Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Μέρος δεύτερο

Πολλές φορές εμείς οι γονείς χρησιμοποιούμε τη λέξη "πρέπει" στη θέση άλλων λέξεων με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συγχύσεις ακόμα και σε εμάς τους ίδιους. Πολλές φορές, ας πούμε, λέμε "πρέπει" αλλά εννοούμε "θέλω" ή "δεν έχω όρεξη τώρα" ή "τελείωνε να τελειώνουμε επιτέλους" ή ακόμα και "έτσι μου αρέσει" ή "ανησυχώ μην..."

Για παράδειγμα, όταν κάποιος μετακινήσει ένα βάζο από τη θέση του, εμείς θα πούμε σίγουρα κάτι
όπως "πρέπει να είναι εδώ το βάζο", εννοώντας ότι εδώ είναι περισσότερο του γούστου μου ή ότι θέλω να είναι εκεί γιατί μου θυμίζει τη γιαγιά μου. Γιατί στην ουσία δεν "πρέπει" να είναι εκεί το βάζο. Υπάρχει κανένας νόμος που να λέει ότι τα βάζα "πρέπει" να είναι σε κάποια συγκεκριμένη θέση;
Όχι. βέβαια!

Κι όμως αυτά τα καθ'υπερβολήν "πρέπει" μας κάνουν συχνά να νομίζουμε ότι κάτι πρέπει στα αλήθεια να κάνουμε, ότι έχουμε κάποια υποχρέωση και δεν την τηρούμε.

Άλλο παράδειγμα είναι το "πρέπει" της ομορφιάς, όπως "πρέπει" να χάσεις δύο κιλά. Ή, ακόμα, "πρέπει" να  συνδυάσεις αυτό με εκείνο ή αυτή η τούφα μαλλί να πέφτει εδώ και όχι εκεί. Σε αυτή την περίπτωση το "πρέπει" υποκαθιστά μία ολόκληρη φράση, μία που θέλει να μας πεί κάτι όπως "νομίζω ότι θα είναι όχι μόνο ομορφότερο αλλά θα μοιάζει και με αυτά που είδα στα περιοδικά". Αυτό το "πρέπει" που λένε οι μανάδες στα κορίτσια προξενεί πολλά κακά στον κόσμο γιατί αν τα κορίτσια το πιστέψουν γίνονται τσουλάκια που νομίζοντας ότι έκαναν αυτό που "πρέπει" έχουν το δικαίωμα να πληγώνουν τους ανθρώπους και ότι άλλο χρέος στην κοινωνία δεν έχουν. Αυτό το πρέπει συνδέει την ομορφιά με τον χαρακτήρα, ίσως η πιο μεγάλη πηγή πουτανιάς στην ιστορία του ανθρώπου.

Άρα, το "πρέπει", πρέπει να χρησιμοποιείται με σύνεση και πλήρει συνειδήσει, αποκλειστικά μόνο όταν σημαίνει ανάγκη, και μάλιστα μεγάλη.

Λέω εγώ στους μαθητές μου "πρέπει" να πάρεις πτυχίο στα αγγλικά. Και γιατί "πρέπει", κυρά μου; Ένα σωρό κόσμος εκεί έξω ζεί, παντρεύεται, δουλεύει και μάλιστα διαπρέπει χωρίς ποτέ να έχει τέτοιο πτυχίο. Υπάρχει κανένας νόμος που να λέει ότι "πρέπει" να μιλάμε όλοι αγγλικά επειδή εσένα έτσι σε βολεύει; 

¨Πρέπει" να μαγειρέψεις έτσι, πρέπει να βάλουμε αυτό κεί, και πάει λέγοντας. Πρέπει να δω τον τα΄δε ή τον δείνα.

Αυτό το "πρέπει"¨είναι που κάνει τους άλλους να επαναστατούν εναντίον μας, σαν γονείς, δάσκαλοι, αφεντικά ή γείτονες και φίλοι. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν τις υποχρεώσεις παρά μόνο αν είναι ευθυνόφοβοι, οπότε επιλέγουν το "πρέπει" για να μπορούν να λένε ότι δεν φταίνε και ότι αυτοί έκαναν αυτό που "πρέπει", μεταθέτοντας την ευθύνη σε αυτόν που το είπε.

