Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Νο κούκου

Διάβασα άρθρο αναρτημένο από πρόσωπο το οποίο εκτιμώ απεριόριστα. Σκέφτηκα να μην αναρτήσω τίποτα, αλλά μετά θυμήθηκα το γεγονός ότι στο νέο μου βλογάκι δε με έχουν μάθει ακόμα, οπότε ίσως τελικά να είναι σκόπιμο να προσδιορίσω τις ιδεολογικές μου συντεταγμένες, ώστε να ξέρει ο αναγνώστης με τί κουμάσι έχει να κάνει και τί ιδεολογικό καπνό φουμάρω, διότι από τον άλλον μόνο παθητικά ό,τι ρουφήξω .

Το λοιπόν, εγώ ξεκίνησα ως συντηρητική, σχεδόν δεξιά. Πιστεύω πως πρέπει να υπάρχουν κανόνες και πως οι κανόνες εκτός από το να υπάρχουν πρέπει και να τηρούνται. Πιστεύω πως πρέπει να υπάρχουν αρχές που να άρχονται, έτσι ώστε οι υπόλοιποι να  μπορούμε να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς να ανησυχούμε ούτε για το αύριο, ούτε για κλέφτες, ούτε για το αν τελικά είμαστε κορόιδα που δουλεύουμε.

Μεγαλώνοντας όμως, είδα πως οι αρχές εδώ στην Ελλάδα δεν κάνουν τη δουλειά τους, τουτέστιν δεν άρχονται ούτε τηρούν τους κανόνες ούτε με οιονδήποτε τρόπο μπορούν να εξασφαλίσουν αυτή την ασφάλεια παρά μονάχα με έναν τρόπο: αν τα κάνεις πλακάκια με τους κλέφτες, τότε ζεις- αν όχι είτε πεθαίνεις στην ψάθα είτε που πρέπει να μεταναστεύσεις σε τόπους χωρίς έλληνες ηγέτες να φθονούν την προκοπή σου, και μόλις πας να σηκώσεις κεφάλι να θυμούνται πως τους χαλάς την πιάτσα.Θα έρθεις εσύ, σκύλε, να κάνεις λεφτά χωρίς να είσαι λαμόγιο; Θα το μάθουν και οι άλλοι , και μετά που θα πουλάμε εμείς προστασία;

ε;

Ε;

ΦΙΛΟΤΙΜΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ::::

Έτσι, λοιπόν, παρόλο που το άρθρο δεν περιγράφει κανένα απολύτως ψέμμα, ξεχνάει να μας πεί μία βασική στοιχειώδη αλήθεια: ότι οι κανόνες που δήθεν πάνε να επιβάλλουν οι καλοί σδόε-διάρηδες, είναι για όλους εκτός από τους μεγάλους κλέφτες, τους πραγματικούς προδότες. Γιατί από την παρούσα άβουλη βουλή που ψηφίζει κυριολεκτικά όποιο κωλόχαρτο βρεθεί μπροστά της, η πλειοψηφεία ανήκει στην τάξη των μεγάλων οικονομικών παραβατών, τόσο που ο λεπά που δεν έκοβε αποδείξεις στους φίλους του (το οποίο είναι πολύ πιο πιθανό από ότι απίθανο) να μοιάζει ζήτουλας στη γωνία.

Διότι αν πουλώντας υποβρύχια πριν από τόσα χρόνια η μίζα ήταν τόσα, τότε πουλώντας ολόκληρη (στην ουσία) ελλάδα τώρα, η μίζα είναι αστρονομική.

Οπότε, αξιότιμε φίλε μου, ενώ με το γράμμα του άρθρου και του νόμου συμφωνώ, με την ουσία του άρθρου και του νόμου θα διαφωνήσω κάθετα.

Γιατί όταν πιάνεις τον τυροπιτά που αν κλέψει θα μπορέσει να ζήσει την οικογένειά του και να πληρώσει τις υπέρογκες υποχρεώσεις που του έχεις επιβάλλει για να δώσεις τα λεφ΄τα στα τραπεζικά σου τσιράκια, τότε πρέπει ΠΡΕΠΕΙ  να πιάσεις και τον προδότη που ανταλλάσσει λίμνες  με ολόκληρα κομμάτια πόλεων σα να του ανήκει η ελλάδα, κάνοντας την καταπάτηση επίσημο χόμπι του.

Όσο υπάρχουν μεγαλο-κομπιναδόροι στην κυβέρνηση, θα έχεις φορολογικό αντάρτικο,γιατί ο έλληνας είναι ό,τι είναι, αλλά κορόιδο δεν είναι: αν δει και δεν μπορεί να ζήσει, θα σε σφάξει στο γόνατο, μαζί με τα τσιράκια σου, το σδόε και όλους τους άλλους "ελεγκτές" που ελέγχουν τα τυροπιτάδικα για δύο ευρώ αλλά όχι τη βουλή για τα χαμένα (δις-, τρις-, ποιός ξέρει)εκατομμύρια από τις εισφορές των ελλήνων που φάγανε. Και δεν τους φτάνουν, κιόλας, για αυτό έβαλαν όλα τα παιδιά τους στην βουλή, μην και φτωχύνει το μητσοτακέικο ή μείνει ο βαρβιτσιώτης τσούνιορ δίχως χόμπι.

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, πάνε να καταργήσουν την έκφραση αντιρρήσεων: αμα φωνάξεις είσαι σύριζα, όποιος υπερασπίζεται τους έλληνες είναι χρυσαυγίτης και όποιος δεν σκύψει το κεφάλι είναι προδότης. Η κυβερνητική λογοκρισία έχει περάσει σε άλλα επίπεδα επικοινωνιακής ξεφτίλας, λες και υπάρχει έστω και ένας τίμιος άνθρωπος που δεν ξέρει πως κερδίζονται τα οφφίκια και οι υψηλές θέσεις.

Αλλά όσα επικοινωνιακά ξεράσματα και αν ρίξεις στα κανάλια, η αλήθεια είναι απλή.

Δεν μπορείς να πείσεις τους έλληνες να πειστούν στις αρχές γιατί δεν υπάρχουν αρχές.
Κι αν βρείς αρχές στις Αρχές, πάρε με τηλέφωνο να μου το πείς.

Μέχρι τότε, ούτε δίνω απόδειξη, ούτε ζητώ απόδειξη και αν τύχει να έχω έστω και μισό ευρώ, καλύτερα να φάω πασατέμπο, παρά να το δώσω στα κλεφτρόνια με τα ακριβά κοστούμια που μου πλασάρουνε για ελίτ.

Αυτά. 
Σαφέστερη δεν μπορώ να γίνω, αλλά θαρρώ πως δεν θα χρειαστεί.

.....να κάνω μάνες δίχως γιούς και γυναίκες δίχως αντρες, να κάμω και μωρά παιδιά,  να κλαίν διχως μανάδες, πότε θα κάμει ξαστεριά....

ΥΓ: ΓΙΑΤΙ Ο ΜΠΛΟΓΚΕΡ ΔΕ ΜΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΡΤΗΣΩ ΤΟ "Πότε θα κάνει ξαστεριά";

ΚΙΝΑ ΘΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΤΕ ΤΟ ΜΕΡΟΣ;

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Δεκανίκια.

Ήταν κάποια εποχή που ήμουν κι εγώ έτσι, που δεν έβρισκα τίποτα όμορφο πουθενά. Είναι εύκολο να το πάθεις αυτό. Ακόμα και αν δεν υπάρχει κάτι που να σε ρίχνει εντός σου, είναι τόσο εύκολη η γκρίνια που όλοι πρώτα από αυτή ξεκινούν. Ίσως είναι και μέρος της φύσης μας, σαν άνθρωποι, να ζητάμε πάντα το άλλο, χωρίς να δίνουμε προσοχή σε αυτό που ήδη έχουμε, σαν τεράστιες κίσσες, ένα πράγμα.

Παραμένει γεγονός ότι ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα τριγύρω μας χρωματίζεται από το τί χρώμα γυαλιά φοράει ο νούς μας.

Αν μόνο άσχημα πράγματα βλέπουμε, τότε κάτι το ανυπόφορο μας ταλαιπωρεί. Τις περισσότερες φορές αυτό το ανυπόφορο πράγμα, μέχρι να γιατρευτεί, μας ταλαιπωρεί οδηγώντας τις σκέψεις μας σε μαύρα μονοπάτια και τις πράξεις μας σε βρόχους λαθών, σε φαύλους κύκλους θολωμένων αποφάσεων και αδιέξοδων, μέχρι που είτε να ξεθυμάνει, είτε να γιατρευτεί και τότε να ξεθολώσει το μάτι μας και εκτός από την ασκήμια να δούμε και όση ομορφιά τυχαίνει τα βρεθεί ομπρός μας.

Πολλές φορές, το καλύτερο δεκανίκι για να μην πνιγούμε σε αυτό το τέλμα είναι να έχουμε δίκιο. Πολλές φορές αγανακτούμε με αυτά τα χαζά που έχει ο κόσμος ώρες-ώρες και  το εκφράζουμε σα να τα ανακαλύψαμε εμείς μόλις τώρα. Όχι ότι έχουμε άδικο. Απεναντίας, είναι πολύ πιθανό να έχουμε πραγματικά δίκιο, γιατί ο κόσμος είναι γεμάτος τρέλα, χάος, ανοησία και κακία. Απλά είμαστε σε ένα σημείο που όλα μας ενοχλούν και η ικανοποίηση είναι δύσκολη. Αυτό είναι κάτι που όλοι περνάμε κάποια στιγμή, εκτός από την συντάκτρια αυτού του ιστολογίου που όπως όλοι γνωρίζουνε είναι υπεράνω ανθρώπινων αδυναμιών και έχει αγγίξει εκ των άνω την τελειότητα, μία μέρα που βαριότανε και έσκυψε να δεί τί γίνεται εκεί κάτω, και σε καμμία περίπτωση δεν την έχει αγγίξει η κατάθλιψη επί οκτώ συναπτά έτη, καθιστώντας την ανίκανη να δει ακόμα και τον ήλιο το καταμεσήμερο.

Άλλο δεκανίκι είναι οι μανίες διαφόρων ειδών, από τη δίαιτα και το βάρος, την υγεία, τη μόδα, με οτιδήποτε μπορεί να υποκαταστήσει τη χαρά της ζωής παρέχοντας προσωρινή απόλαυση δημιουργώντας εξάρτηση χειρότερη κι από το πιο ισχυρό παραισθησιογόνο.

Τέλος υπάρχουν και τα υλικά δεκανίκια. Το αλκοόλ και το φαγητό παρέχουν την προσωρινή απόλαυση που υποκαθιστά την πραγματική ικανοποίηση της ζωής.

