Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Μέρος δεύτερο

Πολλές φορές εμείς οι γονείς χρησιμοποιούμε τη λέξη "πρέπει" στη θέση άλλων λέξεων με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συγχύσεις ακόμα και σε εμάς τους ίδιους. Πολλές φορές, ας πούμε, λέμε "πρέπει" αλλά εννοούμε "θέλω" ή "δεν έχω όρεξη τώρα" ή "τελείωνε να τελειώνουμε επιτέλους" ή ακόμα και "έτσι μου αρέσει" ή "ανησυχώ μην..."

Για παράδειγμα, όταν κάποιος μετακινήσει ένα βάζο από τη θέση του, εμείς θα πούμε σίγουρα κάτι
όπως "πρέπει να είναι εδώ το βάζο", εννοώντας ότι εδώ είναι περισσότερο του γούστου μου ή ότι θέλω να είναι εκεί γιατί μου θυμίζει τη γιαγιά μου. Γιατί στην ουσία δεν "πρέπει" να είναι εκεί το βάζο. Υπάρχει κανένας νόμος που να λέει ότι τα βάζα "πρέπει" να είναι σε κάποια συγκεκριμένη θέση;
Όχι. βέβαια!

Κι όμως αυτά τα καθ'υπερβολήν "πρέπει" μας κάνουν συχνά να νομίζουμε ότι κάτι πρέπει στα αλήθεια να κάνουμε, ότι έχουμε κάποια υποχρέωση και δεν την τηρούμε.

Άλλο παράδειγμα είναι το "πρέπει" της ομορφιάς, όπως "πρέπει" να χάσεις δύο κιλά. Ή, ακόμα, "πρέπει" να  συνδυάσεις αυτό με εκείνο ή αυτή η τούφα μαλλί να πέφτει εδώ και όχι εκεί. Σε αυτή την περίπτωση το "πρέπει" υποκαθιστά μία ολόκληρη φράση, μία που θέλει να μας πεί κάτι όπως "νομίζω ότι θα είναι όχι μόνο ομορφότερο αλλά θα μοιάζει και με αυτά που είδα στα περιοδικά". Αυτό το "πρέπει" που λένε οι μανάδες στα κορίτσια προξενεί πολλά κακά στον κόσμο γιατί αν τα κορίτσια το πιστέψουν γίνονται τσουλάκια που νομίζοντας ότι έκαναν αυτό που "πρέπει" έχουν το δικαίωμα να πληγώνουν τους ανθρώπους και ότι άλλο χρέος στην κοινωνία δεν έχουν. Αυτό το πρέπει συνδέει την ομορφιά με τον χαρακτήρα, ίσως η πιο μεγάλη πηγή πουτανιάς στην ιστορία του ανθρώπου.

Άρα, το "πρέπει", πρέπει να χρησιμοποιείται με σύνεση και πλήρει συνειδήσει, αποκλειστικά μόνο όταν σημαίνει ανάγκη, και μάλιστα μεγάλη.

Λέω εγώ στους μαθητές μου "πρέπει" να πάρεις πτυχίο στα αγγλικά. Και γιατί "πρέπει", κυρά μου; Ένα σωρό κόσμος εκεί έξω ζεί, παντρεύεται, δουλεύει και μάλιστα διαπρέπει χωρίς ποτέ να έχει τέτοιο πτυχίο. Υπάρχει κανένας νόμος που να λέει ότι "πρέπει" να μιλάμε όλοι αγγλικά επειδή εσένα έτσι σε βολεύει; 

¨Πρέπει" να μαγειρέψεις έτσι, πρέπει να βάλουμε αυτό κεί, και πάει λέγοντας. Πρέπει να δω τον τα΄δε ή τον δείνα.

Αυτό το "πρέπει"¨είναι που κάνει τους άλλους να επαναστατούν εναντίον μας, σαν γονείς, δάσκαλοι, αφεντικά ή γείτονες και φίλοι. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν τις υποχρεώσεις παρά μόνο αν είναι ευθυνόφοβοι, οπότε επιλέγουν το "πρέπει" για να μπορούν να λένε ότι δεν φταίνε και ότι αυτοί έκαναν αυτό που "πρέπει", μεταθέτοντας την ευθύνη σε αυτόν που το είπε.

Το πιο ωραίο στην υπόθεση είναι ότι ακόμα και εμείς οι ίδιοι βάζουμε το "πρέπει" στην θέση του "θέλω" όπως όταν λέμε "πρέπει να συναντήσω τον τάδε στις τρείς". Μα, δεν πρέπει. Για να πιούμε τις ποτάρες μας θα πάμε. Άμα γουστάρω, που λέει ο λόγος, παίρνω τηλέφωνο και το ακυρώνω, σε τελευταία ανάλυση, άμα θέλω. Και είναι μεγάλη αδικία να μετατρέπουμε τα θέλω σε πρέπει, γιατί κατά περίεργο τρόπο ακόμα και μόνη της η λέξη μας αγχώνει, μας κάνει αυτό το άγχος , μην και δεν το κάνουμε..

Αν σκεφτούμε πόσες φορές αντί για "πρέπει" θα μπορούσαμε να πούμε κάτι άλλο όπως θέλω, νομίζω, θα είναι ωραία ιδέα, είναι ώρα να, κ.ο.κ, τότε σίγουρα από όλα τα "πρέπει" που μας πνίγουν θα μείνουν καναδυό.

Και προσοχή μανάδες και δασκάλες: πολλές φορές κάνετε και το αντίστροφο, να χρησιμοποιείτε τις παραπάνω φράσεις για να πείτε "πρέπει". Δεν ξεγελάτε κανέναν. Τα παιδιά και οι μαθητές σας συναισθάνονται την ύπουλη καταπίεση καλυμμένη με ευγένεια, και αντιδρούν. Τους λέτε εσείς "είναι ώρα να κοιμηθείς" αλλά αυτά νιώθουν ότι θέλετε να τα ξεφορτωθείτε για να βρείτε την ησυχία σας. Ο λόγος που δεν πάνε για ύπνο παρόλο που νυστάζουν είναι ότι υπάρχει μία ακόμη ανάγκη να καλυφθεί, μία συναισθηματική ανάγκη και μέχρι να την καλύψετε (είτε να ουρλιάζετε σαν ύαινα με λύσσα, η κάργια, αφήνοντας την εκκρεμότητα να εκκρέμεται μέχρι σαν έφηβος να σας βγάλει ό,τι αντίδραση του βγάλατε εσείς τόσα χρόνια) τα παιδιά δεν θα ηρεμήσουν. 

Σαν δάσκαλοι, ανάλογα, λέμε "Κάνε αυτή την άσκηση, θα σε βοηθήσει να καταλάβεις τις αναφορικές προτάσεις", μία φαινομενικά άκακη πρόταση. Το "πρέπει" της καταπίεσης κρύβεται στον τόνο της φωνής που υποδηλώνει ότι θέλετε να ξεμπερδεύετε με την ύλη, να χτυπήσει το ρημάδι το κουδούνι, να πάτε να κάνετε τσιγάρο επιτέλους. Και πάλι, τα παιδιά μόνο από βαρεμάρα θα την κάνουν, χωρίς να καταλάβουν αυτό που θέλετε. Στις εξετάσεις θα πάνε χάλια (εκτός και αν ο φροντιστής καλύψει τα κενά που του αφήσατε εσείς)  και δεν θα μπορείτε να αποδείξετε στον κόσμο ότι είστε καλός δάσκαλος, άρα θα χάσετε πελατεία. Αν, μάλιστα, υπάρχει κανένας μάγκας στο τμήμα, θα αρχίσουν τις εξυπνάδες κι άντε να τους μαζέψεις μετά. Για άλλη μία φορά, υπάρχει μία συναισθηματική ανάγκη που πρέπει να καλυφθεί πριν καν τολμήσουμε να ζητήσουμε το οτιδήποτε από τα παιδιά (η οποιονδήποτε άλλον, βασικά) και αυτή η ανάγκη είναι της κατανόησης και της φροντίδας. Της έγνοιας.

