Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Ετεροχρονισμένη απάντηση στην Αγρικουλτούρα

Καθόμουν και έβλεπα από μακρυά τις φίλες μου να παίζουν όλες μαζί. Έδειχναν να διασκεδάζουν τόσο πολύ! Πήγα κοντά τους και έπιασα μία κούκλα. Ήταν αδύνατον να σταθεί στα πόδια της. Κοίταξα τη Βιβή και τη Ρούλα, την Αγγελική και την Λίνα. Συζητούσαν χαρούμενα τί να φορέσουν. Καταλάβαινα τί έλεγαν αλλά δε μου φαινόταν διασκεδαστικό. Πες πως φόρεσες ροζ φόρεμα στην κούκλα. Μετά; Σήκωσα τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια. Μερικά είχαν ωραία χρώματα. Ήταν ένα, θυμάμαι, που ευχήθηκα να μπορούσα να το είχα σε κανονικό ρούχο. Μετά όμως σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσα να παίζω ποδόσφαιρο ούτε να κάνω κούνιες ούτε μονόζυγο, οπότε έβγαλα αυτή τη σκέψη από το μυαλό μου ως αντιπρακτική. Έντυσα την κούκλα με το ρούχο. Κοίταξα τα κορίτσια. Χτενίζαν τις κούκλες τους. Προσπάθησα να κάνω το ίδιο. Ήταν χαζό και μάταιο, Αυτά δεν ήταν μαλλιά αλλά πετονιές, αδύνατον να τις χτενίσεις σωστά. Τελικά έδεσα κότσο. Κοίταξα τα κορίτσια πάλι. Έδειχναν να διασκεδάζουν πολύ περισσότερο από όσο εγώ. Κοίταξα το πλαστικό πράγμα στα χέρια μου και μου φάνηκε τόσο άχρηστο, που το άφησα κάτω και έφυγα χωρίς να πω κουβέντα. Από μακρυά πάλι, κοίταξα τα κορίτσια. Δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι έφυγα. Δεν μπορούσα να τις καταλάβω ούτε τότε, ούτε τώρα. Γιατί να ασχολείται κανείς με ένα αντικείμενο άχρηστο που δεν κάνει τίποτα; Αδιανόητο. Καλύτερα το σκαρφάλωμα, το κυνηγητό, το ποδόσφαιρο. Λίγο αργότερα, έπαιζα ποδόσφαιρο με τα παιδιά. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα γιατί τρέχω. Έβαλα γκόλ. Αναρωτήθηκα, μήπως πρέπει τώρα να χαρώ; Γιατί να χαρώ; Επειδή κατάφερα κάτι; Σιγά το κατόρθωμα! Για άλλη μία φορά κοίταξα τα παιδιά που συνέχιζαν το παιχνίδι γύρω μου και αναρωτήθηκα γιατί να κουράζεται κανείς για κάτι που δεν έχει πραγματικό ώφελος κανένα. Γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Που πας; μου φώναξε ο Αντρέας ο Νταλάκας. Δεν απάντησα γιατί δεν ήξερα τι έπρεπε να απαντήσω χωρίς να αρχίσω τις μακροσκελείς ιστορίες και συζητήσεις. Τί να του εξηγούσα τώρα; Έφυγα.