Το είδος δεκανικιού που θα χρησιμοποιήσουμε εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυριότερο εκ των οποίων είναι η συγκυρία. Ωστόσο, όλα τα δεκανίκια έχουν ένα κοινό γνώρισμα, τον τρόπο που λειτουργούν, ο οποίος έχει ως εξής:

Πέφτουμε με τα μούτρα στην κατάχρηση του ναρκωτικού μας. Χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε, τελούμε υπό την επήρρειά του. Κάθε μας σφάλμα, κάθε μας λέξη και κάθε σκέψη παραπαίει ανάμεσα στον πραγματικό λόγο της θλίψης μας και στο δεκανίκι μας, σε ένα υπερρεαλιστικό φλιπεράκι των αισθήσεων. Ο θολωμένος νους, ανίκανος να λειτουργήσει σωστά, δεν μπορεί να λάβει λογικές αποφάσεις, οπότε παραμένουμε στάσιμοι σε αυτή την κατάσταση για μεγάλο διάστημα. Μπορεί συνειδητά να πασχίζουμε να ξεκολλήσουμε, υποσυνείδητα όμως σκοντάφτουμε και ξανακυλάμε, είμαστε ανίκανοι να προχωρήσουμε. Αυτό δεν είναι κακό, αλλά αντιθέτως εξαιρετικά ωφέλιμο, γιατί επιτρέπει στον ψυχισμό μας να συνέλθει, πριν συνεχίσει την πορεία του. Αν αγνοήσουμε αυτό το ψυχολογικό "διάλειμμα" παραβιάζοντας τις ψυχολογικές μας αντοχές κι ανάγκες, τότε ποτέ δεν θα νιώσουμε καλύτερα. Τόσο απλά.

Θα μου πείς, πως παραβιάζεις κάτι τέτοιο; Πολλοί άνθρωποι το κάνουν, όταν, νιώθοντας βουλιαγμένοι στον βούρκο της συναισθηματικής ατονίας, επιχειρούν με το ζόρι να χαρούν. Με το ζόρι να μεθύσουν, με το ζόρι να χαρούν, με το ζόρι να αγαπήσουν, με το ζόρι να πετύχουν. Ευτυχώς για αυτούς, η φύση είναι σοφότερη. Δεν επιτρέπει να προχωρήσεις παρακάτω, αν δεν γίνεις καλύτερα.

Τα σημάδια είναι ευδιάκριτα, αρκεί να ξέρεις τι ψάχνεις.Όταν πέφτεις από λάθος σε λάθος και όλα
πάνε στραβά, τότε αυτό είναι μήνυμα από τον εαυτό σου, που σου λέει "κάτσε και σκέψου".

Τις περισσότερες φορές, είναι πέρα από τις δυνάμεις μας να κάνουμε το οτιδήποτε, με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για το κοινό κρυολόγημα. Απλά περιμένεις να περάσει. Τα κουτσο-βολεύουμε, μέχρι που μία μέρα, κάτι αρχίζει να πηγαίνει καλά. Αυτό είναι ο εαυτός μας που ξυπνάει και αρχίζει πάλι, σιγά-σιγά, να λειτουργεί κανονικά.

Κάποια μέρα, βαριόμαστε τα δεκανίκια μας. Δεν βρίσκουμε νόημα να πίνουμε, δεν αδημονούμε για το επόμενο γεύμα ούτε έχει τόση σημασία το τί θα φορέσουμε ούτε το πόσο δίκιο έχουμε.

Και τότε, ξαφνικά, είμαστε πλέον ικανοί να διακρίνουμε πανεύκολα την ομορφιά και να την απολαύσουμε αναλόγως, χωρίς να πτοούμαστε από την περιρρέουσα μαυρίλα, την οποία παύουμε να βρίσκουμε και τόσο ενοχλητική.

Η ομορφιά του όλου πράγματος έγκειται στο ότι δεν εξαρτάται από εμάς, αλλά η μαμά φύση έχει προνοήσει ώστε να γινόμαστε καλά παρά τις επίμονες προσπάθειές μας να παραστήσουμε τον ήρωα απλά και μόνο επειδή πάθαμε μία κατάθλιψη. Εμείς το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αποδεχτούμε τα δεκανίκια μας, μέχρι που μία στιγμή θα τα πετάξουμε στην άκρη
ως ανόητα πράγματα, μην πιστεύοντας πως μπορούσαμε να έχουμε υπάρξει τόσο χαζοί.

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (4)

Τώρα, τώρα έστεκε μπροστά μου.
Μας καλησπέρισε απλά.
Παρόλο που κανένα αίσθημα δεν έδειχνε, ήταν εδώ, αυτή τη στιγμή.
Αναθεμάτισα πάλι πολλές φορές τον εαυτό μου. Πως το έπαθα εγώ αυτό?
Δε γινόταν, δε μπορούσα να τον αφήσω πίσω.
«Περίμενε» είπα στον Αντίωρο.
Αγκάλιασα τον Αγαθαρχίδα. Μετά τον έπιασα από τους ώμους, πίεσα κάτω και μέσα.
Τον μίκρυνα, μέχρι που έγινε μικρούλι απαστράπτον φυλαχτό.
Τον κράτησα στη χούφτα μου παρατηρώντας πως έγινε φως στο χέρι μου. Τον κράτησα σφιχτά και είδα τον Αντίωρο να με κοιτά.
«Δεν τον αφήνω» είπα.
«’Η αυτός ή εγώ» είπε.
«Αυτός» είπα, μην πιστεύοντας τι ξεστόμισα.
«Αυτός» ξαναείπα, ξέροντας ότι μόνο το φως είχε μείνει, από δικό μου σφάλμα και μόνο. Απλά δε γινόταν, απλά δεν μπορούσα να αφήσω πίσω. Δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος. Αρνήθηκα να αφήσω το χέρι του Αντίωρου και αρνήθηκα να αφήσω να ξεθυμάνει  ότι είχε απομείνει από τον Αγαθαρχίδα.
Έσκυψα, μην μπορώντας να πάρω απόφαση, μέσα στο τελευταίο σφύριγμα του καραβιού που θα έφευγε, μάλλον χωρίς εμένα. Είχα παραλύσει από τον φόβο. Άκουσα κάτι να ραγίζει τρομερά.
Τι να αποχωριστώ δεν ήξερα, κι όμως ήταν τόσο εύκολο να δεί κανείς το τι θα σήμαινε το κάθε ένα. Τα πάντα ράγισαν και γονάτισα πιάνοντας το κεφάλι με τις παλάμες μου. Δεν έκλαιγα, αν και ένιωθα το λιμάνι να σπάει κάτω μου. Έμεινα εκεί γονατισμένη, ενώ έφευγε, ενώ μόνο φως είχα να κρατήσω, έφυγε και ήμουν εκεί γονατισμένη μόνο σε ένα άδειο νησί χωρίς κανέναν που να ήθελα εκτός από ένα φως πιο άϋλο και από μία ιδέα, τόσο στέρεο όσο ένας αέρας.


Καθώς το πλοίο έφευγε, και το νησί τριγύρω κατέρρεε, με κομμάτια βράχων να κατακρημνίζονται στη θάλασσα με θόρυβο, καθώς όλα έπεφταν και το λιμάνι σιγά-σιγά βυθίζονταν κι αυτό, έμεινα να κρατώ ένα φως καθώς το νερό έκλεινε τριγύρω μου. Βούλιαζα...

Για λίγο, μόνο ένα αχανές, μπλέ τίποτα με έπνιγε.

Όχι έτσι, σκέφτηκα.
 Θύμωσα τόσο με αυτούς τους δύο, που ούρλιαξα κάτω από το νερό και με μία δυνατή σπρωξιά με τα πόδια, αναδύθηκα ορμητικά από το νερό ανάμεσα από τις μπουρμπουλήθρες μου. Κοίταξα τριγύρω, και ήταν μόνο νερό.
Όχι. Όχι έτσι, ξανασκέφτηκα, κι ο θυμός μου φούντωνε.

Έκλεισα να τα μάτια. Είπαμε πως εδώ γίνεται ό,τι θέλω εγώ. Χωρίς συνέπειες. Ξαναέφερα στα μάτια του νού το νησί με τις επτά κυριακές και τον ήλιο. Το λιμάνι με το πλακόστρωτο και τη λήθη. Κολύμπησα ως εκεί και βγήκα έξω στάζοντας, στον ήλιο που εγώ είχα ξαναφέρει με τη σκέψη μου.

Ήμουν ακόμα απίστευτα θυμωμένη.

Γύρισα την πλάτη στη θάλασσα και κοίταξα τα σπίτια του νησιού, μισοτυφλωμένη από τον ήλιο. Αφού έφερα όλο το νησί με τη ματιά μου μία γύρα, τέλος και για άλλη μία φορά έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα την πρώτη κυριακή. Σκέφτηκα και τις υπόλοιπες, αλλά τις βάφτισα ημέρες κανονικές. Σκέφτηκα τις συνέπειες και τις έφερα και αυτές να αλωνίζουν στο νησί, να διώξουν τη λήθη ώσπου να φύγει. Σκέφτηκα και τον εαυτό μου. Του έβαλα δυο ρυτίδες ανάμεσα στα μάτια και το ψάθινο καπέλο με την κορδέλα, και την τσάντα με το βιβλίο μέσα. Σκέφτηκα και το αεράκι.

Ανάσανα. Τώρα ήταν πολύ καλύτερα, μιας και ο θυμός είχε φύγει. Είχα ξεχάσει το πλοίο, όμως. Αναλογίστηκα αν θα έπρεπε να το φέρω και αυτό, τί νόημα θα είχαν οι συνέπειες χωρίς αυτό, αλλά μετά απέρριψα αυτή την ιδέα. Θα το φέρω όταν είναι η ώρα.

Λοιπόν, κύριοι, συνέπειες.

Και όταν κανείς δε φάνηκε, με ένα χαμόγελο τους σκέφτηκα να χάνονται στα σοκάκια σα να μην είχε υπάρξει το χτές.

Και με συνέπειες, ημέρες και έρωτες, άρχισε πάλι το παιχνίδι.


Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (3)

«Απόψε είναι σαββατόβραδο.»
«Α. Εντάξει.» Τον κοίταξα και χαμογέλασα πάλι. Άνοιξε τα χέρια του και μπήκα στην αγκαλιά του.
«Γειά σου Τζιμ!»
«Γειά σας κυρία.» είπε και επέστρεψε στα τραπέζια και στις παραγγελίες του.