Το πιο ωραίο στην υπόθεση είναι ότι ακόμα και εμείς οι ίδιοι βάζουμε το "πρέπει" στην θέση του "θέλω" όπως όταν λέμε "πρέπει να συναντήσω τον τάδε στις τρείς". Μα, δεν πρέπει. Για να πιούμε τις ποτάρες μας θα πάμε. Άμα γουστάρω, που λέει ο λόγος, παίρνω τηλέφωνο και το ακυρώνω, σε τελευταία ανάλυση, άμα θέλω. Και είναι μεγάλη αδικία να μετατρέπουμε τα θέλω σε πρέπει, γιατί κατά περίεργο τρόπο ακόμα και μόνη της η λέξη μας αγχώνει, μας κάνει αυτό το άγχος , μην και δεν το κάνουμε..

Αν σκεφτούμε πόσες φορές αντί για "πρέπει" θα μπορούσαμε να πούμε κάτι άλλο όπως θέλω, νομίζω, θα είναι ωραία ιδέα, είναι ώρα να, κ.ο.κ, τότε σίγουρα από όλα τα "πρέπει" που μας πνίγουν θα μείνουν καναδυό.

Και προσοχή μανάδες και δασκάλες: πολλές φορές κάνετε και το αντίστροφο, να χρησιμοποιείτε τις παραπάνω φράσεις για να πείτε "πρέπει". Δεν ξεγελάτε κανέναν. Τα παιδιά και οι μαθητές σας συναισθάνονται την ύπουλη καταπίεση καλυμμένη με ευγένεια, και αντιδρούν. Τους λέτε εσείς "είναι ώρα να κοιμηθείς" αλλά αυτά νιώθουν ότι θέλετε να τα ξεφορτωθείτε για να βρείτε την ησυχία σας. Ο λόγος που δεν πάνε για ύπνο παρόλο που νυστάζουν είναι ότι υπάρχει μία ακόμη ανάγκη να καλυφθεί, μία συναισθηματική ανάγκη και μέχρι να την καλύψετε (είτε να ουρλιάζετε σαν ύαινα με λύσσα, η κάργια, αφήνοντας την εκκρεμότητα να εκκρέμεται μέχρι σαν έφηβος να σας βγάλει ό,τι αντίδραση του βγάλατε εσείς τόσα χρόνια) τα παιδιά δεν θα ηρεμήσουν. 

Σαν δάσκαλοι, ανάλογα, λέμε "Κάνε αυτή την άσκηση, θα σε βοηθήσει να καταλάβεις τις αναφορικές προτάσεις", μία φαινομενικά άκακη πρόταση. Το "πρέπει" της καταπίεσης κρύβεται στον τόνο της φωνής που υποδηλώνει ότι θέλετε να ξεμπερδεύετε με την ύλη, να χτυπήσει το ρημάδι το κουδούνι, να πάτε να κάνετε τσιγάρο επιτέλους. Και πάλι, τα παιδιά μόνο από βαρεμάρα θα την κάνουν, χωρίς να καταλάβουν αυτό που θέλετε. Στις εξετάσεις θα πάνε χάλια (εκτός και αν ο φροντιστής καλύψει τα κενά που του αφήσατε εσείς)  και δεν θα μπορείτε να αποδείξετε στον κόσμο ότι είστε καλός δάσκαλος, άρα θα χάσετε πελατεία. Αν, μάλιστα, υπάρχει κανένας μάγκας στο τμήμα, θα αρχίσουν τις εξυπνάδες κι άντε να τους μαζέψεις μετά. Για άλλη μία φορά, υπάρχει μία συναισθηματική ανάγκη που πρέπει να καλυφθεί πριν καν τολμήσουμε να ζητήσουμε το οτιδήποτε από τα παιδιά (η οποιονδήποτε άλλον, βασικά) και αυτή η ανάγκη είναι της κατανόησης και της φροντίδας. Της έγνοιας.

Μέχρι καταλάβουμε ότι το πρέπει πολλές φορές σημαίνει "ανησυχώ για εσένα" και να το εκφράσουμε αναλόγως αντί να καταπιέσουμε τον άνθρωπό μας, παιδί ή ενήλικο, θα μας αγχώνουν οι ίδιες μας οι κουβέντες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: