων ξένων γλωσσών, για να βρεθεί επιτέλους ο λόγος που ενώ έχουμε τόσους πτυχιούχους, τελικά έχουμε και τόση μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ξέρουν και αυτό που τελικά ξέρουν.

Δεν είναι ένα, αλλά πολλά τα αίτια.

Πρώτον και κύριον, δεν είναι όλοι που αναζητούν την πραγματική γνώση. Υπάρχουν πολλοί γονείς και μαθητές που δεν επιθυμούν να μάθουν μία γλώσσα, αλλά απλά να έχουν "ένα χαρτί" για λόγους άλλους, όπως το να πάρουν πόντους για μία προαγωγή, ώς τυπικό προσόν για κάποια θέση, ακόμα και ματαιοδοξία. Αυτού του τύπου οι μαθητές, εμφανίζουν τα εξής χαρακτηριστικά. Πρώτον, μην έχοντας πραγματικό ενδιαφέρον για την γλώσσα, επιλέγουν την ευκολότερη δυνατή μέθοδο εξέτασης, η οποία κατά κανόνα αντιστοιχεί και σε χαμηλότερο επίπεδο γνώσεων. Δεύτερον, μετά την απόκτηση του πτυχίου, δεν ασχολούνται ποτέ ξανά με την γλώσσα, οπότε ξεχνούν και τα λίγα που έμαθαν. Αντίστοιχα, και ο δάσκαλος, που έχει και έναν βιοπορισμό στη μέση, αναγκάζεται πολλές φορές να παρέχει στους πελάτες-μαθητές αυτό που του ζητούν, δηλαδή τίποτα περισσότερο από "ένα χαρτί".Το έχω κάνει και εγώ.

Και είναι πολύ εύκολο. Όπως ανέφερε και κάποια συνάδελφος κατά τη διάρκεια της συζήτησης, εκπαιδεύεις τον μαθητή να ανταποκρίνεται σε μία μορφή εξέτασης και, τσούπ!, να το πτυχίο στην κορνίζα!

Το πιό εύκολο πτυχίο στην παραχάραξη αυτού του τύπου, είναι το Michigan. Φυσικά και μιλώ για τα αγγλικά, που είναι η ειδικότητά μου, αλλά δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι σε άλλες γλώσσες είναι διαφορετικά, ειδικά μετά από αυτά που άκουσα σε εκείνη τη συζήτηση. Το Michigan, λοιπόν, ενώ θεωρητικά έχει το ίδιο επίπεδο γνώσεων με το Cambridge, στην ουσία είναι ο τρόπος εξέτασης που το καθιστά ευάλωτο σε παραχάραξη, διότι οι πολλαπλές επιλογές, ενώ αποτελούν αποτελεσματικότατο τρόπο εξέτασης, δεν είναι καθόλου αποτελεσματικές σαν τρόπος διδασκαλίας, διότι παρακάμπτουν το ένα και σημαντικότερο ζήτημα στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, την παραγωγή λόγου. Έτσι, κατά την προετοιμασία για εξετάσεις Michigan,  είτε ECCΕ, είτε ECPE, οι μαθητές δεν διδάσκονται παραγωγή λόγου, αλλά συμπλήρωση κυτίων, σχεδόν αυτοματοποιημένα: "μόλις δώ αυτό, βάζω εκείνο". Αντίθετα, ο τρόπος εξέτασης του Cambridge, άρα και η περίοδος προετοιμασίας για αυτές τις εξετάσεις, διδάσκουν την παραγωγή λόγου , σε όλες τις ασκήσεις (cloze, transformations, reading, listening) και όχι μόνο στην έκθεση, όπως συμβαίνει στο Michigan.

Μία άλλη διαφορά ανάμεσα στα δύο, είναι ότι στο Michigan τα προφορικά είναι τόσο τυποποιημένα, που οποιοσδήποτε μπορεί να περάσει με λίγη κατήχηση, ενώ στο Cambridge, οι ερωτήσεις είναι όχι δυσκολότερες, αλλά γενικότερες, δίνοντας μεν στον μαθητή μεγαλύτερα περιθώρια έκφρασης αλλά και στον εξεταστή δε περισσότερο υλικό για αξιολόγηση. Για άλλη μία φορά, το ζήτημα της παραγωγής λόγου είναι που κάνει την διαφορά.