Μέχρι καταλάβουμε ότι το πρέπει πολλές φορές σημαίνει "ανησυχώ για εσένα" και να το εκφράσουμε αναλόγως αντί να καταπιέσουμε τον άνθρωπό μας, παιδί ή ενήλικο, θα μας αγχώνουν οι ίδιες μας οι κουβέντες.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Όραμα

Βυθός βαθυγάλανος.
Πιό κάτω ακόμα, το μπλέ μαυρίζει.
Εκεί μέσα στο νερό, δεμένα ακόμα στις θέσεις τους, με τα μέλη βαρειά να ανεμίζουν στα ρεύματα και τα κεφάλια γερμένα άβουλα, τα καταραμένα κορμιά επιβατών.
Ο σωλήνας με τους νεκρούς περιμένει.

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Μέρος πρώτο

Παρατηρώντας τα τμήματα που είναι ευλογημένα με καλούς μαθητές, και συγκρίνοντάς τα με εκείνα που έχουν αδύνατους μαθητές, καταλήγει κανείς γρήγορα στο συμπέρασμα ότι δεν είναι οι εξυπνότεροι που πάνε καλά αλλά εκείνοι που έχουν το μυαλό δεκτικό στη γνώση. Είναι ωφέλιμο μα διευκρινιστεί, φυσικά, ότι λέγοντας "καλά" δεν εννοούμε "άριστα" αλλά τη μέγιστη δυνατότητα του καθενός, γιατί δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Μπορεί κάποιος να μη γίνει τέλειος σε ότι διδάσκουμε, αλλά τουλάχιστον να μάθει κάποια βασικά πράγματα να μην τον πιάνουν κώτσο οι εξυπνάκηδες.

Δεκτικοί στη γνώση, λοιπόν.

Οι αδύνατοι μαθητές είναι αδύνατοι για κάποιον λόγο, δεν είναι τυχαίο. Τις περισσότερες φορές είναι κάτι το μικρό, όπως ένα ελάττωμα των γονιών ή κάποια κακή συγκυρία που απασχολεί το μυαλό του σε σημείο να μη χωράει τίποτα άλλο. Άλλες φορές είναι κάτι πιο βαρύ και πιο σοβαρό, όπως κάποιο αθεράπευτο σύνδρομο του παιδιού ή του γονέα που καθιστά την επικοινωνία, άρα και την διδασκαλία αδύνατη. Άλλες φορές, πάλι, είναι η ανατροφή του παιδιού στραμμένη σε άλλα πράγματα, όπως στην ομορφιά ή την άθληση όχι στον φυσιολογικό βαθμό αλλά σε υπέρμετρο, τόσο που το μαθευτικό του όργανο, το μυαλό, να λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο υπό τέτοιες συνθήκες, πράγμα απαγορευτικό για οποιαδήποτε άλλη μορφή μάθησης.

Μπαίνοντας, το λοιπόν, σε ένα τμήμα με περισσότερους από έναν μαθητές, είναι δύσκολο αλλά απαραίτητο να διακρίνει ο δάσκαλος αυτή την πιθανή κατάσταση μη-δεκτικότητας σε κάθε μαθητή, χωρίς να τη συγχέει με την απλή τεμπελιά ή την αδιαφορία για το συγκεκριμένο αντικείμενο, που αντιμετωπίζονται με άλλους τρόπους από τον δάσκαλο. Η μη-δεκτικότητα στη γνώση, ας την ονομάσω από-γνωση, εσκεμμένα ομόηχη της απόγνωσης, για να αντιμετωπιστεί χρειάζεται σχεδόν ψυχανάλυση από τον δάσκαλο και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί.