Όταν έψαχνα την πρώτη μου δουλειά, ήταν πολύ της μόδας το Δημόσιο. Το 89, για να καταλάβεις. Άκρες δεν είχαμε σαν σόι, αλλά γνωρίζαμε ότι θέσεις στην ειδικότητά μου ήταν διαθέσιμες τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Με ρώτησε ο πατέρας μου "Θες;" Όλοι μου έλεγαν να αρπάξω την ευκαιρία. Ήξερα ότι τα λεφτά ήταν όχι πολλά, αλλά σίγουρα. Αρνήθηκα. Όλοι όσοι ήξερα ως ΔΥ ήταν άτομα που αντιπαθούσα. Ήταν αδιάφοροι, κυνικοί, αγενείς και διεφθαρμένοι. Μερικοί από αυτούς χαζοί. Να γίνω εγώ έτσι; Ποτέ! Αν ήταν να πουλήσω την ψυχή μου στο διάβολο, τότε θα έπρεπε τα λεφτά να ήταν πολύ περισσότερα, πράγμα που δεν ήταν δυνατόν. Βρήκα μία θέση στον ιδιωτικό τομέα που την απήλαυσα μέχρι την τελευταία στιγμή και δόξαζα το Θεό που στάθηκα τόσο τυχερή, ειδικά όταν έβλεπα άλλους γνωστούς μου που φίλησαν κατουρημένες ποδιές για να έχουν το προνόμιο να βαριούνται τη ζωή τους κάθε ώρα και στιγμή, να πνίγουν όποια φιλοδοξία ή ταλέντο
είχαν και να καταλήγουν όπως ήξερα από πριν: κυνικοί, αδιάφοροι, παραδομένοι στο σύστημα, σε ένα τέλμα, σε μία κατ'ευφημισμό παραγωγικότητα, σε μία ζωή φυλακισμένη στη σκόνη. Τους έβλεπα να παινεύονται για τα εισοδήματά τους, για τις γνωριμίες τους και τις "άκρες" τους και δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου και στα αυτιά μου. "Δηλαδή τώρα εσύ μας παινεύεσαι τί καλός κλέφτης και ψεύτης είσαι;" ήθελα να πω πολλές φορές. "Αντί να προσπαθείς να αποδείξεις την αξία και την ικανότητά σου, υπερηφανεύεσαι για το γεγονός ότι είσαι κακούργος;" Κι όμως, αυτό έκαναν, χωρίς να κρύβονται, χωρίς να ντρέπονται και χωρίς να φοβούνται τίποτα και κανέναν. Αυτό με έκανε να σιχαθώ ακόμα περισσότερο και όποτε κάποιος μου έλεγε να τρυπώσω στο δημόσιο, ήξερα αμέσως τί άτομο ήταν και γιατί μου τα έλεγε όλα αυτά: γιατί ακόμα κι αν δεν ήταν λαμόγιο, ήταν διατεθειμένος να γίνει, ή ήταν τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι είναι δυνατόν να μπείς στο δημόσιο χωρίς να χάσεις ορισμένες από τις αξίες σου.

Ανάλογα και στον έρωτα, ήμουν στραβόξυλο. Ήθελα να είμαι όμορφη, αλλά δεν ήθελα να αλλάξω το ποιά είμαι. Όταν βαφόμουν ένιωθα σαν τέρας, ακόμα και όταν οι φίλες μου, που ήξεραν από αυτά, έβαζαν όλη την τέχνη τους για να βγούμε το βράδυ. Περιέργως, ενώ αναγνώριζα πόσο όμορφες ήταν εκείνες με τα ρουχαλάκια τους και τα μαλλάκια τους και το κραγιονάκι τους, εγώ ούτε ναρκωμένη δεν ήθελα να γίνω έτσι. Το κυριότερο, δεν έβρισκα το λόγο να βαφτώ. Να βαφτώ για ποιόν; Για τους λιγούρηδες; Αυτοί δεν βάφονταν, ούτε άλλαζαν τον εαυτό τους, παρά μόνο έκαναν ένα ντούς και ξυρίζονταν. Εγώ γιατί να αλλάξω τη φάτσα μου; Έστω κι έτσι, είχα κάποιες επιτυχίες, δεν ξέρω γιατί. Ποτέ δεν υπήρξα απαστράπτουσα καλλονή. Μονίμως με τα τζήν και τα άρβυλλα κυκλοφορούσα. Κάποια στιγμή έκοψα και τα μαλλιά μου αγορίστικα, μία ξελευτερία απίστευτη. Μπορούσα πλέον να μένω και αχτένιστη! Ακόμα και όταν ήρθε ο Έρωτας ο κατακούτελος, δεν διανοήθηκα να γίνω πιο όμορφη. Μου την έπεσαν ορισμένοι από την παρέα μου, ορισμένοι από
άλλες παρέες κι εγώ τους κοιτούσα όπως κοιτάει κανείς ένα σκαθάρι που έχει πέσει ανάσκελα και δεν ξέρει πως να γυρίσει σωστά στα πόδια του. "Αυτοί είναι άντρες;!" σκεφτόμουν, παρά την αχανή μοναξιά μου. "Αυτό το πράγμα είναι κόρτε; Έτσι θέλουν να με ρίξουν; Για αυτούς τους λιγούρηδες θα βαφτώ; Ίου!" Για άλλη μία φορά, έμεινα εμβρόντητη από την ηλιθιότητα. Πως μπορούσε κανείς να είναι τόσο χαζός; Έβλεπα τις φίλες μου να δίνονται στους λιγούρηδες και απορούσα. Από μέσα μου κουνούσα με απογοήτευση το κεφάλι. Μου διηγούνταν τις αγωνίες τους, αν με θέλει ο λιγούρης, αν με παντρευτεί ο λιγούρης, με απάτησε ο λιγούρης, με χτύπησε ο λιγούρης, και ήθελα να τους πω ότι δεν είναι ανάγκη να είναι έτσι. Σήκωσε το κεφάλι σου, κορίτσι μου! Ένας ανασφαλής είναι. Αγάπα τον, αν θέλεις, αλλά σύνελθε! Μην περιμένεις τον λιγούρη! Η απόφαση του λιγούρη ποτέ δεν θα είναι καλύτερη από τη δική σου!