Για αυτό και μίλησα για παραχάραξη νωρίτερα, γιατί με τόσο περιορισμένη παραγωγή λόγου, αυτό που γίνεται τελικά είναι η πλαστογράφηση της γνώσης, ένα πτυχίο πλαστό, στην ουσία.

Οι γονείς και μαθητές δεν πρόκειται να πάψουν να το ζητούν, διότι αυτό που θέλουν είναι το "χαρτί". Υπάρχουν παιδιά που από μικρή ηλικία ξεκινούν με σκοπό να πάρουν το Michigan και ολόκληρα βιβλία που επικεντρώνονται σε αυτόν τον τρόπο διδασκαλίας και εκμάθησης. Και όσο το ζητούν οι πελάτες, εμείς θα τους το παρέχουμε. Τόσο κυνικά και, όσο βαθαίνει η κρίση, ακόμα κυνικότερα.

Αυτό που μπορεί να γίνει, όμως, ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο όσων φτάνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι να ελέγχουμε ποιούς θα δεχτούμε στα πανεπιστήμια. Προτείνω να μην γίνεται δεκτό το Michigan ούτε σαν Β2 ούτε σαν Γ2 παρά μόνο σε ιδρύματα που δεν έχουν την ξένη γλώσσα ως κεντρικό μάθημα (πράγμα που δεν ξέρω κατά πόσο είναι εφικτό) ή καλύτερα, να αυξηθεί ο βαθμός δυσκολίας των εισαγωγικών εξετάσεων στις ξένες γλώσσες. Θα πρότεινα ακόμα και να μην γίνεται δεκτό το Michigan  ούτε καν στο ΑΣΕΠ αλλά ήδη ξεπέρασα το όριο τρελών ιδεών σε αυτή την ανάρτηση.

Κάτι άλλο που πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις, είναι το τί ακριβώς θεωρούμε "ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ξένων γλωσσών", κάτι εξαιρετικά σημαντικό, ειδικά αν είναι να τα αξιολογήσουμε.  Προσωπικά, αλλά και για το φροντιστήριο στο οποίο εργάζομαι, δέχομαι να αξιολογηθώ όποτε θέλει ο καθένας, με οποιονδήποτε τρόπο. Μπορώ και το κάνω. Ένας λόγος για τον οποίον μπορώ να αξιολογηθώ δεν είναι μόνο η αυτοπεποίθηση στην αξία μου και στις γνώσεις μου, αλλά και ότι εφόσον είμαι επίσημα δηλωμένη ως καθηγήτρια αγγλικών, σε ένα επισήμως κατοχυρωμένο φροντιστήριο, μπορεί ο καθένας να με βρεί, να με ελέγξει και να με αξιολογήσει, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Είμαστε όμως σίγουροι ότι όλοι αυτοί μαθητές που ενώ έχουν πιστοποίηση δεν ξέρουν γρύ, προέρχονται από φροντιστήρια;

Ξέρει κανείς πόσοι κάνουν ιδιαίτερα στην επικράτεια και πόσοι μαθητές προέρχονται από αυτούς; Αυτούς, ποιός θα τους αξιολογήσει; Ευχαρίστως να αξιολογηθούν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, θα μειωθεί και ο ανταγωνισμός, θα επικρατήσω εγώ που είμαι η καλύτερη στην μικρή μου πόλη. Μήπως, όμως, μετά από αυτή την αξιολόγηση, ρίξουμε στην μαύρη αγορά μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών; Αν αυτό συμβεί, θα λυθεί το πρόβλημά μας στην τριτοβάθμια;

Το φροντιστήριο αυτή τη στιγμή είναι ο εύκολος στόχος: πληρώνει ρεύμα, ικα, τεβε, φόρους, φπα, κοκ, λογοδοτεί για κάθε μία αποτυχία και πας εις κακεντρεχής νούς μπορεί να το κλείσει με μία απλή καταγγελία που δεν χρειάζεται καν να είναι αληθινή. Όσοι κάνουν ιδιαίτερα, από την άλλη, εισπράττουν μαύρα λεφτά τα οποία φυσικά και δεν φορολογούνται, εννοείται ότι δεν έχουν κανένα φπα, και παίρνουν ζωές στο λαιμό τους, γιατί μέχρι να καταλάβει ο γονιός ότι δεν κάνουν καλή δουλειά (όχι όλοι φυσικά) το παιδί έχει χάσει πολύτιμο χρόνο.