Το καλό στην υπόθεση είναι ότι τα παιδιά τις περισσότερες φορές είναι ομιλητικά και εύκολα εξωτερικεύουν αυτά που νιώθουν. Το κακό στην υπόθεση είναι ότι αν νιώσουν να ψυχαναλύονται γίνονται επιφυλακτικά και χάνεται δια παντός η επικοινωνία.

Το πρώτο πράγμα που είναι απαραίτητο είναι να πειστεί το παιδί ότι νοιαζόμαστε και το αγαπάμε, πράγμα που δεν γίνεται με συνταγή ούτε με σύστημα. Κάποιος που πραγματικά αγαπάει κάποιον, δεν θέτει τελεσίγραφα, όπως "εγώ το δίδαξα, τώρα πάμε στο επόμενο άσχετα αν το κατάλαβες ή όχι" ούτε κρίνει, όπως "είσαι αδιάφορος, πρέπει να δουλέψεις περισσότερο" ούτε επιβάλλει το οτιδήποτε, αλλά αντίθετα εμφυσά ή αλλιώς εμπνέει την όρεξη για μάθηση. Ακολουθούμε το ρυθμό του μαθητή και δεν τον παραβιάζουμε ποτέ. Δέκα λέξεις την ημέρα; Μία άσκηση το δεκάλεπτο; Αυτό. Κάποια στιγμή, αν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας ο ίδιος θα ανταποκρίνεται καλύτερα και από μόνος του θα διεκπεραιώνει γρηγορότερα την ύλη, και μόνο τότε επιτρέπεται να αυξήσουμε την ταχύτητα. Όχι νωρίτερα.

Παράλληλα, επιτρέπουμε στο παιδί να μιλάει για εξωσχολικά ζητήματα, έστω και αν βιαζόμαστε να βγάλουμε την ύλη, έστω και αν οι συμμαθητές του είναι πιο γρήγοροι. Αυτό αποτελεί ξέσπασμα και ξαλάφρωμα της ψυχής, γιατί αυτά τα παιδιά έχουν πολλά απωθημένα. Συχνά οι γονείς τους είναι πολύ απασχολημένοι για να τους μιλήσουν ή δεν τα καταλαβαίνουν ή τα καταπιέζουν, τους λένε ότι είναι κακά παιδιά ή χαζά ή ότι το 19 μισό είναι κακός βαθμός τα τιμωρούν με σκληρούς τρόπους και διάφορα άλλα. Έτσι,μόλις το παιδί αντιληφθεί μία αχτίδα αγάπης (όχι υποχωρητικότητας!) ανοίγεται και βγάζει τα σώψυχά του χωρίς καμμία άλλη παρώτρυνση.

Εκ πρώτης όψεως, οι περισσότεροι το εκλαμβάνουν αυτό ως φασαρία και το καταστέλλουν με κατσάδες και τιμωρίες, ίσως γιατί νομίζουν ότι πρόκειται για αναίδεια ή έλλειψη σεβασμού προς το δάσκαλο. Αυτό τυχαίνει πολλές φορές και είναι απαραίτητο να διακρίνει ο δάσκαλος τη μία περίπτωση από την άλλη, καθώς επίσης και την κακή ανατροφή που κατά τη γνώμη μου είναι επίσης κάτι που χρειάζεται αντιμετώπιση, αν και όχι με τους γνωστούς τρόπους, αποβολές και αηδίες.

Όταν ένα παιδί μιλάει στον δάσκαλο, τότε ο δάσκαλος πρέπει να ακούσει για να ερμηνεύσει και να κατανοήσει. Στο επόμενο μάθημα ο δάσκαλος θα έχει καλύτερη ιδέα σε ποιόν απευθύνεται και πως να του μιλήσει.