Ήθελα λίγο χρόνο να σκεφτώ ήρεμα. Πέρασα μέσα από το αρσενικό πλήθος σε αναζήτηση ενός ήσυχου μέρους, αλλά στο κατάμεστο λιμάνι δεν υπήρχε, κι έτσι κάθισα στην πρώτη άδεια καρέκλα που βρήκα, ευτυχώς κάπου που να μη φαίνομαι από τη μεριά του Τζιμ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με ενοχλούσε. Ήθελα για λίγο να απομονωθώ. Το γκαρσόνι ήρθε για παραγγελία. Περίμενα να πει κάτι, αλλά αδιάφορα πήγε να μου φέρει τη μαυροδάφνη.
Περίεργο, αυτός ποιος ήταν? Δεν τον θυμόμουν και, μάλιστα, μάλλον προς το αδιάφορο μου έκανε. Εγώ πόθησα αυτόν? Δεν το νομίζω! Έβγαλα το κινητό και κάλεσα τον Τζιμ.
«Εμπρός?»
«Τζιμ, εγώ είμαι. Να σε ρωτήσω κάτι?»
«Ναι, πείτε μου.» Μόλις που τον άκουγα στο βουητό της πολυκοσμίας.
«Εδώ βλέπω πολλούς άγνωστους και πολλούς που δε μου αρέσουν. Τι γίνεται?»
«Κάποτε σας άρεσαν, ακόμα και για ένα δευτερόλεπτο, ακόμα και φευγαλέα, καθώς περνούσε από μπροστά σας, κάποιος που είδατε στην τηλεόραση, ή στο δρόμο. Έστω και για ένα δευτερόλεπτο, όποιος βρήκατε όμορφο η θελκτικό, είναι εδώ. Ούτε κι εκείνοι σας θυμούνται.»
«Αα, έτσι.» είπα κουνώντας το κεφάλι «Εντάξει Τζιμ, σε ευχαριστώ.»
«Κυρία, έχω πολλή δουλειά. Αν θέλετε τίποτα άλλο, πείτε το γρήγορα.»
«Όχι, εντάξει. Δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Γειά.»
Αυτή η πληροφορία με έκανε να χαλαρώσω, γιατί δεν ήταν ανάγκη να αναμετριέμαι με επίδοξους εραστές κάθε ώρα και στιγμή. Όταν ήρθε η μαυροδάφνη μου, ήπια την πρώτη γουλιά με ανακούφιση.
Κοίταξα το νυχτερινό λιμάνι, με τα φώτα των κέντρων, τις διάφορες τυχαίες μουσικές, το βαρύ  βουητό των αντρικών φωνών, τα χιλιοπατημένο πλακόστρωτο, τα φανάρια του δρόμου… Πού να ήταν? Δε μου θύμιζε κανένα μέρος από αυτά που είχα επισκεφθεί. Όχι πως είχε σημασία, φυσικά.
Αν όλοι όσοι μου άρεσαν ήταν εδώ, τότε κάπου εδώ τριγύρω πρέπει να βρισκόταν και ο Αγαθαρχίδας. Ήμουν σίγουρη ότι ακόμα και μέσα σε αυτό τον όχλο θα τον διέκρινα αμέσως, όμως δε φαινόταν πουθενά. Για να δούμε ,λοιπόν, ποιους έχουμε εδώ πέρα?

Κοιτώντας τριγύρω αφηρημένα, δε ξεχώρισα κανέναν. Ίσως να μπορούσα να θυμηθώ και αν θυμόμουν τότε να μπορούσα να αναζητήσω κάποιον συγκεκριμένο.
Σκέφτηκα τη μονότονη ζωή μου.
Εδώ δεν υπήρχαν συνέπειες, ούτε φόβος δηλαδή.
Η περιέργεια που είχα πάντα μπορούσε να ικανοποιηθεί, να αγγίξω τα πρόσωπα όλων αυτών των αντρών, να νιώσω τη γεύση τους και την αψάδα τους.
Χωρίς συνέπειες.
Αγαθαρχίδα.
Μα που είχε πάει αυτός ο άνθρωπος?
Ορίστε τώρα!
Είχα μία εβδομάδα να κάνω ότι θέλω κι εγώ ήμουν κολλημένη σε κάποιον τόσο υπαρκτό όσο και τα σύννεφα.
Νευρίασα με τον εαυτό μου, κατέβασα μονορούφι  τη μαυροδάφνη που  είχε μείνει στο ποτήρι και σηκώθηκα.
Για άλλη μία φορά περιπλανήθηκα μέσα στη νύχτα, μέχρι που κατέληξα σε ένα μπαράκι πολύ μικρό, αλλά πολύ όμορφα διακοσμημένο. Μία κενή θέση στο μπαρ υπήρχε και κάθησα εκεί. Νιώθοντας ασφάλεια, μετά από όσα μου είχε πει ο Τζιμ, επέτρεψα σε κάποιους να μου πιάσουν κουβέντα, να με κεράσουν. Για άλλη μία φορά η κουβέντα και η ενορχήστρωση των προσώπων με συνεπήρε, είπαμε πολλά με πολλούς. Το να συζητώ με όμορφους άντρες ήταν κάτι το εξαιρετικά ευχάριστο, παρόλο που ήταν φανερό ότι η κουβέντα ήταν απλά η ηχώ της μοναξιάς.
Ο ένας μετά τον άλλον, απογοητεύτηκαν.
Ο πιο επίμονος, Χρήστο τον λέγανε αν θυμάμαι καλά, με συνόδευσε μέχρι το νοικιασμένο μου δωμάτιο. Μου έδωσε το πρώτο μου φιλί, πολύ περίτεχνο και παθιασμένο, όμως ήθελα να τελειώνει σύντομα. Τον άφησα να βάλει όλη την τέχνη του, μετά όμως τον καληνύχτησα.
«Γιατί?»
«Δεν μπορώ.»
«Μα, γιατί?»
Τον κοίταξα, μέσα στο φεγγαρόφωτο και ήταν θεϊκά πλασμένος. Ο πόθος, όχι για εμένα αλλά μάλλον περισσότερο για την υπόσχεση, του έδινε ύψος και πύρινη ματιά.
Όταν βρέθηκα μόνη στο δωμάτιο, με ανακούφιση έριξα αλλού την τσάντα και το καπέλο μου, κλώτσησα τα πέδιλά μου και ξυπόλητη στο μάρμαρο βγήκα στο μπαλκόνι.
Η βραδινή θέα ήταν τουλάχιστον απόκοσμη.
Στο ύψος της νύχτας, με το φεγγάρι στα πόδια μου, συνειδητοποίησα ότι η μοναξιά μου δεν ήταν αλλουνού σφάλμα εκτός από δικό μου.
Θα μπορούσα τώρα, αυτή τη στιγμή, να είμαι με τον μελαχροινό Χρήστο ή με τον άλλο μελαχροινό Σπύρο ή με τον Νίκο που ήταν μπάσος και ήξερε να παίζει τα ακόρντα στην κιθάρα, από όλα τα τραγούδια που μ’αρέσουν.
Θα μπορούσα.
Το θέμα είναι ότι δεν ήθελα.
Για άλλη μία φορά, νευρίασα με τον εαυτό μου. Δε με αντέχω άλλο! Τη μία πεθαίνω για την παρέα μίας στιγμής και την άλλη μίσανδρος, σα μέδουσα, τους παγώνω και τους στρέφω αλλού.
Δεν ήταν λόγω του Αγαθαρχίδα, που δεν είχε βγεί ούτε για δευτερόλεπτο από το μυαλό μου. Έτσι ήμουν, ήμουν ευτυχισμένη όταν έμενα με τη σκέψη μου, μου άρεσε το άδειο δωμάτιο.
Ξανασήκωσα το κεφάλι στη θέα που απλώνονταν μέχρι τον νυχτερινό ορίζοντα. Ναι, έτσι μου αρέσει, είμαι εντάξει, αλλά που είσαι Αγαθαρχίδα?
Γύρισα στο δωμάτιο, έριξα φόρεμα και σουτιέν σε κάποια καρέκλα και τυλίχτηκα στο σεντόνι, οι λευκές κουρτίνες, το μόνο εμπόδιο ανάμεσα στην αύρα και εμένα.
Κοιμήθηκα με τον Αγαθαρχίδα, λες και ήταν εκεί, χαμογελώντας.
Από τότε, αυτός ήταν η πιο όμορφη σκέψη μου, ιδανικός σαν όλες τις ιδέες.

Το πρωί με βρήκε αργά μέσα στα σεντόνια πάλι.
Ήμουν πια σίγουρη και για τις επόμενες ημέρες έκανα μόνο αυτό που μου άρεσε και αυτό ήταν βόλτες, φιλικές και άνετες κουβέντες με διάφορους, μπάνιο στη θάλασσα, ύπνος στην παραλία, ταβέρνα με το βιβλιαράκι μου, κρασάκι και μεζεδάκι, αλκοόλ και τέλος ύπνος αλήτικος της μοναξιάς.
 Μέχρι την Τετάρτη, το βιολογικό μου ρολόι είχε μείνει τόσο ακούρδιστο που οι ώρες του ύπνου και του ξύπνιου ήταν πιο ασταθείς και από γιορτή ανώνυμου αγίου. Η λήθη, η πολυπόθητη λησμονιά του εαυτού, ήταν σχεδόν γεγονός.

Ξαφνικά, θυμήθηκα τον εαυτό μου σε μία ξαπλώστρα δίπλα στη θάλασσα, μισοκοιμισμένη στον ήλιο. Σήκωσα το καπέλο από το μάτια μου και η θάλασσα με τύφλωσε και τα ξανάκλεισα. Πολλή ζέστη!
Βυθίστηκα στο νερό, και εκεί με περίμενε ο Αντίωρος.
Έβαλε τα χέρια του πάνω μου και ήταν σωστό. Τον φίλησα και με πήρε, μία αγκαλιά πολύ σφιχτή.
Μετά, πήρε το χέρι μου και βουτήξαμε βαθιά. Για μέρες ολόκληρες κυκλοφορούσαμε αθέατοι στο βυθό, δίνοντας ο ένας στον άλλον κοχύλια και ανεμώνες με απίθανα χρώματα.
Όταν αναδυθήκαμε ήταν πια Σάββατο πρωί και κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί τη σφοδρότητα της ένωσής μας. Πέρα από κάθε λογική και χωρίς καμία συνεννόηση, κοιτούσαμε τα ίδια πράγματα, με το ίδιο χέρι κάναμε τις ίδιες κινήσεις και περπατούσαμε με τον ίδιο βηματισμό, ένας ανίκητος στρατός των δύο. Το κορμί του ζεστό και γήινο σαν φρεσκοψημένο ψωμί, νόστιμο, τα χείλη του πιο τρυφερά στη γλώσσα κι από εκείνα του αγγέλου.

Σαν ένας και οι δύο, περνούσαμε από τον κόσμο με σταθερότητα στο βήμα, ταυτόχρονα θέλοντας τα ίδια πράγματα μέχρι που πήγε Κυριακή, το τελευταίο απόγευμα.

Τον κοίταζα και ήταν ακαταμάχητος. Μελαχροινός και σταρένιος, με βλέμμα στιβαρό με χέρι ίσιο με κρατούσε σαν άντρας σιδερένιος, βγαλμένος από βαθιά από τη γή. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία ότι ήμουν μέσα στο μάτι του κυκλώνα, αν και τριγύρω ήταν καυτό καλοκαίρι.

Λίγο πριν ανέβω στο καράβι, κοίταξα πίσω.

Ο Αγαθαρχίδας?

Το επόμενο βλέμμα μου έπεσε στον Αντίωρο.

Ξανά πίσω.

Τώρα?

Τον είδα μικρούλη από μακριά, τη φιγούρα του να μεγαλώνει καθώς πλησίαζε.


Ήξερα πως ήταν και πως μύριζε, τόσο που όταν τελικά ήρθε και με καλησπέρισε,  τίποτα δεν έλειπε από όσα είχα φανταστεί. 

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (2)

Συζητήσαμε πολύ, για ώρα. Αρχίζοντας από τα τυπικά, μετά επεκτείνοντας σε ψιλοκουβέντα, για αδιάφορα θέματα, για τη μουσική που του άρεσε. Δεν μπορούσα να διαβάσω τίποτα. Το πρόσωπό του δεν έδειχνε τίποτα, δεν καταλάβαινα τίποτα. Τι άνθρωπος ήταν αυτός?
Ήταν έξυπνος, ήταν αστείος και αυτό ήταν προφανές, πέρα από αυτό όμως ήταν όλα άγνωστα και απροσπέλαστα. Τον αγάπησα επειδή ήταν άλυτος γρίφος ή ήταν άλυτος γρίφος επειδή ξεμυαλισμένη δεν μπορούσα να σκεφτώ σωστά δίπλα του? Το μόνο που ήξερα ήταν ότι ήθελα να ακούω τη φωνή του, να τον αγγίξω, να τον καταλάβω, να τον μάθω.
Αλλά δε μου έδινε κανένα σήμα, κανένα σημάδι. Δε με ήθελε ή δεν το έδειχνε?
Αναθεμάτισα τον εαυτό μου, συνέχισα να του μιλάω μέχρι που έπαψε η μουσική να παίζει.
«Χάρηκα» μου είπε
«Τα λέμε.» απάντησα και τελείωσε η γιορτή.
Σε λίγο ήρθαν τα αδέρφια μου και φύγαμε. Το μυαλό μου έμεινε εκεί, λίγο ψηλός-λίγο καστανός.

Έξω, στο πλακόστρωτο σοκάκι, είχε πέσει η νύχτα. Κουβεντιάσαμε λίγο ακόμα με τα αδέρφια μου. Ζαλισμένη λιγάκι, κρατιόμουν αγκαζέ από τον μεγάλο καθώς περπατούσαμε. Οι άλλοι δύο λέγαν τα δικά τους, για τις κοπελιές και τις δουλειές, ο μεγάλος έδινε τις συμβουλές του σα μεγάλος αδερφός, κι εγώ σιωπηλά ζούσα την τρικυμία μου. Κοίταξα πίσω μήπως τον έβλεπα πουθενά, αλλά είχε εξαφανιστεί.

Λίγο παρακάτω, τα αδέρφια μου με άφησαν για να πάνε ο καθένας όπου είχε να πάει. Τους καληνύχτησα αφηρημένα και αγκαλιάζοντας τον εαυτό μου στη βραδυνή υγρασία, ακολούθησα όποιον κατήφορο έβρισκα. Σίγουρα, αργά η γρήγορα, θα με έβγαζε στο λιμάνι. Είχα βυθιστεί στην αναπόληση της κουβέντας με τον Αγαθαρχίδα, προσπαθώντας να ζυγίσω τι είχε ειπωθεί, πως είχε ειπωθεί, μήπως εννοούσε αυτό ή εκείνο ή αν όλα ήταν στο μυαλό μου. Όπως ήταν φυσικό, χάθηκα.
Συνήρθα όταν έφτασα σε ένα αδιέξοδο, μία πόρτα μίας αυλής, οπότε δεν είχα άλλη επιλογή από το να γυρίσω πίσω και να βρω το δρόμο μου. Μετά από μία μικρή περιπλάνηση, βρήκα μία στροφή και μετά τη στροφή πορτοκαλί φως έφεγγε πίσω από τη γωνία. Μερικά βήματα και βρέθηκα στο λιμάνι.
Ήταν γεμάτο φώτα, κόσμο, μουσικές από μπαράκια, βουητό και κουβέντες. Ήταν τόσο μεθυστικά που για μία στιγμή ξέχασα τον Αγαθαρχίδα.  Στάθηκα για ένα δευτερόλεπτο.
Ήταν γεμάτο άντρες, αυτό το ήξερα ήδη. Τώρα πρόσεχα ότι ήταν όλοι ωραίοι άντρες, νέοι οι περισσότεροι, αν και διαφορετικοί μεταξύ τους. Κάτι… Κάτι ήταν ταυτόχρονα λάθος και απόλυτα γλυκό στον αέρα. Οι άντρες ήταν όλοι απασχολημένοι με τη διασκέδασή τους. Καθισμένοι σε τραπεζάκια των νυχτερινών κέντρων, όρθιοι δίπλα  στο μπαρ, περιπατώντας στο λιμάνι δίπλα στη θάλασσα, πίνοντας, κουβεντιάζοντας, γελώντας, όλοι τους τέλειοι με τον τρόπο τους. Φοβήθηκα να βγώ, ανάμεσα σε όλους αυτούς. Άλλωστε ήταν τόσο όμορφα απλά να τους κοιτάς και μόνο! Όσο έμενα εκεί, τόσο με πλημμύριζε μία καυτή έξαψη, τόσο πιο δύσκολο ήταν να πάρω την απόφαση να εκτεθώ. Ένιωθα τα μάγουλά μου να καίνε και μία χαρά πολύ ζαλιστική, ταυτόχρονα όμως και ένα δισταγμό.
Ένας σερβιτόρος κάποιου μπαρ, όρθιος ανάμεσα στα τραπεζάκια του πλακόστρωτου λιμανιού, κοιτούσε τριγύρω μήπως οι πελάτες του ήθελαν κάτι, και με είδε. Ήρθε προς εμένα.
Τον αναγνώρισα, ήταν ο Δημητράκης. Ετών δεκαοκτώ, ξανθό μαλλί καστανά μάτια, παιχνιδιάρικο βλέμμα, σταρένιος νεαρός άντρας.
«Γειά σας, τι κάνετε?» είπε ευγενικά.
«Μια χαρά. Εσύ?»
«Καλά. Εδώ στο μπαράκι δουλεύω.»
«Ναι, το είδα. Περνάς καλά?»
«Βγάζω αρκετά, μόνο που δε μένει χρόνος για κολύμπι στη θάλασσα. Κυρία, πρέπει να σας πω κάτι.»
«Ακούω»
«Εδώ, στο νησί… καταλάβατε τι γίνεται?»
«Τι γίνεται?» τον κοίταξα πλαγίως, καχύποπτη.
«Όλοι εμείς, σε όλο το νησί, είμαστε οι άντρες που επιθυμείτε ερωτικά.» Το βλέμμα του ήταν πάντα παιχνιδιάρικο, όμως τώρα με κοιτούσε στα μάτια.
Η χαρούμενη ζάλη που είχα νωρίτερα, έγινε τώρα ανεμοστρόβιλος. Θεέ μου, τι είπε τώρα αυτό το παιδί! Ήταν μαθητής μου πριν από μερικά χρόνια, και τώρα κάθεται εδώ και μου λέει ότι τον θέλω! Έβαλα το χέρι μπροστά από το ανοιχτό στόμα, κοκκίνησα όσο δεν πήγαινε άλλο. Περίμενα μία αντίδρασή του, προσπαθώντας ταυτόχρονα να σταθώ όρθια από τη σύγχυση.
«Τι λες τώρα!» ψέλλισα.
«Ναι, κυρία.» είπε κατάματα.
«Κοίτα, δεν….» πήγα να δώσω εξηγήσεις, τι να έλεγα όμως! Με διέκοψε χαμογελώντας.
«Δεν πειράζει κυρία. Εμένα δε με ενοχλεί. Μου την έχουν ξαναπέσει μεγαλύτερες. Όποιος δουλεύει νύχτα, βλέπουν πολλά τα μάτια του.»
«Να με συγχωρείς πολύ, αλλά δε σου την έπεσα ποτέ!»
Εκείνος γέλασε σαν παιδί, σα να ήμουν εγώ το παιδί.
«Το ξέρω, κυρία! Αλλά δεν θα βρισκόμουν εδώ αν δεν ήμουν ανάμεσα σε αυτούς που αγαπήσατε, σωστά?»
«Είναι διαφορετικό, Τζίμ.» Πάντα τον φώναζα Τζιμ, γιατί αγγλικά τον εδίδαξα. «Είναι αλήθεια, αλλά ήταν και λίγο διαφορετικό. Μου άρεσες, αλλά ήταν και λίγο καμάρι. Όταν βλέπεις ένα παιδί, που έχει όλα τα προτερήματα να κάνει οτιδήποτε θελήσει, τότε σα δάσκαλος λες ότι, να: βοήθησα να φτιαχτεί ένας σωστός άνθρωπος. Σε καμάρωνα.»
«Κυρία, είμαι σερβιτόρος» επισήμανε.
«Ναι, το ξέρω. Τι σημασία έχει αυτό όμως Τζιμ? Μπορείς να κάνεις οτιδήποτε θελήσεις, αρκεί να το θελήσεις.» Το πίστευα στα αλήθεια. Το κοκκίνισμα είχε φύγει.
«Θέλω να βγάλω λεφτά.» απάντησε.
«Τότε είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις.» Θεέ μου, πόσο όμορφος ήταν.
Σα να κατάλαβε τη σκέψη μου, μειδίασε. Αλλά τώρα δεν πείραζε. Του χαμογέλασα κι εγώ.
«Τι θα κάνετε τώρα κυρία? Να σας φέρω ένα ποτό?». Πάλι με κοιτούσε κατάματα, το μικρό καθαρματάκι.
«’Οχι, Τζιμ, ευχαριστώ. Λέω να περπατήσω λιγάκι. Έχεις τίποτα άλλο να μου πείς για αυτό το μέρος?»
«Όχι, κυρία. Είστε ελεύθερη να κάνετε ότι θέλετε. Αν χρειαστείτε τίποτα ελάτε σε εμένα.» είπε και μου έδωσε μία καρτούλα με τον αριθμό του κινητού του.
«Εντάξει. Ευχαριστώ Τζιμ.» Θα πείραζε άραγε μία αγκαλίτσα? Δεν το νομίζω, οπότε δέχτηκα να κάνω αυτό το χατήρι στον εαυτό μου. Άνοιξα τα χέρια μου κι εκείνος μπήκε στην αγκαλιά μου, για ένα δευτερόλεπτο.
«Γειά σου, Τζιμ!» πήγα να φύγω, αλλά με κράτησε απαλά από το μπράτσο.
«Γιατί κυρία? Γιατί δεν πρέπει?» Δεν προσπαθούσε να με πείσει. Απλά ρωτούσε για να μάθει.
«Τι, γιατί? Δεν το βλέπεις από μόνος σου?»
«Όχι, πείτε μου.»
«Γιατί τα παιχνίδια έχουν κανόνες, και αυτό είναι το ένα πράγμα που δεν έμαθες ποτέ.» Με άφησε. Δεν τον πείραξε αυτό που είπα, το δέχτηκε και με άφησε να φύγω, με το παιχνιδιάρικο βλέμμα του και το μειδίαμα που έχουν όσοι έχουν επίγνωση της γοητείας τους. Θεέ μου πόσο όμορφος ήταν! Όταν μεγαλώσει θα γίνει απίθανος. Πριν φύγω, μία σκέψη με τάραξε.
«Τζιμ?»
«Τι.»
«Και τα αδέρφια μου? Κι ο πατέρας μου? Τι σημαίνει αυτό?»
«Βρέθηκαν εδώ επειδή αποτελούσαν κομμάτι του εαυτού σας. Έφυγαν με το πλοίο εδώ και ώρα.»
«Πότε είναι το επόμενο?»
«Το επόμενο είναι για εσάς και θα φύγει σε μία εβδομάδα.»
«Δεν καταλαβαίνω.»
«Οι επόμενες επτά ημέρες είναι όλες Κυριακές. Έχετε το χρόνο να κάνετε όλα όσα θέλατε. Χωρίς να σας κρίνει κανείς, χωρίς συνέπειες, χωρίς επιπλοκές. Χωρίς ποτέ κανείς να ξέρει.»
«Κι απόψε?»

«Απόψε είναι σαββατόβραδο.»