Άρα, πριν σκεφτούμε καν να αξιολογήσουμε τον οποιονδήποτε, είναι απαραίτητο να έχουν γίνει πρώτα τα εξής: να απαγορευτεί η συμμετοχή των ¨ανεξάρτητων¨ υποψηφίων στις εξετάσεις πιστοποίησης και, μάλιστα να θεσπιστεί ελάχιστος χρόνος φοίτησης πριν την συμμετοχή σε αυτές: δεν μπορεί κανείς σε οκτώ μήνες από αρχάριος να έχει φτάσει σε επίπεδο Β2 αν δεν είναι native speaker, ας πούμε! Χρειάζονται τουλάχιστον 4-5 έτη, για το Β2 μόνο, και αυτό πρέπει να θεσπιστεί επίσημα. Όσοι θέλουν να κάνουν ιδιαίτερα, να είναι δηλωμένοι επαγγελματίες, σύμφωνα με την ήδη υπάρχουσα νομοθεσία, να έχουν μηχάνημα για αποδείξεις και για κάθε υποψήφιο που κατεβάζουν να φορολογούνται αντιστοίχως. Η αξιολόγηση, με αυτό τον τρόπο, θα γίνει από μόνη της. Θα φανεί αμέσως ποιός διδάσκει τί και πόσο καλά κάνει τη δουλειά του.

Το ζητούμενο, εδώ δεν είναι να προστατευθούν τα φροντιστήρια, αλλά να ενταχθούν στο σύστημα και όσοι κάνουν ιδιαίτερα, ώστε να εκλείψει αυτός ο αθέμιτος ανταγωνισμός αφενός, και αφετέρου να καταστεί εφικτή η περίφημη αξιολόγηση. Γιατί αν πραγματοποιηθεί αξιολόγηση τώρα, μόνο το ένα τρίτο των δασκάλων ξένων γλωσσών θα αξιολογηθούν, άρα το μόνο που θα πετύχουμε είναι μία τρύπα στο νερό, και θα συνεχίσουν να φτάνουν στα πανεπιστήμια νέοι με τζούφια πτυχία.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Ομορφιά μέχρις δακρύων

Στον φασαριόζικο έφηβο που μόνος του επέλεξε να καθήσει κοντά στην έδρα μου, παρόλο που το μάλωνα όλη τη χρονιά πέρυσι.

Στην μικρή νεράιδα που ξαφνικά άρχισε να θυμάται το λεξιλόγιο

Στον μαντραχαλά που με φωνάζει "coach".

Στην μουλωχτή που με κοιτάει κρυφά με πονηρό χαμόγελο όταν οι άλλοι κάνουν λάθος.

Στα κεφαλάκια σκυμένα πάνω από την δύσκολη άσκηση.

Στο "Ωχ, κυρία!" της βαρεμάρας, την τελευταία ώρα.

Στη λάμψη του "Το κατάλαβα!" μετά τον πλάγιο λόγο.

Στο "Αχ, κυρία!" μετά το απρόσεχτο λάθος και η σβύστρα πέρα δώθε.

Στα πιτσιρίκια που με λένε αυστηρή παρόλο που δεν τα έχω μαλώσει ποτέ.

Στην άδεια αίθουσα που επιτέλους ησύχασε για απόψε.

Στις εικόνες που πήραν μαζί τους σπίτι, δώρο από εμένα.


Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Το στύλ και ο δαρβινισμός

Με έχει απασχολήσει πολλές φορές το θέμα του πως επιλέγουμε το οτιδήποτε και ειδικότερα συντρόφους, όχι για κανέναν άλλον λόγο παρά το ότι βλέπω τριγύρω μου πανέμορφους ανθρώπους να ακολουθούν την ίδια συμπεριφορά: περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους φροντίζοντας την εμφάνισή τους με φτιασίδια, ρούχα, γυμναστικές, κολώνιες, κοκ, αλλά όλα αυτά σαν επένδυση να μην καρποφορούν, δηλαδή στο τέλος της διαδικασίας δεν έχουμε το ζευγάρωμα των ανθρώπων, αλλά μοναξιά και πίκρα, πολλές φορές μάλιστα έχουμε την απογοήτευση ότι όλοι/όλες είναι ίδιοι/ίδιες.

Τώρα, αν αναλογιστεί κανείς ότι διαλέγοντας σύντροφο, στην ουσία διαλέγεις γονίδια για

αναπαραγωγή, τότε θα έπρεπε στο τέλος του φτιασιδώματος και του ντυσίματος και του βαψίματος και της γυμναστικής να υπάρχει όχι μόνο ζευγάρωμα, αλλά και τεκνοποίηση, δηλαδή ο λόγος που βαφόμαστε οι γυναίκες είναι για να μας κάνει ο άντρας μάνες και ο λόγος που οι άντρες δείχνουν μούσκουλα είναι για να γίνουν πατέρες όσο το δυνατόν περισσότερων γεννεών.

Άρα, αυτό που μετράει, είναι το γονίδιο και αυτό δεν εξαρτάται από τα φτιασίδια, τα ρούχα τη γυμναστική και όλα αυτά. Αν, ας πούμε, έβαζες μερικούς άντρες και μερικές γυναίκες χωρίς ρούχα σε έναν αρκετά μεγάλο χώρο, τότε αναμφίβολα πολύ σύντομα θα σημειώνονταν περιπτύξεις και εναγκαλισμοί. Αν , τώρα, τους ίδιους άντρες και τις ίδιες γυναίκες τους έλεγες να ντυθούν και να σενιαριστούν όσο καλύτερα ξέρουν και μπορούν ώστε να τραβήξουν την προσοχή ενός εραστή και μετά τους άφηνες πάλι όλους μέσα στον μεγάλο αυτό χώρο, τότε οι εναγκαλισμοί και οι περιπτύξεις θα ήταν ριζικά διαφορετικές από εκείνες με τα γυμνά κορμιά, γιατί εκτός από το ουσιώδες, πλέον έμπαιναν και άλλα ζητήματα στη μέση.

Μία γυναίκα που έχει πολύ ωραίο κορμί, ας πούμε, μπορεί να διάλεγε φτηνιάρικα ρούχα ή πολύ συντηρητικά ή πολύ περίεργα, κοκ. Αντίστοιχα, ένας άντρας μπορεί να διάλεγε ρούχα που τον κάνουν να δείχνει αλήτης, ρεμάλι, ξενέρωτος, κοκ.

Πράγμα που σημαίνει ότι εκτός από την ουσία, τους χυμούς του ίδιου του σώματος που βλέπουμε μπροστά μας, πρέπει πλέον να περιλάβουμε στην κρίση μας και τις πληροφορίες που μας δίνει το γούστο του.

Και αυτό είναι πολύ δύσκολο και πολύ άδικο, γιατί πολλές φορές το γούστο στα ρούχα δεν μαρτυρά απαραιτήτως αυτά που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να μαρτυρά.

Στην ουσία, τα ρούχα, οι κολώνιες, οι γυμναστικές και τα φτιασίδια κάνουν την εύρεση συντρόφου δυσκολότερη, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, γιατί αποτελούν άλλο ένα σύνολο πληροφοριών για αποκωδικοποίηση, για την οποία οι άνθρωποι δεν έχουν ακόμα προλάβει να εξελιχθούν. Θέλω να πω, πόσα χρόνια ντυσίματος έχουμε σαν είδος; Πέντε χιλιετίες είναι αμεληταίο διάστημα, εξελικτικά μιλώντας. Φυσικά και δεν έχει εξασκηθεί η μύτη μας στο να ξεχωρίζει ποιός τύπος εραστή προτιμά εκείνο το τεχνητό άρωμα ή ποιός τύπος ανθρώπου κρύβεται πίσω από εκείνο το μέηκ άπ.