Για να εξηγούμεθα, μην φανταστεί κανείς ότι ήμουν και καμμία ντίβα. Μονόχνωτη και παλιοπερίεργη, αντικοινωνική από επιλογή, βαρετή και ιδιότροπη. Σπανίως χαμογελούσα (και χαμογελώ), χωρίς αίσθηση του χιούμορ και απόμακρη. Αλλά μου άρεσε. Κάποιες φορές έπιανα τον εαυτό μου αλαζονικά να περιφρονεί όσους δεν είχαν αυτά τα κουσούρια, σε σημείο να ακούω κάποιον να λέει ένα αστείο ανέκδοτο και σκέφτομαι "Α, τον καημένο". Μη με ρωτήσετε γιατί. Ακόμα και για τον Έρωτα,δεν άλλαξα. Αν έπρεπε να αλλάξω τότε ποιό το νόημα; Εγώ γιατί να τον δεχτώ όπως είναι αλλά σε εκείνον να σερβίρω εντυπώσεις; Αν είναι να ρίξω το τείχος, και αυτό που θα φανεί από μέσα δεν είναι αληθινό, τότε τι θα είναι αληθινό, ποτέ; Είμαι απόμακρη, κύριος. Γκέγκε;

Και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής ήμουν το ίδιο ιδιότροπη. Έβλεπα, ας πούμε, τους άλλους να παθιάζονται για τις ομάδες, και αναρωτιόμουν "Καλά, αυτός πληρώνεται μύρια για το γκόλ. Εσύ τι χαίρεσαι;" Μου φαινόταν ηλίθιο το γεγονός ότι αντί να παίξουν οι ίδιοι ποδόσφαιρο να το χαρούν, χαιρόταν που κάποιος άγνωστος θα πάρει λεφτά, και μάλιστα τη στιγμή που σε λίγους μήνες ο ίδιος άγνωστος θα ήταν σε άλλη ομάδα, ίσως μάλιστα την αντίπαλη. Ρε ηλίθιε, τί είναι μία ομάδα; Τίποτα. Ένα ακριβό τίποτα.

Ποτέ καμμία απόφασή μου δεν βασίστηκε στα χρήματα. Πάντα είχα για πυξίδα τα περίεργα μαθηματικά του νού μου και τις δικές μου ψυχεδελικές εξισώσεις, φαινομενικά ασυνάρτητες για τους κοντινούς μου ανθρώπους, οι οποίοι λίγη υπομονή παραπάνω αν δείξουν θα πρέπει να αγιοποιηθούν.

Και φυσικά, δεν είχα φίλους. Φυσικά και υπάρχουν άνθρωποι με παρόμοια κουσούρια που με έχουν συνηθίσει, αλλά αυτοί βρίσκονται μακρυά, κατά μία περίεργη συγκυρία.

Για αυτό σου λέω, Αγρικουλτούρα. Νιώθω περίεργη.
Γιατί σε θυμήθηκα;
Η αλήθεια είναι ότι σε σκέφτομαι πολ
ύ συχνά τελευταίως.
Αναρωτιέμαι.

Τώρα, δε θέλω να πω μεγάλες κουβέντες, κλείνω το μπλογκ και αηδίες, αλλά όπως έχετε ήδη αντιληφθεί η συχνότητα και η ποιότητα των αναρτήσεων έχει πέσει αισθητά.
Έχασα την όρεξή μου.
Από ό,τι βλέπω στη γύρα, και οι άλλοι έχουν χάσει την όρεξή τους.
Κάποτε κάναμε επικές συζητήσεις, σεντόνια και μάχες, ενώ τώρα αναλωνόμαστε στην γλοιώδη επικαιρότητα.
Εις το επανιδείν.










Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Τι να μην μάθετε στο παιδί σας.

  • Πρώτον και κύριον, είναι απίστευτο το πόσο κύριον είναι το πρώτο, είναι η δημιουργικότητα. Δεν χρειάζεται να του τη διδάξετε γιατί το παιδί είναι ήδη δημιουργικό από μόνο του. Η μαμά φύση το έχει ήδη προικίσει με 100% επινοητικότητα και ικανότητα επίλυσης προβλημάτων. Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, να διδάξει ένα γονιός δεν είναι η δημιουργικότητα αλλά τους νόμους της φύσης και της φυσικής ώστε να μη τρώει τα μούτρα του, όταν θα βρίσκει λύσεις και θα δημιουργεί από μόνο του ενστικτωδώς. Βασικά, το μόνο που χρειάζεται να κάνει ένας
    γονιός για να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα ενός παιδιού είναι να μην γκρινιάζει για την ακαταστασία.
  • Δεύτερον, την κοινωνικότητα. Ο άνθρωπος γεννιέται κοινωνικός. Το μόνο που αλλάζει κατά τη διάρκεια της ζωής είναι ότι οι εμπειρίες που αποκτούμε μας μαθαίνουν δυο-τρία πραγματάκια. Αυτό όμως είναι κάτι που ο κάθε άνθρωπος μαθαίνει με το δικό του χρόνο και οπωσδήποτε δε γίνεται να εκβιάσεις κάποιον να γίνει κοινωνικός τώρα αμέσως, ούτε να είμαστε όλοι ομοιόμορφα κοινωνικοποιημένοι: εσύ θα έχεις αυτή την κοινωνική ταυτότητα ενώ εγώ άλλη. Έτσι είναι και με τα παιδιά. Αν είναι λιγομίλητο και συνεσταλμένο, αφήστε το να είναι. Είναι τόσο όμορφο! Ντε, και καλά, να είμαστε όλοι πάρτι άνιμαλ! Τί διχτατορία κι αυτή!
  • Τρίτον, το να αυτοεξυπηρετείται. Για άλλη μία φορά η μαμά Φύση έχει φυτέψει μέσα μας αυτή την ανάγκη, που σημαίνει ότι αν κρυώνουμε θα βάλουμε παλτό, αν πεινάσουμε θα φάμε και αν διψάσουμε θα πιούμε νερό, αν έχουμε πονόδοντο θα πάμε στον γιατρό. Για άλλη μία φορά, το μόνο που έχει να κάνει ο γονιός είναι να διδάξει στο τέκνο του τους νόμους της φύσης και της φυσικής, ώστε να μη βλάψει τον εαυτό του και τους τριγύρω του.
  • Μουσική. Αν το παιδί είναι από μόνο του μουσικός, τότε όλα γύρω του θα γίνουν μουσική. Αν θέλει να εκφραστεί, τότε όλα γύρω του θα γίνουν έκφραση και αν θέλει να ξεσπάσει, τότε όλα γύρω του θα γίνουν ξέσπασμα. Είναι στη φύση του, στη φύση όλων μας. Όλα τα άλλα είναι απλώς ματαιοδοξία. Πάντα θυμάμαι τον παππού μου που έπαιζε βιολί χωρίς να έχει διδαχτεί ούτε μία νότα. Έτσι πρέπει να είναι η μουσική, απόλαυση και μεράκι, όχι βραχνάς τρίτη-πέμπτη-σάββατο, ψυχαναγκασμός στο πεντάγραμμο. 
  • Πως να μην κάνει τα λάθη που κάνατε εσείς. Ωραίο θα ήταν, αλλά είναι αδύνατον. Το γεννήσατε, έχει τα γονίδιά σας και κάθε δευτερόλεπτο της κάθε μέρας αντιγράφει τη συμπεριφορά σας. Ωστόσο, πολλές φορές τυχαίνει τα παιδιά να μην βγούν σαν τους γονείς τους και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πότε γίνεται ή πότε δεν γίνεται αυτό.
  • Πόσο όμορφα είναι όλα αυτά!

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Τι να μας πείς κι εσύ, καημένε....

Ο σύζυξ, μετά ωρίμου σκέψεως και βαθύτατης περισυλλογής, διέκοψε κάθε σχέση με το Ελληνικό κράτος και μετέβη στην Αραβική χερσόνησο, όπου βρήκε εργασία στον τομέα του, στην ειδικότητά του και στο πλαίσιο των ικανοτήτων του. Η αμοιβή που θα λαμβάνει είναι αρκετές φορές παραπάνω από αυτά που μπορούν να προσφέρουν οι Έλληνες εργοδότες, ειδικά οι Πρεβεζιάνοι, αλλά το ζήτημα είναι ότι είναι και ζήτημα αντιμετώπισης.

Θέλω να πω, όταν το κράτος σου πίνει το αίμα και έχεις μόνιμα τα άγχος από που θα σου πεταχτεί η επόμενη κουτσουκέλα και πόσες φορές θα πληρώσεις το προνόμιο να σε κυβερνά καλοζωισμένος πρωθυπουργός από τζάκι, τότε αναγκάζεσαι να γίνεις σκυλί του πολέμου: θα κάνεις τα πάντα για να επιζήσεις, χωρίς να υπολογίσεις κανέναν γιατί κανένας δεν σε υπολογίζει. Και αυτό ισχύει για οποιονδήποτε δεν τρέφεται από το κράτος.

Γιατί αυτοί που τρέφονται από το κράτος, έχουν την μεγαλοψυχία να μιλάνε για ρομάντσα με γεμάτο στομάχι. Έτσι ήταν πάντα στην Ελλάδα, για αλλού δεν ξέρω.

Θέλω να πω, γιατί ο Έλληνας να δίνει το μυαλό του στο κατάρ και όχι στην πρέβεζα, την τρέλα μου μέσα;

Αλλά ας μην τα ξαναλέμε, και γινόμαστε κουραστικοί, γιατί οι άρχοντές μας είναι ευαίσθητοι και στεναχωριούνται, τους χαλάμε την αισθητική και το τσί. Ταράσσεται το τσάκρα των αγορών με την τόση ανευθυνότητά μας και τόση αδιακρισία μας, να υποφέρουμε με θόρυβο.

Θα μου πείς, ρε αθηνόβιο, πόσο υποφέρεις, δηλαδή;

ΚΟίτα, δεν υποφέρω ακριβώς.
Θα προτιμούσα να ήταν όμως η χώρα μου ικανή να με θρέψει. Και θα προτιμούσα όλες τις ικανότητές μου να τις δώσω σε Έλληνα, να γίνει η πατρίδα μου καλύτερη, αντί να ξενιτεύομαι και η δική μου ικανότητα να γίνεται ξένος πλούτος.

Επίσης θα προτιμούσα το γεγονός ότι ο άντρας μου θα περάσει ένα μεγάλο διάστημα μακρυά μου να μην ήταν προϊόν αδικίας, γιατί είναι προϊόν αδικίας και η αδικία είναι ότι είναι πρακτικά αδύνατον να φορολογείσαι περισσότερο από όσο παράγεις, είναι πρακτικά αδύνατον να ζήσει μία χώρα μόνο από υπηρεσίες χωρίς να παρανομήσει και είναι πρακτικά αδύνατον να ζήσουν όλοι από το κράτος, γιατί όλα τα υπόλοιπα τα έχουν ρημάξει οι προδότες, από το πόστο του ο καθένας να τρώει ότι μπορεί.

Θα ήταν όμορφα, αν ήταν απόφαση καριέρας και όχι ανάγκης. Θα ήταν όμορφα αν η απόφαση να εργαστεί κάποιος αλλού δεν ήταν σα να ξεφεύγεις από μία κολαση γεμάτη τσιμπούρια.

Ο θυμός μου είναι απίστευτος, και οι χοντρομπαλάδες που τρώνε τυρόπιτα στην καντίνα της βουλής αστειευόμενοι για το σουτιέν την κεφαλογιάννενας δε βοηθάνε καθόλου.

Καθόλου, όμως!