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (1)

Ξύπνησα και ήταν καλοκαίρι.
Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έβλεπα τη θάλασσα και το λαμπύρισμα των ηλιαχτίδων, ανάμεσα από κουρτίνες που ανέμιζαν σαν άσπρη γάζα. Ελλάδα!
Το δωμάτιο ήταν απλό και όμορφο. Τεμπέλιασα λιγάκι, γιατί την τόση ομορφιά μόνο έτσι την χορταίνεις. Σηκώθηκα και ντύθηκα, με ένα φόρεμα αέρινο και άσπρο, ότι πρέπει για ένα καλοκαιριάτικο πρωινό. Με ένα ψάθινο καπέλο με λευκή κορδέλα και τα μαλλιά λυτά, βγήκα στον κόσμο των σοκακιών. Στην ψάθινη τσάντα μου ένα βιβλίο.
Περιπλανήθηκα στα δρομάκια, χάρηκα την λιακάδα και τις γάτες που λιάζονταν δίπλα στις γλάστρες, χαιρέτησα τα σύννεφα στον εκτυφλωτικό ουρανό. Χριστέ μου, τι όμορφα που είναι όλα!
Ούτε που πρόσεξα ότι μόνο άντρες υπήρχαν στο νησί, μέχρι που κάθησα στην ταβέρνα και διαπίστωσα ότι ήταν ο μπαμπάς που με υποδέχθηκε.
Φορούσε τον παλιό μπερέ που συνήθιζε με το καρό πουκάμισο και τζήν παντελόνι. Χάρηκα τόσο πολύ, που ξέχασα να δακρύσω και τον αγκάλιασα ελαφρά αλλά για κάμποση ώρα. Θυμήθηκα τα πρωινά που μας κρατούσε στην αγκαλιά του για να μην κρυώνουμε ώσπου να ετοιμαστεί το πρωινό, θυμήθηκα την ανάσα του που μύριζε λίγο μπύρα όταν μας έλεγε το παραμύθι με τον κάβουρα και το χταπόδι πριν κοιμηθούμε. Δεν άντεξα και δάκρυσα.
«Γιατί βρε μπαμπά?» τον ρώτησα κρατώντας το πρόσωπό του. «Μου έλειψες τόσο πολύ!». Τον αγαπούσα όσο δεν μπορούν να πουν οι λέξεις και τελικά έκλαιγα.
«Δεν μπορούσα αλλιώς» απάντησε. «Την αγαπούσα και τίποτα άλλο δεν γινόταν, το ξέρεις αυτό.» Με κοιτούσε και ήξερα. Αλήθεια ήξερα.
«Ποτέ δε ζήτησα να διαλέξεις.»
«Εκείνη δε μπορούσε. Δεν έφταιγε, όμως. Πέρασε πολλά.»
«Ξέρεις ότι αυτό δεν είναι δικαιολογία» είπα λίγο θυμωμένη.
«Μη θυμώνεις, τώρα» μου είπε σα να ήμουν μικρό παιδί, «Πάνε αυτά, δεν έχει πια σημασία. Τώρα είσαι μια χαρά, ε?» είπε με μικρό καμάρι.
«Ναι, μπαμπά.»  Χαμογέλασα. Απλά δεν μπορούσα ποτέ να θυμώσω με τον μπαμπά, ήταν τόσο πράος και λογικός… Είχε δίκιο, ήμουν μια χαρά. Πήρε να με πιάσει το παράπονο πάλι, αλλά το κατάλαβε.
«Έλα, μην κάνεις έτσι. Πάνε αυτά, ξέχνα τα. Όλα θα πάνε καλά. Κοίτα τι έχεις, ποιους έχεις… αυτά μετράνε τώρα. Είσαι πολύ τυχερή, να ξέρεις.»
Έγνεψα βουβά.
«Σ ’αγαπάω πολύ» είπα.
«Κι εγώ, σε αγαπάω.»
Σηκωθήκαμε, σαν κάτι να τελείωσε. Αγκαλιαστήκαμε.
«Ρε μπαμπά…» Δεν ήθελα να τον αφήσω. Έκλαιγα πολύ.
Με χάιδευε στην πλάτη. «Έλα…»
Τελικά τον άφησα.
«Είσαι μια χαρά. Μην ανησυχείς για τίποτα. Όλα θα πάνε καλά. Εντάξει?»
«Εντάξει»
Όταν το έλεγε ο μπαμπάς, ήξερα ότι έτσι είναι.
Σκούπισα το πρόσωπό μου, τον αγκάλιασα μία τελευταία φορά και έφυγα, καθώς εκείνος μάζευε σκυφτός τα ποτήρια μας και πήγε μέσα.
Μόλις έστριψα στο σοκάκι κάθισα σε ένα πεζούλι να συνέρθω. Σκέφτηκα το παρελθόν και αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό, χωρίς ψέματα και χωρίς μελόδραμα. Θα μπορούσε, αλλά εκείνη δεν το επέτρεψε ποτέ. Ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο, να γίνεται πάντα το δικό της και να αποτελεί το κέντρο της προσοχής. Ακόμα και όταν προφασιζόταν ότι ήταν για το καλό μας, ακόμα και τότε, αυτό που γινόταν  ήταν αυτό που έλεγε αυτή. Πάντα φωνές, πάντα υπερβολές, πάντα δικαιολογίες, πάντα βία. Και όταν της λέγαμε ότι ίσως να μην είναι τα πράγματα όπως τα νόμιζε, γινόταν της τρελής από την υστερία της. Όταν της λέγαμε να ηρεμήσει λιγάκι, μας έλεγε ότι εμείς φταίγαμε και πως αξίζαμε ότι κι αν παθαίναμε.
Λέξεις με σφοδρότητα πράξης…
Είναι εκείνες οι λέξεις που αλλάζουν τον τρόπο που σκέφτεσαι και ζείς, που ίσως σε οδηγήσουν σε αποφάσεις μεγάλες και σπουδαίες. Μπορεί να έρθουν από χείλη χαμογελαστά ή θλιμμένα αλλά για μένα ήταν σε στιγμή θυμού. Ένα «Δε με νοιάζει» που ειπώθηκε πολλές φορές και με έμφαση, ώστε να μην υπάρχει καμμία αμφιβολία για την ειλικρίνειά του. Από τα τρίσβαθα της ύπαρξής μου ήξερα ότι δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια γιατί αλλιώς τίποτα δεν θα είχε νόημα, όμως η περηφάνεια και ο εγωισμός εκείνου του ανθρώπου που προτίμησε να το ξεστομίσει ήταν μεγαλύτερα από κάθε τι άλλο. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο έληξε μία σχέση πολύχρονη σημαντική και θυελλώδης, αυτή με τη μητέρα μου.
Πάντα πίστευα ότι για να πάψει κάτι κακό, ο καλύτερος τρόπος είναι να σπάσεις τον φαύλο κύκλο που το αναπαράγει. Πάντα πίστευα ότι αν συνεχίσεις να συζητάς, τότε μία από όλες τις πληροφορίες που θα μεταδοθούν θα κάνει τη διαφορά και ότι τουλάχιστον  ένα σημείο υπάρχει πάντα, στο οποίο δύο διαφωνούντες μπορούν να συγκλίνουν ώστε να λυθεί μία παρεξήγηση ή διαφορά. Κάποιες φορές όμως οι άνθρωποι δεν νοιάζονται, και τότε όλα είναι μάταια, όσο κι αν συζητάς, όσες λύσεις κι αν στίψεις το μυαλό σου να κατεβάσει. Μερικές φορές, πρέπει να προχωράς παρακάτω, μερικές φορές δεν υπάρχει λύση.
Ακόμα και την ύστατη στιγμή, λίγο πριν το μοιραίο, δεν καταδέχθηκε να πεί τίποτα άλλο εκτός από «Μάρτυς μου ο Θεός, έκανα το σωστό» χωρίς ποτέ να έχει αντιληφθεί ότι το σωστό που τυραννάει ανθρώπους είναι οξύμωρο. Χωρίς ποτέ να δεχθεί ότι ακόμα και η καλύτερη πρόθεση αποτυγχάνει αν καταλήγει σε τέλος της αγάπης, ότι κάποιος που δεν αγαπάει τη μάνα του είναι για πάντα ένοχος. Ακόμα και πριν το τέλος, ποτέ δεν παραδέχθηκε τίποτα.
Νευρίασα ξανά με τη θύμηση.
«Να πάρει το δίκιο της και να το βάλει εκεί που ξέρει!»
Σηκώθηκα. Ξεφύσηξα το θυμό, ξαναφόρεσα το ψάθινο καπέλο μου και με τη φόρα του θυμού χάθηκα με ορμή στα πλακόστρωτα.
Για κάμποση ώρα περπάτησα όπου να’ ναι, χωρίς να δίνω σημασία στην γαλανότητα του ουρανού και του τοπίου, μέχρι που το κάψιμο στις γάμπες και στους μηρούς μου υπενθύμισε  ότι κάπου έπρεπε να ξεκουραστώ για λίγο. Ήμουν τώρα ψηλά, στην κορυφή της Χώρας. Αέρας στο πρόσωπο.
Όλο το χωριό εκτείνονταν κάτω, λες και μπορούσε κανείς πηδώντας από ταράτσα σε ταράτσα να φτάσει μέχρι κάτω στο λιμάνι. Εκεί είχε ανθρώπους. Αποφάσισα να πάω εκεί, οπότε με τα μάτια ακολούθησα το σοκάκι που θα με έβγαζε στον κόσμο.
Ευτυχώς, ήταν κατηφόρα.

Με χαλαρό βηματισμό, ξεκίνησα το δρόμο μου προς τα κάτω.
Όταν κανείς περπατάει σε κατηφόρα, τείνει να κοιτάει κάτω, για αυτό είναι δύσκολο να παρατηρήσει ένα αντικείμενο που βρίσκεται ψηλά. Έτσι κι εγώ, προσπέρασα τον αδερφό μου που έπινε τον καφέ του σε ένα μπαλκόνι, κι αν δε με φώναζε εκείνος ούτε που θα τον είχα πάρει χαμπάρι. Περίμενε, μου είπε, έρχομαι. Βγήκε από την ξύλινη πόρτα και μαζί συνεχίσαμε, κουβεντιάζοντας τις ζωές μας. Είναι και οι άλλοι δύο εδώ πιο κάτω, με πληροφόρησε. Τους συναντήσαμε σε μία αυλή, την ώρα που μάζευαν κάτι εργαλεία. Είχαν μόλις τελειώσει τα βοτσαλάκια της αυλής που σχημάτιζαν ένα περίτεχνο σχέδιο, δελφίνια ανάμεσα σε κύματα συμμετρικά, και ικανοποιημένοι από την καλή δουλειά δέχθηκαν να τους κεράσω μία μπυρίτσα.
Και οι τρεις ήταν ψηλοί, γεροδεμένοι και όμορφοι. Ο μεγάλος είχε την τραχειά αντροσύνη του μεγαλύτερου. Ήταν αυτό αυτοπεποίθηση ή κυνισμός? Ποτέ δεν έμαθα, αλλά τον κρατούσε όρθιο και χαμογελαστό, πάντα να παλεύει. Ήταν έτσι και με τις αγάπες του, που πολύ τις είχε παιδέψει, παρά την τρυφεράδα του.
Ο δεύτερος ήταν πολύ δυνατός, σωματικά. Μπορούσε να κάνει τα πάντα, όμως πάντα αβέβαιος, πηγαινοερχόταν από σκέψη σε σκέψη, σαν αναποφάσιστος αετός. Όταν τελικά κατάλαβε πόσο υπέροχος ήταν, ο κόσμος άλλαξε.
Ο μικρότερος απομονωμένος μέσα στην τελειότητά του, έβρισκε τρόπους να ξεφεύγει από τον κόσμο, αναζητώντας καταφύγια χάρτινα και νοερά.
Οι τέσσερις μας, γελούσαμε.
Ναι, έτσι ήταν πάντα.
Λέγαμε για τις αγάπες μας, κοροϊδέψαμε ο ένας τον άλλον για τις γκάφες μας, μαλώσαμε για ασήμαντα πράγματα. Από τις διηγήσεις τους, κατάλαβα με ποιόν τρόπο αγαπάνε οι άντρες και ότι πονάνε σε διαφορετικές μεριές αλλά εξίσου.
 Μπήκα μαζί τους σε φιλικό σπίτι, που είχε γιορτή. Αποφασίσαμε να μείνουμε για λίγο, και ανακατευτήκαμε με τους άλλους καλεσμένους. Μίλησα με διάφορους ανθρώπους, και έκανα αυτό που πάντα μου άρεσε, δηλαδή να ενθαρρύνω τους συνομιλητές μου να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Ακούγοντας τις αφηγήσεις, περιεργαζόμουν τα πρόσωπα και τις εκφράσεις, ήταν για εμένα πάντα αυτό η πιο όμορφη ορχήστρα.