Κι έτσι, αυτό που κάνουμε τελικά είναι να παίρνουμε τα ψεύτικα χαρακτηριστικά του φτιασιδώματος για πραγματικά, να λαμβάνουμε αποφάσεις ερωτικές με βάση αυτά τα ψεύδη, και τελικά να διαψεύδονται όχι μόνον οι ελπίδες μας αλλά και τα γονίδιά μας, το επόμενο πρωί, η απόρριψη του συνανθρώπου είναι βάρβαρη και απόλυτη, τελικά.

Επιπλέον, έχοντας αποσυνδέσει την τεκνοποίηση από την ερωτική επαφή, ναι μεν έχουμε κάνει τη ζωή μας λιγότερο κουραστική, από την άλλη μεριά όμως παραβιάζουμε το dna μας, κατά κάποιον τρόπο. Γονιδιακά, χαιρόμαστε όταν βλέπουμε έναν ωραίο άνθρωπο διότι μας αρέσει η προοπτική να αναπραχθούμε μαζί του. Χωρίς την αναπαραγωγή, μετατοπίζεται το νόημα της σχέσης από την τεκνοποίηση στην ευχαρίστηση, πράγμα που σημαίνει ότι περνάμε όλη τη ζωή μας με περιστασιακούς συντρόφους γιατί "έτσι μας αρέσει" το οποίο δεν θα ήταν κακό αν δεν μας άφηνε κενούς, κυνικούς και δυσαρεστημένους, γεμάτους μοναξιά και πίκρα.

Θεωρώ ότι χωρίς την πραγματικότητα του σώματος και της αναπαραγωγής, χάνει την ουσία της η σχέση μας με τους άλλους και για αυτό νιώθουμε μόνοι, παρά τις ανέσεις και την στυλιστικά άρτια εμφάνισή μας

Άρα, θα ήταν εύλογο να υποθέσουμε ότι χωρίς όλα αυτά θα ήταν πιο εύκολο να βρεί κάποιος σύντροφο. Ωστόσο, έχουμε εθιστεί τόσο πολύ στην φτιασιδωμένη εικόνα σαν άνθρωποι, που την φυσική εικόνα, την αφτιασίδωτη, την βρίσκουμε απεχθή και απολίτιστη.

Αυτό, αν είχε αποτελέσματα, δηλαδή αν  είχαμε κάποιον να αγαπάμε, τότε δεν θα πείραζε κανέναν. Κοιτώντας όμως τριγύρω, στους τέλεια στυλιζαρισμένους νέους μας, βλέπω ότι δεν είναι έτσι. Αυτό που βλέπω είναι να έχουν μόνο περαστικές σχέσεις, αλλά πολύ σπάνια κάτι σταθερό και στην πλειοψηφεία τους έχουν περιέλθει σε μία κατάντια κυνισμού ως προς τον συνάνθρωπο. Χρησιμοποιούν ο ένας τον άλλον για να εξυπηρετήσουν κάποιες ανάγκες τους, αλλά τίποτα παραπάνω. Πολλοί, μάλιστα, περηφανεύονται για αυτό με το σκεπτικό ότι είναι ανεξάρτητοι/-ες, ότι είναι χειραφετημένοι/-ες, ότι είναι ανοιχτόμυαλοι/-ες, ότι δεν έχουν ανάγκη την επιβεβαίωση, ότι δεν ανέχονται βλακείες από κανέναν, και άλλα αστεία πράγματα.

Ξέρω, μάλιστα πολλούς και πολλές που, νομίζοντας ότι ανεξαρτησία και χειραφέτηση ίσον κακία, να μιλάνε περήφανα για τις φορές που φέρονται άσχημα στους/στις συντρόφους τους.

Και έτσι, πολλοί νέοι, που αν δεν βασίζονταν τόσο στα ωραία ρούχα θα είχαν βρεί εκατό συντρόφους, παραμένουν μόνοι, τόσο σωματικά όσο και ψυχικά, και αυτό το δεύτερο είναι που πονάει ασύγκριτα περισσότερο.