Μιλώντας για άσχετα πράγματα, βγαίνουν στη φόρα απωθημένα και παράπονα χωρίς να το συνειδητοποιεί το παιδί. Στο τέλος της συζήτησης όμως είναι ξαλαφρωμένο, χαρούμενο και έτοιμο να γεμίσει το κεφάλι του με χρήσιμα πράγματα, και όχι με έγνοιες. Οι συμμαθητές, ακούγοντας όλα αυτά, συχνά αστειεύονται ή ανυπομονούν και αυτό είναι μέρος της διαδικασίας γιατί δείχνει στο παιδί ότι δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος αλλά υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, με μυαλό και κρίση και πρέπει να τους συμπεριλαμβάνουμε στη σκέψη μας. Αν πεί κάτι γελοίο ή τρομακτικό, τότε τα παιδιά θα το αντιμετωπίσουν ως τέτοιο και αυτό είναι η καλύτερη, αυθόρμητη και ειλικρινέστερη αντίδραση, αυτό που ζητάμε όλοι, εν τέλει.

Ένα δεκάλεπτο την ημέρα αρκεί. Τις περισσότερες φορές είναι το ίδιο παιδί που μονοπωλεί αυτό τον χρόνο, αλλά συμβαίνει συχνά, χωρίς καμμία παρέμβαση του δάσκαλου, να διεκδικούν άλλα παιδιά τον χρόνο που τους αναλογεί λέγοντας αυτό που τους έρχεται εκείνη τη στιγμή, ή να παραμένει σιωπηλός αυτός που συνήθως μιλάει. Το αστείο ή η πρόκληση, η εξομολόγηση ή η απορία που βγαίνει εκείνη την ώρα είναι ότι αυθόρμητο που μπορεί να γίνει. Ακόμα και όταν ο μαθητής μας προκαλεί, πρόκειται για κάτι που βγαίνει από μέσα του και δεν μπορεί να το ελέγξει, για αυτό είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι συμβαίνει αυτό, να το αντιμετωπίσουμε αλλά όχι να το καταστείλουμε γιατί αν το καταστείλουμε τότε θα διαιωνίζεται δια παντός.

Είναι, ας πούμε, ο Α., παιδί εξαιρετικής ευφυίας αλλά καταπιεσμένο στο σπίτι. Δεν το αφήνουν να εκφράζεται και παρόλο που είναι άφταστος στα μαθήματα, τον πιέζουν όλο και περισσότερο, κι αντί να είναι περήφανοι για το παιδί τους, κάνουν λες και πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να καταστραφεί η ζωή του. Αδίστακτοι άνθρωποι, σκληροί. Όταν έρχεται στο μάθημα, με την πρώτη ευκαιρία πετάει παλιοκούβεντες, με προτίμηση στις σωματικές λειτουργίες.

Καθόλου βολικό για τον δάσκαλο, που πρέπει να διατηρήσει μία ατμόσφαιρα ευγενικής συναδελφικότητας και αλληλοσεβασμού. Αν τον τιμωρήσω, θα το εκλάβει ως μαγκιά. Αν του κάνω κήρυγμα, επίσης, θα καταλάβει ότι με έκανε έξαλλη, θα είμαι ακόμα ένας θυμωμένος δάσκαλος στη ζωή του.

Ok, λοιπόν, είναι κάτι που βγαίνει από μέσα του, άρα θα συνεχίσει να συμβαίνει για κάποιο διάστημα, ανεξάρτητα από τις νουθεσίες ή τιμωρίες μου. Όπως όλα τα παιδιά σήμερα, είναι καλά πληροφορημένο και ξέρει πολύ καλά τί είναι αποδεκτό και τί όχι, άρα είτε που δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του είτε που το κάνει για να με προκαλέσει, συνειδητά, είτε που με θεωρεί εύκολη περίπτωση και θαρρεί ότι θα τον αφήσω να κάνει ότι θέλει.
Τον κοιτώ με νόημα, χωρίς να πω τίποτα. Με βλέπει, το καταλαβαίνει και γνέφει καταφατικά, σα να λέει "κυρία είπα κοτσάνα" και για κάποιο διάστημα δεν ξαναλέει τίποτα το μεμπτό. Μετά από αρκετή ώρα, ξαναπετάει μία κοτσάνα και τον ξανακοιτάω και ξανα-καταλαβαίνει τί έγινε. Χαμογελάει ένοχα και χωρίς να πω τίποτα εκείνος λέει "Εντάξει, κυρία, καλά, δεν το ξανακάνω" Τα άλλα παιδιά παρατηρούν χωρίς να σχολιάζουν, προς το παρόν.