Πόσο θα ήθελα να αγγίξω στο πρόσωπο όλους αυτούς τους ανθρώπους! Όμως στον κόσμο των επιφυλάξεων αυτό δεν ήταν πρέπον, κι έτσι μόνο τους κοιτούσα, τα χαμόγελα, τις απορίες, τις ανησυχίες ή το συνοφρύωμα της σκέψης, τους ώμους και τα χέρια. Μετά από λίγο, αφού είχαν χαλαρώσει, οι συνομιλητές μου πάντα με κοιτούσαν άφοβα στα μάτια και τότε πάντα λάτρευα την αμεσότητα, την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία που λάμβανε χώρα σε πολλαπλά επίπεδα. Ήξερα ότι οι λέξεις, ενδείξεις ήταν μόνο για τις προθέσεις τους και ότι με λίγο σκάψιμο έβγαζες την αγωνία ενώ με πολύ σκάψιμο έβγαζες τον πόνο, που συνήθως είχε μορφές εξωτικές και γοητευτικές, άξιες αγάπης. Άλλες φορές ήταν τόσο στραπατσαρισμένες οι σχέσεις λέξεων-σκέψεων που για πάντα έμεναν άλυτοι οι ειρμοί, σε μία αιώνια απορία. 

Έχασα τον φακό επαφής και έβλεπα θολά. Κάποιος πέρασε δίπλα μου, τυχαία κάθισε λίγο παραδίπλα. Δεν ξέρω τι είδα μέσα στη μυωπική θολούρα μου, αλλά για κάποιον λόγο ήθελα οπωσδήποτε να δω καθαρά αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν σίγουρα αρσενικού γένους, λίγο ψηλός, λίγο καστανός, και αυτά μόνο μπόρεσα να διακρίνω. Κοιτούσα εντελώς απροκάλυπτα, γιατί με χαμένους τους φακούς δε γινόταν αλλιώς. Δεν ξέρω αν με κοίταξε ή αν έδωσε σημασία ούτε αν ενοχλήθηκε. Αφού κοίταξα χωρίς αποτέλεσμα για λίγο, τελικά πήγα στο μπάνιο για να βάλω τους άλλους φακούς που είχα στην τσάντα μου. Θεέ μου, ας μην έχει φύγει όταν γυρίσω!
Απόρησα. Τι αίνιγμα κι αυτό! Μα γιατί τέτοια καούρα, αφού ούτε να τον αναγνωρίσω δε μπορούσα? Τι ήταν αυτό, τώρα?
Επέστρεψα στη θέση μου και έψαξα με το βλέμμα. Νάτος.
Μιλούσε με διάφορους.
Λίγο ψηλός, λίγο καστανός, γαλανόγκριζα μάτια με γυαλιά, λεπτός, κοντά μαλλιά, λεπτά χείλη, φρεσκοξυρισμένος. Ευθυτενής αλλά άνετα χαλαρός. Χωρίς να νοιάζομαι, ερεύνησα απολαυστικά με το βλέμμα όλη την κορμοστασιά του. Μα γιατί? Τι έχει αυτός, τέλος πάντων?
Χωρίς να μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω του, τελικά σα βαριοπούλα με χτύπησε στο μέτωπο η διαπίστωση. Η φωνή του. Ήταν η φωνή του. Δεν ξεχώριζα λόγια, όμως είχε μπάσα και πρίμα, όπως το κύμα που σκάει στο κύτος.
Έμεινα έτσι, μην ξέροντας τι να κάνω τώρα, μέχρι που έφυγε και όταν αυτό συνέβη, ήταν για μένα μία απογοήτευση. Κοίταξα μέσα στο ποτήρι μου, με στεναγμό.
Το πήρα απόφαση, και σκέφτηκα να αναζητήσω τα αδέρφια μου, οπότε κατευθύνθηκα προς το μπουφέ, γιατί όλο και κάποιος από τους τρείς θα ήταν εκεί. Δεν τους βρήκα όμως και είπα να πάρω ένα κρασί ακόμα ώσπου να εμφανιστούν. Τυχαία, στα ποτά ήταν μπροστά μου ο λίγο ψηλός-λίγο καστανός διοπτροφόρος.
        Ευγενικά, έδωσε ένα ποτήρι και σε εμένα πριν σερβιριστεί ο ίδιος.
Εντελώς κοριτσίστικα, σκέφτηκα «Με αγαπάει!» όμως αξιοπρεπέστατα αγνόησα τον εαυτό μου και είπα ευχαριστώ.
«Γειά σου, Πως σε λένε?» με ρώτησε.
«Αθηνά. Εσένα?»
«Αγαθαρχίδα . Μου αρέσει η μουσική.»

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Πολιτική σε επίπεδο ποδοσφαίρου

Έχουμε μεταγραφές, έχουμε παράγκες, έχουμε και στημένα παιχνίδια, οπότε ο παραλληλισμός ήταν αναπόφευκτος. Δυστυχώς, έχουμε και το επικοινωνιακό κομμάτι που είναι αντίστοιχο με το ποδοσφαιρικό, στο οποίο γίνεται μία προσπάθεια να ντύσει ο σπήκερ με επίσημες λέξεις το ανούσιο περιεχόμενο. Υπάρχουν οι επίσης ανούσιες δηλώσεις του "κόουτς" μετά την συντριβή με τις οποίες προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα ώστε να συνεχίσει ο αμόρφωτος ακροατής να αγοράζει φανελάκια, εισιτήρια και τηλεοπτικό πασατέμπο.
Το μόνο που δεν έχουμε δει ακόμα είναι η συγχώνευση οσφπ-παο όταν δεν θα βγαίνουν τα νούμερα, χαχαχαχααααααααααα

"Ο οσφπ δεν έχει αυτοδυναμία στο πρωτάθλημα κι έτσι μοιράζεται παίκτες, γήπεδο, πρωτιά και έπαθλο με τον παο, ενώ ο τελικός θα διεξαχθεί ανάμεσα σε οσφπ/παο - παοκ...."

Το φαντάζεσαι;

Αλήθεια, τώρα χωρίς τον γερουλάνο, τί έγινε η υπόθεση "ελληνικό ποδόσφαιρο";
Θάφτηκε και αυτή;

Αλήθεια, τώρα που ο γαπ δεν ασχολείται με τα χρέη εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών και που ο σαμαράς έκλεισε την ερτ, τί κάνουν οι μεγάλο-εκδότες μας; Υγειαίνουν;

Πρέπει να υγειαίνουν, γιατί δεν ακούω να παραπονιούνται.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Πως να (μην) λύνετε προβλήματα (καταπιέζοντας και αγχώνοντας τον εαυτό σας σε σημείο αηδίας)

Πάντα πίστευα πως το ανθρώπινο μυαλοσώμα είναι σοφά σχεδιασμένο ώστε να περιέχει όλα όσα χρειάζεται για να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητες της ζωής και πως αυτός ο σχεδιασμός, σε αντίθεση με τις πρόσφατες εξελίξεις σε θεωρίες και τεχνολογίες, έχει δοκιμαστεί και αντέξει σε πολύ πιο δύσκολα περιβάλλοντα, για πολύ μεγαλύτερο διάστημα, και αυτό γιατί ο άνθρωπος, σαν είδος, έχει και τον λόγο που επιτρέπει στα άτομα να ενσωματώσουν στη διάνοιά τους τις σκέψεις άλλων. Αυτό σημαίνει πως αυτό που κατέληξε μέσα μας μετά από τόσους αιώνες δεν είναι μόνο το τί κουβαλάει η γενεαλογική μας γραμμή, αλλά η συλλογική μνήμη όλων των κοινωνιών ως τώρα.

Με λίγα λόγια, αυτό που περιφρονούμε ως ένστικτο δεν είναι απλά μία ζωώδης, άλογη αντίδραση αλλά η συσσωρευμένη εμπειρία χιλιετιών που το σοφό υποσυνείδητο μας προσφέρει ακριβώς όταν το χρειαζόμαστε.

Οι πολύπλοκοι ψυχολογικοί, σωματικοί και εγκεφαλικοί μηχανισμοί που συνδυάζονται για την αντιμετώπιση κάθε κατάστασης, υπερβαίνουν σε αποτελεσματικότητα τις εκάστοτε μόδες ή θεωρίες που συνειδητά ακολουθούμε αλλά ασυνείδητα καταρρίπτουμε εν ριπή οφθαλμού.

Τα παραδείγματα πολλά.

Ο μηχανισμός του άγχους, για παράδειγμα, ο πλέον χρήσιμος κατά τη γνώμη μου, είναι πραγματικά σοφός γιατί δείχνει στο άτομο μέχρι πότε να υπομείνει και να αντέξει αλλά από την άλλη ακριβώς πότε να γυρίσει και να φύγει τρέχοντας, μία λειτουργία υψίστης σημασίας όπως όλοι καταλαβαίνουμε.

Και, γνωρίζοντας όλα αυτά, σκέφτηκα πως πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζω, κυρίως με τους συνανθρώπους μου, έχουν τη λύση τους μέσα μου και μέσα τους. Είναι σίγουρο, απολύτως βέβαιο, πως αν νιώσω θυμό ή έλξη, φιλία ή προστατευτικότητα, τότε αυτό είναι γιατί κάτι μέσα μου το θεωρεί απαραίτητο. Ακόμα και αν τελικά καταλήξω να μην ακολουθήσω αυτή την πορεία, η τελική πράξη μου θα είναι και αυτή προϊόν της ίδιας διεργασίας εντός μου, όσο κι αν θέλω να πιστεύω πως είμαι λογικό όν, ή μάλλον ακριβώς επειδή είμαι τέτοιο, είμαι προϊόν γενεών λογικών όντων.