Άρα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα φτιασίδια δεν βοηθούν, αλλά εμποδίζουν την αναπαραγωγή και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Αν θέλουμε να βάλουμε ένα τέλος στο δημογραφικό πρόβλημα της Δύσης, τότε πρέπει οπωσδήποτε και σύντομα να γίνει μόδα το ανεπιτήδευτο στυλ. Αν θέλουμε λιγότερους άνθρωπους στους ψυχαναλυτές, πρέπει επίσης να προωθήσουμε το ανεπιτήδευτο στυλ, γιατί ενώ η επιτήδευση σίγουρα έχει τις χάρες της, εν τέλει το πληρώνουμε σαν κοινωνία με την ανικανότητα να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον, παρά μόνο αν ο ένας από τους δύο είναι ψυχοθεραπευτής ή ψυχολόγος ή ψυχίατρος, πράγμα λάθος και εσφαλμένο γιατί έτσι όπως πάει το πράγμα,  μας έχουν βγάλει όλους τρελούς, χωρίς όμως να μας γιατρέψουν, αν κρίνω από τον αριθμό ατόμων που γνωρίζω ότι πάνε σε τέτοιους επαγγελματίες χωρίς να έχουν δει καμμία αλλαγή στη ζωή τους τα τελευταία 15 χρόνια.

Τέλος, αν κάτι δεν δουλεύει, τότε ξέρω ότι, όπως θα έκανε κάθε συνετός επιχειρηματίας, το αλλάζουμε. Αν η επιτήδευση έχει σαν αποτέλεσμα την φθίνουσα πορεία των ανθρώπινων πόρων, άρα καθιστά δυσκολότερη την επικράτηση στην Αγορά του κόσμου, άρα στην απώλεια υποστήριξης παγκοσμίως, άρα απώλεια κερδών, τότε το κίνητρο δεν είναι μόνο ηθικό.

Υπάρχει τεράστιο κέρδος στο να αφήσουμε τους άνθρωπους στην ησυχία τους.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Risks of a No-Risk Policy

Πάντα είχα μία πολιτική, την πολιτική του μηδενικού ρίσκου όταν πρόκειται για την ευθύνη μου ως προς τους άλλους. Δηλαδή, όταν πρόκειται για κάτι που αφορά μόνο εμένα και κανέναν άλλον (πολύ λίγα πράγματα στη ζωή είναι τέτοια) τότε το ρίσκο το παίρνω με χαρά και ευχαρίστηση. Όταν όμως το ρίσκο αφορά άλλους, όπως τους μαθητές μου ή τους ανθρώπους που αγαπάω, όποιοι και να είναι, όπου και αν βρίσκονται, τότε τηρώ αυτή την τακτική, δηλαδή να μην διακινδυνεύσω με κανέναν τρόπο το δικό τους συμφέρον και να μην κάνω τίποτα αν δεν είναι οι πιθανότητες συντριπτικά υπέρ τους.

Μέχρι τώρα η τακτική αυτή με έχει βγάλει ασπροπρόσωπη, υπό την έννοια ότι ποτέ δεν έχω κάνει τίποτα που να βλάψει κάποιον με κανέναν τρόπο. Προσπαθώ μάλιστα να προστατεύσω τους γύρω μου από τα λάθη μου, όσο μπορώ φυσικά, διότι μερικά από τα λάθη μου τα βλέπω ως σωστά.

Για αυτό και προσπαθώ να δέχομαι κάτι με το οποίο διαφωνώ όταν θεωρώ ότι ίσως για κάποιον άλλον να φαίνεται σωστό. Προσπαθώ, όσο μπορώ μέσα στη ανθρώπινη άρα ατελή μου αντίληψη και φύση, να συνδυάσω το δικό μου μυαλό με των τριγύρω μου, για να περιορίσω τα λάθη που θα κόστιζαν σε άλλους. Έτσι την έχω την ευθύνη στο μυαλό μου, αυτόν τον ορισμό της δίνω.

Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, νιώθω ότι ξέρω λιγότερα. Νιώθω σα να είναι όλα λάθος και σαν όλα να είναι αταίριαστα ως προς εμένα. Πράγματα που είχα ως σταθερές, είναι τώρα ρευστότερα κι από λάδι σε κατηφόρα και αυτό που περισσότερο αμφισβητώ είναι το τί καταλαβαίνω.

Οι πηγές είναι περισσότερες από όσες μπορώ να διαχειριστώ και πιο πολύπλοκες από ότι ήταν.

Πάντα όμως, σε καιρούς κρίσεως, οι άνθρωποι αντιδρούν με δύο τρόπους, είτε που αναζητούν την ασφάλεια της πεπατημένης, κανουν δηλαδή αυτό που πάντα έκαναν ελπίζοντας ότι οι ίδιοι νόμοι θα
έχουν τις ίδιες επιπτώσεις, είτε που κάνουν το εντελώς αντίθετο, με το σκεπτικό ότι αφού μέχρι τώρα έκανα αυτό, τώρα πρέπει να κάνω το αντίθετο. Και είμαι στο σημείο που πρέπει να αποφασίσω ποιό από τα δύ θα κάνω. Δύσκολη απόφαση, αν μη τι άλλο γιατί όπως όλες οι παοφάσεις πρέπει να παρθεί εν βρασμώ ψυχής και χωρίς αρκετές πληροφορίες.

Όσο για τον Παναγιώτη, έχω να πω το εξής. Αυτό που εμένα με βοήθησε ήταν το εξής, να σταματήσει αυτό εδώ, η φράση αυτή για κάποιο λόγο στα αγγλικά, "This ends here!"

Σκέφτηκα, Παναγιώτη, το εξής. Οι άνθρωποι τις περισσότερες φορές δεν αποφασίζουν, αλλα αντιδρούν, άλογα, όπως το νερό όταν πέσει μέσα του μία πέτρα: δεν είναι απόφασή του να κάνει κύκλους, απλά έτσι αντιδρά. Έτσι πήρα την ΑΠΟΦΑΣΗ να μην αντιδράσω σύμφωνα με το αρνητικό ερέθισμα, αλλά αντιθέτως, να μην αντιδράσω σύμφωνα με αυτό. Πήρα την απόφαση, οι ομόκεντροι κύκλοι του δικού μου προβλήματος να μην επεκταθούν περισσότερο, αλλά να σταματήσουν σε εμένα. Πήρα την απόφαση να είμαι εγώ η μόνωση ανάμεσα στον θόρυβο του παρελθόντος και την επόμενη γενιά.

Αποφάσισα, οποιαδήποτε αντίδραση οφείλεται σε εκείνο το πρόβλημα, να την πνίξω. Κοίταξα τριγύρω και παρατήρησα ποιές ήταν οι αντιδράσεις στα καλά πράγματα και τις αποστήθισα όπως ο ηθοποιός το σενάριο και τις έκανα ζωή μου, ώστε η επόμενη γενιά να έχει ένα στρώμα (εμένα) να την προστατεύει από τους απόηχους των ουρλιαχτών. Δεν εξέφρασα θυμό ούτε έφυγα. Δεν μίλησα σε κανέναν ούτε ξέσπασα. Δεν απέφυγα τις υποχρεώσεις μου, δεν έκανα πίσω όταν μου ζητήθηκε να δείξω κατανόηση σε ανθρώπους που δεν την έδειξαν σε εμένα. Έγινα η μόνωση. Στρίμωξα το είναι μου ανάμεσα στις πληγές του παλιού και τις απαιτήσεις του νέου, των νέων

Έχει το τίμημά του. Πρέπει κάποια στιγμή να εκφραστείς, γιατί δεν μπορεί κανείς να τα κρατά όλα μέσα του για πάντα. Η μαυροδάφνη βοήθησε. Και η πολύ δυνατή μουσική. Και οι μικρές ώρες πριν την αυγή που ότι ρέει είναι αόρατο.

Μόνη ανταμοιβή ότι σταμάτησα το κακό, δεν το άφησα να αναπαραχθεί μέσα από τα λόγια ή τις πράξεις μου. Η νέα μέρα είναι καθαρή.

Κανένα ρίσκο για τους άλλους, για μένα όλα.
Μπορώ και το κάνω.