Στο επόμενο μάθημα, για τα πρώτα λεπτά κρατιέται, αλλά στο τέλος δεν αντέχει και την πετάει πάλι την κοτσάνα του. "Κοίτα," του λέω, "αυτό που είπες δεν είναι στα αλήθεια κακή λέξη. Απλά μας φέρνει στο νού δυσάρεστες εικόνες που βρωμάνε (χάχανα από τους άλλους) και είναι λίγο αηδία." Εντάξει, κυρία" λέει με έμφαση,"δεν θα το ξανακάνω!" ενώ εγώ σκέφτομαι "Ναι, καλά, σε πιστέψαμε. Εσύ πουλάκι μου, θες μερικούς μήνες ακόμα" αλλά δέχομαι την υπόσχεσή του με το σκεπτικό ότι ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί και να την κρατήσει.

Την επόμενη φορά που του ήρθε κάτι να πεί, με κοίταξε με απορία με σφιγμένο το στόμα. Ίσα που κρατιόταν. Ήταν μία άσκηση αυτο-έλεγχου, πολύ δύσκολη για αυτόν. Κόντευε να σκάσει! "Πες το", του λέω. "Είστε σίγουρη, κυρία;" Άντε, πες το! "Ναι;" Πες το, σου λέω!
Και το ξεφούρνισε, ενώ τα παιδιά που παρακολουθούσαν τη συνομιλία ξέσπασαν σε γέλια, λίγο για αυτό που είπε (κάτι για κλανιές) λίγο για το ύφος ανακούφισης στο πρόσωπο του Α., λίγο για τη γελοία συνομιλία μας. Ούτε εγώ δεν μπόρεσα να κρατηθώ. "Αμάν, βρε Α!", του είπα χαμογελώντας, καθώς όλοι γελούσαν με αυτόν.
Αφού τον άφησα να γελοιοποιηθεί έτσι αρκετές φορές, και αφού εισέπραξε την αμείλικτη κριτική των συμμαθητών του, την οποία επέτρεψα να εκφραστεί ελεύθερα αλλά χωρίς εγώ ποτέ να πω ούτε μία λέξη εναντίον του, κατάλαβε πλέον ότι ενώ δεν είναι ακριβώς απαγορευμένο, είναι καλύτερα για όλους να μην εκφραζόμαστε έτσι.

Τί κέρδισα εγώ; Καταρχάς την ικανοποίηση ότι έγινε κάτι σωστό: πήρε το μάθημά του και είναι πλέον κόσμιος

. Δεύτερον, το παιδάκι αυτό δεν έχασε την πίστη του σε εμένα, κι έτσι παραμένει ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας μας: θα του μάθω κι άλλα αγγλικά. Τρίτον: κέρδισα την εμπιστοσύνη και των υπολοίπων, δείχνοντας ότι δεν είμαι τιμωρός ούτε ανταγωνιστής αλλά βοηθός τους, ότι λύνω προβλήματα και σε καμμία περίπτωση δεν τους κρίνω. Τέλος, γελάσαμε με την ψυχή μας και διατηρήθηκε η καλή ατμόσφαιρα στην αίθουσα. Το κυριότερο από όλα όμως είναι ότι παρέμεινα "ασφαλής" για τα παιδιά και αυτό σημαίνει ότι θα μου λένε ό,τι τα απασχολεί, πράγμα που με τη σειρά του έχει τεράστια σημασία αν θέλω να παρακολουθώ την πρόοδό τους.

Γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που το παιδί βιώνει δύο παράλληλα μαθήματα, ένα που νομίζει ότι κάνει ο δάσκαλος και άλλο ένα, εντελώς διαφορετικό που ζεί το παιδί μέσα στο κεφάλι του, χωρίς τα δύο να άπτονται το ένα του άλλου ποτέ, και αυτό είναι το πιο καταστροφικό πράγμα που μπορεί να συμβεί γιατί τότε δεν είναι μάθημα αλλά βάσανο.


Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Γονείς: Πως να δημιουργήσετε μία Ιδιοφυΐα

Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας, οι άνθρωποι που ήταν εξαιρετικά έξυπνοι ήταν αυτοί που τελικά έκαναν τη διαφορά, που άλλαξαν τη ζωή τους αλλά και τον ρούν της ιστορίας. Εφηύραν το αδιανόητο, έλυσαν το άλυτο, ανακάλυψαν το κρυφό και επινόησαν το χρήσιμο. Δυστυχώς, όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτα το κοινό μεταξύ τους. Κάποιοι από αυτούς ήταν μορφωμένοι, όπως εκείνοι που έλυσαν τα μαθηματικά προβλήματα, πολλοί άλλοι όμως ήταν απλοί άνθρωποι, όπως αυτός που εφηύρε το υνί ή κάποιο κράμα μετάλλων ή κάποια τεχνική σε οποιαδήποτε τέχνη.

Μερικοί ήταν καλοί άνθρωποι , άλλοι ήταν στρυφνοί κι ανάγωγοι όπως ο νεύτωνας.
Μερικοί ήταν οικογενειάρχες ή μονόχνωτοι, άλλοι ήταν γλεντζέδες ή τσιγγούνηδες.
Οι περισσότεροι ήταν αυθεντίες στον τομέα τους αλλά κοινοί θνητοί κατά τα άλλα. Κάποιοι άλλοι διέπρεψαν σε τομείς εντελώς διαφορετικούς από την επίσημη απασχόλησή τους. Ο Ιούλιος Βερν ήταν δήμαρχος που ποτέ δεν ταξίδεψε, αλλά άλλαξε τον κόσμο από το γραφείο του.

Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει κανένα χαρακτηριστικό του ιδιοφυή άνθρωπου, ούτε κάποιο προφίλ της διάνοιας. Κανένα. Κάθε ένας είναι διαφορετικός από τους άλλους και δεν μπορεί κανείς να προβλέψει ποιό παιδί θα γίνει έξυπνο μεγαλώνοντας. Και όσοι ισχυρίζονται ότι μπορούν, πέφτουν τόσο συχνά έξω που αναγκάζονται να κρύβονται στα λαγούμια τους στο τέλος της τηλεοπτικής σεζόν.

Αρκετοί άνθρωποι αυξημένης ευφυίας χαρακτηρίζονταν από ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα, οι οποίες όμως είναι κοινές σε όλους, και μόνο κατά τύχη έτυχε ο διάσημος να έχει κι αυτή, όπως και μύριοι άλλοι που δεν έτυχε να γίνουν διάσημοι. Βάσει αυτής της εσφαλμένης αντίληψης, πολλοί δικαιολογούν παρατυπίες στον εαυτό τους. Αν κάποιος είναι κακοντυμένος, ας πούμε, δεν είναι γιατί είναι τσαπατσούλης και βρωμιάρης αλλά γιατί έτσι έκανε και ο τάδε επιστήμων. Μακάρι να ήταν έτσι, γιατί αυτό θα σήμαινε πως όλοι οι άνθρωποι μπορούν να λύνουν προβλήματα. Πολύ συχνά όμως, μένουμε με την ιδιαιτερότητα, χωρίς την προσωπικότητα. Μένουμε τσαπατσούληδες και βρωμιάρηδες, χωρίς να είμαστε ιδιοφυείς, χωρίς να έχουμε αλλάξει τίποτα και χωρίς να έχουμε βοηθήσει απολύτως κανέναν.