Ένα απλό παράδειγμα. Περπατώ στο δρόμο με τα παιδιά. Αυτά βαδίζουν πιο αργά, αφού είναι μικρότερα, κι αναγκάζομαι είτε να περπατήσω πιο αργά είτε να τα τραβάω, να τους γκρινιάζω, κοκ, ενώ συχνά αυτά σταματάνε ή γυρνάνε να κοιτάξουν κάτι ή σταματούν για να χαζέψουν, σωστά; Λάθος. Εγώ απλά περπατάω και αποδέχομαι το γεγονός ότι είναι μικρότερα, άρα θα ακολουθήσουν πίσω μου. Το δικό μου ένστικτο θα μου υποδείξει να περπατήσω, για να γίνει η δουλειά που θέλω,ενώ το δικό τους ένστικτο είναι όχι να προσπαθήσουν να βρίσκονται δίπλα μου αλλά να περπατούν πίσω μου, όπως τα νεαρά ζώα στη φύση. Τί έχω να κερδίσω; Λιγότερη γκρίνια, για αρχή. Δεύτερον τα παιδιά με αυτό τον τρόπο μαθαίνουν πως να συμπεριφέρονται στο δρόμο αυτόνομα, δηλαδή χωρίς τις διαρκείς μου υποδείξεις, απλά ακολουθώντας το παράδειγμά μου . Αν εγώ πολεμήσω αυτό το ένστικτο, τότε τα δεινά που ακολουθούν είναι πολλά. Πρώτον και κύριον, καταστρέφω μέσα τους το ίδιο ένστικτο, πράγμα τρομερό γιατί ποτέ ξανά δεν θα μπορέσουν να είναι αυτάρκεις, τα μαθαίνω με λίγα λόγια να μην ακούνε τις δικές τους εσωτερικές "φωνές" των ενστίκτων, να έχουν για πάντα ανασφάλεια. Δεύτερον, αναγκάζομαι να γκρινιάζω, πράγμα που δε βοηθάει στη σχέση μου με τα παιδιά, χαλάει τη διάθεση όλων και, τρίτον, ακόμα και αν η δουλειά μου γίνει, θα είναι με μεγάλο κόστος, είναι ασύμφορο, αφού θα έχω επενδύσει τόσον κόπο, να σέρνω τα παιδιά φωνάζοντας.

Παρομοίως, ειδικά στις σχέσεις με τους ανθρώπους, οι λύσεις είναι μέσα μας, στα ερωτικά μας, στις επαγγελματικές μας σχέσεις και στους φίλους μας και τα δεινά μας ξεκινούν όταν αποφασίζουμε να μην ακούσουμε αυτές τις φωνές.

Ο λόγος που το κάνουμε αυτό είναι γιατί έχουμε μάθει να περιφρονούμε αυτές τις φωνές ως "ένστικτα" και μας έχουν μάθει να έχουμε τη "λογική" ως μπούσουλα. Πιο σωστό είναι να συνδυάζουμε αυτά τα δύο και το ένστικτό μας να μην το καταδικάζουμε μεμιάς, αλλά να το συμπεριλαμβάνουμε στη λογική μας απόφαση, η οποία παρεπιπτόντως είναι και αυτή ένστικτο.

Πολλές φορές, για παράδειγμα, χάριν ευγένειας κρατάμε μέσα μας πράγματα που ο θυμός μας κάνει να θέλουμε να πούμε. Μπορεί να μην τα πούμε, αλλά να δείξουμε τον θυμό μας με άλλον τρόπο, και αυτό είναι εντάξει, εφόσον ο θυμός τελικά εκφράστηκε και δεν έμεινε μέσα μας να γαγγραινιάζει το είναι μας. Αν αποφασίσουμε να μην εκφράσουμε το θυμό, και πάλι είναι εντάξει εφόσον υπάρχει απώτερος σκοπός γιατί και πάλι καίγεται σε μία ψυχολογική  γεννήτρια, στην οποία το τελικό καλό αποτέλεσμα εκτονώνει κάθε τι το αρνητικό. Αν όμως ο λόγος που δεν εκφράστηκε ο θυμός είναι απλά ο φόβος και η ενοχή ή η ανασφάλεια, τι θα πεί ο ένας και ο άλλος, τότε αποτελεί παραβίαση του
εαυτού μας και , ως τέτοια, έχει ολέθρια αποτελέσματα. Αν το κάνουμε αυτό επί μακρόν, τότε όλα μας πάνε στραβά και δεν μπορούμε να καταλάβουμε το γιατί.

Ο μηχανισμός έχει ως εξής.
Λαμβάνοντας μία απόφαση κόντρα στο ένστικτό μου, δίνω στον συνάνθρωπο μήνυμα αναντίστοιχο με τη διάθεση ή τις προθέσεις μου. Αν αυτό επαναληφθεί (όπως και γίνεται τις περισσότερες φορές εφόσον το άτομο είναι ανασφαλές) τότε η σχέση μου με το άτομο αυτό θα είναι για πάντα προβληματική, όσο καλή και να είναι η συνειδητή μου πρόθεση, όσο και αν το αγαπάω, όσο και να εκτιμώ τον συνάνθρωπό μου.

Παράδειγμα: ο σύζυγος. Ανησυχώ για την υγεία του, για αυτό θέλω να τον προσέξω, να του φτιάξω τα πιο καλά φαγητά, να είναι στα ζεστά, να πίνει αρκετά υγρά, κοκ. Από την αγωνία μου, γίνομαι καταπιεστική. Γκρινιάζω αν δεν φάει ή αν δεν βάλει το μπουφάν του και δεν τον αφήνω στην ησυχία του αν δεν με ακούσει. Αποτέλεσμα: ο σύζυγος βαριέται να με ακούει και δεν κάνει τίποτα από όσα λέω. Τσακωνόμαστε. Απλά και μόνο για να διεκδικήσει ζωτικό χώρο, κάνει το αντίθετο από αυτό που του λέω, όσο δίκιο  και αν έχω, γιατί απλά θέλει να μην ακούει γκρίνιες όλην ώρα. Ιδανικά, ο σύζυγος διαθέτει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και όταν νιώσει άρρωστος ή πως κάτι δεν πάει καλά, θα φοβηθεί από μόνος του και θα αρχίσει τις δίαιτες και τις κούρες χωρίς να του το πω εγώ. Αν δεν το νιώσει από  μόνος του, τότε είναι ηλίθιος και καλά θα κάνετε αν απομακρυνθείτε εγκαίρως. Είτε έτσι, είτε αλλιώς είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τον εαυτό του και η γυναίκα καλά θα κάνει να μην εκτονώνει τα μητρικά της ένστικτα σε ενήλικους ανθρώπους.

Με λίγα λόγια, όταν όλα μας πάνε στραβά, είναι γιατί εμείς βάζουμε τρικλοποδιές στον εαυτό μας, δεν αφήνουμε να εξελιχθούν τα πράγματα φυσικά αλλά εκβιάζουμε εξελίξεις γιατί νομίζουμε πως εμείς ξέρουμε καλύτερα ή, ακόμα χειρότερα, ότι κάποιος άλλος ξέρει καλύτερα από εμάς.

Δεν αφήνουμε τον σύντροφό μας να φάει ότι θέλει, γιατί έτσι εμείς τον βλέπουμε ως χαζό (λες και δεν ξέρει ο άλλος τί κάνει και τί δεν κάνει, ή τί παχαίνει ή τι φέρνει αυπνία), δεν αφήνουμε το παιδί μας να πάρει μία απόφαση γιατί εμείς φοβόμαστε τα γεράματά μας, δεν αφήνουμε τον συνεργάτη μας να έχει δίκιο γιατί εμείς έχουμε άδικο, δεν αφήνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό να κάνει ότι θέλει γιατί δεν τον αναγνωρίζουμε.

Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

Ο πάγκος του κατεργάρη και τα εργαλεία του

Στόχος του κάθε γονιού είναι κάποια στιγμή το παιδί να είναι αυτόνομο και ανεξάρτητο, ώστε να έχει την ικανότητα να επιζήσει χωρίς τη γονική στήριξη. Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, είναι αναγκαίο εκτός από τη σωματική διάσταση της ανάπτυξης να δώσουμε έμφαση και στη νοητική ανάπτυξη, πράγμα που γίνεται πάντα, πάντα, χωρίς καμμία εξαίρεση ασυναίσθητα και υποσυνείδητα, γιατί τα μαθήματα αυτά δίνονται από τρομακτικά νωρίς, σε ανύποπτο χρόνο και υπερβαίνουν τα όρια της λεκτικής επικοινωνίας, που είναι και το μόνο που στην ουσία ελέγχει ένας γονιός, το τί θα πεί δηλαδή.

Δεν ελέγχει, ας πούμε, το τί στάση του σώματος θα πάρει όταν λέει την  κάθε κουβέντα, ούτε το πως θα εκλάβει το παιδί όλη αυτή την παράσταση. Φυσικά, κατά τη φύση και τους φυσικούς τρόπους που γίνονται τα πράγματα, τελικά όλα πάνε καλά τις περισσότερες φορές και ακόμα και αν δεν πάνε, υπάρχουν τρόποι να επιβιώσει κανείς. Όλοι μεγαλώνουμε και όλοι τελικά κάτι κάνουμε στη ζωή μας.

Ένα "λάθος" που κάνουν, όχι μόνο οι γονείς αλλά όλοι μας, είναι να σχεδιάζουμε ή να προγραμματίζουμε το μέλλον βασισμένοι στα σημερινά δεδομένα. Σαν γονείς και δάσκαλοι, όμως, έχουμε μία παραπάνω ανησυχία, γιατί εκτός από την ευθύνη, είναι και η αγάπη μας που μας κάνει να επιθυμούμε την επιβίωση αυτών των γλυκύτατων πλασματακίων που λέγονται παιδιά.

Γενικά, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλα πάνε καλά, και αυτό δεν είναι τυχαίο, αλλά αντιθέτως είναι μέρος της φυσικής διαδικασίας που ακολουθούμε όλοι μας χωρίς να συνειδητοποιούμε. Και αυτό έχει ως εξής.

Διδάσκοντας στα παιδιά ή στους μαθητές μας την ύλη του παρελθόντος, μαθαίνοντάς τους το πως να ζήσουν τον σημερινό κόσμο, εκτός από αυτά τα συνειδητά μηνύματα, περνάμε υπόγεια και ένα άλλο, πολύ σημαντικότερο μήνυμα που δεν είναι άλλο από τον τρόπο επεξεργασίας αυτών των γνώσεων δηλαδή τον τρόπο λήψης αποφάσεων και αυτό είναι που κάνει τη διαφορά στο μέλλον περισσότερο από τα δεδομένα  που διδάσκονται καθεαυτά. Γιατί όταν κάποια στιγμή φτάσει ο κόμπος στο χτένι, όλα κρίνονται από μία και μόνη απόφαση, άρα αυτή η απόφαση είναι η σημαντικότερη όλων. 

Όταν, ας πούμε, βρεθεί το παιδί μόνο του και συναντήσει μέσα στην παρέα έναν αλήτη, τότε δύο τα τινά: είτε που ασυναίσθητα πάλι, θα τον απορρίψει, έστω και αν από ευγένεια ή περιέργεια κρατήσει την συναναστροφή για πλάκα (όπως γίνεται τις περισσότερες φορές), είτε που θα τον μιμηθεί, έστω και αν επισήμως δηλώνει κατηγορηματικά αντίθετος. Αυτή η μία απόφαση κρίνει τη μετέπειτα ζωή του και γίνεται τόσο υποσυνείδητα όσο είχε διδαχθεί εξ αρχής, για αυτό και δεν μπορούμε να την ελέγξουμε με κανέναν τρόπο.