Γιατί εκεί έγκειται η ουσία: το τί κάνουμε για τους άλλους.

Γιατί, ποιό το νόημα να είσαι αριστοτέχνης στο οτιδήποτε, αν αυτό το κάτι το ασκείς κλεισμένος σε μία κάμαρα, και μόνο εσύ το ξέρεις; Αν την τέχνη σου δεν την θέσεις στην υπηρεσία του άλλου, τότε είναι άχρηστη, τόσο για εσένα τον ίδιο όσο και για τον κόσμο, τον κριτή των πάντων.

Και εδώ είναι αυτό που σπρώχνει μπροστά τους έξυπνους άνθρωπους να γίνουν ιδιοφυΐες. Αυτός ο
θαυμαστός συνδυασμός, εξυπνάδας, με ότι αυτό συνεπάγεται και προϋποθέτει, με την ατσάλινη θέληση να δω τί αποτέλεσμα θα έχει στον κόσμο αυτό που μόλις έφτιαξα. Έφτιαξα μία τεχνολογία, πως την δέχτηκαν οι άνθρωποι; Τη θέλουν γιατί είναι καλή ή την απέρριψαν γιατί είναι ανούσια;
Πίσω στο σχεδιαστήριο, γιατί αυτό που μου αρέσει πρέπει να το δώσω στους ανθρώπους.

Και αυτό δε διδάσκεται.
Ή που υπάρχει μέσα μας από μόνο του, ωθώντας μας ακατάπαυστα σαν αλογόμυγα να ανακαλύψουμε κι άλλα, να κάνουμε κι άλλα, να βγάλουμε από μέσα μας γραμματική, ντομάτες, μουσική, χρήματα, χαρτί και σίδερο ή φάρμακο και σκέψη, ή που η θέληση αυτή δεν υπάρχει και δεν μας ωθεί σε τίποτα.

Μία καλή εκπαίδευση θα μας βοηθήσει να είμαστε καλοί στα καθημερινά πράγματα, μία ανώτερη μόρφωση θα μας βοηθήσει να αναρριχηθούμε επαγγελματικά και κοινωνικά, αλλά δυστυχώς οι διάνοιες είναι ζήτημα τύχης πότε θα προκύψουν.
Και στη διάρκεια της ιστορίας, οι διάνοιες δεν ήταν πάντα αυτοί που πήγαν σε σχολεία.

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Ελιές 58, στο Ποτάμι δίπλα

Δε με νοιάζει, πια.
Αφού όλα τα ίδια θα μείνουν.
Η πολιτική ανάλυση των ημερών έχει ως εξής: ότι φάμε, ότι πιούμε και ότι αρπάξουμε.
Δημιουργήθηκε ένα κόμμα να συγκυβερνήσει με τον σύριζα, να μη του πέσει ο εγωισμός σε πείπτωση που χρειαστεί να συνεργαστεί με νδ ή πασόκ, κι όλα τα άλλα είναι απλώς οδοντόκρεμες.
Πέραν αυτού, μόνο ανία, πλήξη, βαρεμάρα και μονοτονία.
Νέο τίποτα.

Αυτά.

Τα πάντα ρεί, γύρω-γύρω.
PS --> Όπου "girls" βλέπε "politicians"


Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Αβροφροσύνες

Πως θα πείς στα Πρεβεζιάνικα "Ευχαριστώ που με σκέφτηκες και με συγκινεί η καλοσύνη και αυτοθυσία σου, αλλά από σεβασμό στα χρόνια σου και σε όσα μου έχεις ήδη προσφέρει, ω μητέρα, θα κουβαλήσω μόνη μου τα ψώνια";
........
........
........
........
........
........
........
........
........
........
........
........
........
........
"Τι λες, μωρή; ούτε τα π'δάρια σ' δε μπουρείς να σ'κώσις, θες και τη σακούλα; Άει, προχώρει! Προχώρει σ'λέου! Άει!"