Και, ακόμα πιο όμορφο είναι το γεγονός πως μέσα σε όλη αυτή την απίθανη χορογραφία πληροφοριών, συναισθημάτων, κινήσεων  και μηνυμάτων φιλτράρεται το αχρείαστο και παραμένει το σταθερό, διανύουμε τον λαβύρινθο του χρόνου σαν είδος, αλλά με τον μίτο των ενστίκτων μας ακόμα στο χέρι.

Καταπληκτικό! Απλά υπέροχο.

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Ανάκατες Εικόνες

Όταν βρίσκεται κανείς σε επαφή με πολλούς ανθρώπους καθημερινά, μαθαίνει αργά ή γρήγορα πως αυτό που λέμε φυσιολογικό δεν αποτελεί στόχο (όπως όταν λέμε "φυσιολογική οικογένεια," ή ζωή ή άνθρωπος) αλλά περισσότερο καταδίκη.

Και είναι καταδίκη, γιατί αν πιστέψουμε εκείνον τον ορισμό του φυσιολογικού κατά τον οποίον αυτό ορίζεται ως η επικρατέστερη κατάσταση, τότε θαρρώ πως θα συμφωνήσετε μαζί μου: η επικρατέστερη κατάσταση είναι η μέτρια. Άρα, δεν μπορείς να λες "Θέλω μία φυσιολογική ζωή" ή οικογένεια ή επάγγελμα ή οτιδήποτε άλλο, γιατί κανείς δεν θέλει κάτι το μέτριο αν και συχνά αναγκαζόμαστε να συμβιβαστούμε με αυτό. Ο στόχος μας δεν (θα έπρεπε να) είναι το μέτριο, αλλά το άριστο και για αυτό μοχθούμε, ειδάλλως δεν ήταν ανάγκη να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας.

Αυτό που με συντρίβει κάθε φορά που συναντώ στους ανθρώπους γύρω μου δεν είναι τόσο η άγνοια αλλά η διανοητική αδιαφορία εκείνου που δεν νοιάζεται για τη γνώση, εκείνου που δεν έχει περιέργεια, εκείνου που ποτέ δεν αναρωτιέται πως γίνονται τα πράγματα, εκείνου που δεν αναζητά απαντήσεις.

Για παράδειγμα, έκανα μάθημα με ένα κορίτσι. Για τους σκοπούς του μαθήματος, σχεδίασα στο χαρτί που χρησιμοποιώ αντί για πίνακα όταν βαριέμαι να σηκωθώ, ένα δελφίνι που πηδά έξω από τη θάλασσα. Τώρα, αυτό είναι κάτι που έχω εξασκήσει, και ενώ δεν είμαι κανένας ρέμπραντ, μπορώ με μερικές μολυβιές να δώσω στον μαθητή να καταλάβει τί εννοώ. Ήταν ένα καλό σκίτσο. Το κορίτσι με κοίταξε με θαυμασμό. "Κυρία, είναι σαν αυτά τα έτοιμα!" είπε και, όταν της είπα πως τα έτοιμα κάποιος τα ετοιμάζει και συνήθως αυτός είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, το κορίτσι με κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. "Τι λέτε κυρία!". Δεν ήταν από θαυμασμό, διότι ήταν ένα απλό σκίτσο, αλλά από δυσπιστία. Δεν μπορούσε να χωρέσει ο νούς της πως τα πράγματα δεν έρχονται έτοιμα. 

Και είναι απορίας άξιον, το πως στην εποχή μας που η γνώση βρίσκεται κυριολεκτικά στο τσεπάκι μας, πως στο καλό υπάρχουν τόσο πολλοί άνθρωποι που δεν την αναζητούν, που δεν έχουν την περιέργεια. Δεν είναι μόνο το κορίτσι αυτό, που κατά τα άλλα είναι ένα έξυπνο κορίτσι, καλή μαθήτρια, κοινωνικό πλάσμα και γενικά δεν υστερεί σε τίποτα. Δεν είναι μόνο αυτή, είναι πολλοί που δέχονται την συνταγογραφημένη , φαινομενικά ελεγχόμενη, πραγματικότητα ως μοναδική.

Και είναι να τρελαίνεσαι γιατί, αν τώρα που η γνώση είναι στην άκρη του χεριού μας, εμείς επιλέγουμε την ασχετοσύνη, τότε τί θα γινόταν παλιά, τότε που ούτε βιβλία υπήρχαν, ούτε καν δάσκαλοι; Εκατό, χίλια χρόνια πριν, σε τί κατάσταση διανοητικής χολέρας πρέπει να βρίσκονταν οι άνθρωποι, όταν εκτός από βιβλία και δασκάλους, δεν είχαν ούτε σαπούνι, ούτε νερό ούτε μεταφορές ούτε στέγη, στην ουσία, ούτε καν τροφή εκτός από όσα έβγαιναν κατά καιρούς και με αγώνα από την γη;

Οι γιατροί του παρελθόντος δεν είχαν τα διαγνωστικά θαύματα που έχουμε τώρα, αλλά ψηλαφιστά και συχνά μαντεύοντας, έπαιζαν με τις πιθανότητες και κάθε γέννα ήταν ένα στοίχημα με το χάρο, γιατί ούτε κλινικές υπήρχαν ούτε παιδίατροι παρά μόνο κάτι μαίες, που λίγα μπορούσαν να κάνουν. Οι γυναίκες όλες είχαν καναδυό νεκρά παιδιά σε κάθε οικογένεια και αυτό ήταν το φυσιολογικό. Ένας πονόδοντος είχε άλλες διαστάσεις χωρίς τα τωρινά παυσίπονα και χωρίς τις μοντέρνες οδοντιατρικές τεχνικές. Μία γρίπη μπορούσε πολύ εύκολα να σε σκοτώσει ή να σημαδέψει για μία ζωή, η υγιεινή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη αφού απλά και μόνο  για να βρείς νερό έπρεπε να τραβήξεις έναν απίστευτο γολγοθά, από το ποτάμι ή την πηγή μέχρι το σπίτι, να βράσεις το νερό, να ανακατέψεις, όχι απορρυπαντικό του θεού, αλλά αλυσίβα και ξύδι και να τρίβεις για πάντα. Ένα σπασμένο πόδι, ας πούμε, δεν υπήρχε τρόπος να αντιμετωπιστεί παρά μόνο ο πρακτικός-εμπειρικός ενώ για τις εσωτερικές βλάβες απλά δεν υπήρχε  τίποτα. Συχνά ούτε καν γίνονταν αντιληπτές μέχρι που ο άνθρωπος πέθαινε και κανείς δεν ήξερε το γιατί. Απλά του έδιναν μαντζούνια και γιατροσόφια, και παρακολουθούσαν τί θα γίνει. Τώρα με το παραμικρό κάνουμε αναλύσεις, εξετάσεις, καλλιέργειες, μετρήσεις και τσεκ-απ. Τότε αν πάθαινες εγκεφαλικό έλεγαν ότι ξεμωράθηκες, ή ίσως πως είδες θείο όραμα, ότι τρελάθηκες απλά και είτε μπορούσαν να σε συντηρήσουν είτε που δεν μπορούσαν.

Οι δουλειές ήταν όλες χειρωνακτικές, με εξαίρεση λίγες, ελάχιστες. Επειδή δεν υπήρχαν αυτοκίνητα, οι δρόμοι ήταν όλοι χωματόδρομοι, εκτός ίσως από κάποιες μεγαλουπόλεις και οι δρόμοι γίνονταν ποτάμια λάσπης με την κάθε βροχή λερώνοντας τα πάντα, ενώ οι ακαθαρσίες από τα άλογα και  από τα σπίτια έμπαιναν και αυτές μέσα σε αυτό το βρωμερό χείμαρρο. Φαντάσου, λοιπόν, με τί παπούτσια έμπαιναν στο σπίτι που δεν διέθετε νερό, βρύση ή λουτρό, μετά από μία μέρα βαρειάς χειρωνακτικής δουλειάς οι άνθρωποι και με τί χέρια κάθονταν να φάνε...

Η ζάχαρη, ο καφές το κακάο ήταν άγνωστα, μπορείς να το φανταστείς αυτό; Το αλκοόλ ήταν πιο δύσκολα διαθέσιμο, ανάλογα με τις σοδειές και τον καιρό, κρασί ή μπύρα και σε καμμία περίπτωση δεν έμοιαζαν με τα τωρινά ποτά, μιας και συχνά περιείχαν σποράκια ή κατακάθια ήταν θολά, ειδικά αν ήσουν πένητας. Εκτός από τα προφανή (φαστ φουντ, εστιατόρια και καφετέριες) όπου εκτός από φαγητό οι άνθρωποι στις μέρες μας χαίρονται και την κοινωνικοποίηση σε άλλο επίπεδο, οι σημερινές μας ανάγκες ήταν κάθε άλλο παρά αυτονόητες για τον άνθρωπο του παρελθόντος. Ο μέσος άνθρωπος δεν είχε πρόσβαση σε κρέας όπως εμείς τώρα, παρά μόνο αν ήταν λεφτάς κι αφέντης. Αυγά και γάλα έπρεπε να δουλεύεις νυχθημερόν στο χωράφι για να τα παράγεις (ή να τα αγοράσεις) και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φυσικές καταστροφές άφηναν στο έλεος του χειμώνα
ολόκληρους πληθυσμούς. Πως να περάσεις τον χειμώνα με ξυλόσομπα αντί για καλοριφέρ, σε ένα σπίτι δίχως νερό και ρεύμα, χωρίς μόνωση, ούτε ψυγείο, ούτε τηλεόραση ούτε υπολογιστή ούτε καν τουαλέτα;

Οι ελλείψεις σε τροφές και υγιεινή, πρόληψη και αντισύλληψη και ιατρική και γνώση, έφερναν μαζί τους ένα σωρό δυσπλασίες, σύνδρομα, ασθένειες και τερατογενέσεις ενώ κάθε λαός είχε και τη δική του αβιταμίνωση ανάλογα με το τι (δεν) παρήγαγε ο κάθε τόπος. Η ομορφιά κουβαλούσε άλλο βάρος, τότε, και η νιότη κρατούσε λίγο, ειδικά για τις γυναίκες, οι οποίες χωρίς πλυντήρια, σερβιέτες και τρεχούμενο νερό ήταν δεμένες με την σκλαβιά του νοικοκυριού, για αυτό και κατέληγαν ανελεύθερες, καταπιεσμένες, αμόρφωτες, γκρινιάρες, υστερικές, άρρωστες στην ουσία, και ανάλογα διαπαιδαγωγούσαν τα παιδιά τους. Η διαπαιδαγώγηση συνεχίζονταν με τον ίδιο συνήθως τρόπο είτε σε σχολεία είτε σε εκκλησίες, όπου οι συνθήκες ήταν κάθε άλλο παρά παιδαγωγικά ορθές, μίας και τις τελευταίες τρείς χιλιετίες σχεδόν όλοι πίστευαν πως ο άνθρωπος γεννιέται κακός και γίνεται καλός με το ξύλο.

Πως να αναπτύξεις τις νοητικές σου λειτουργίες και κριτική σκέψη υπό αυτές τις συνθήκες; Πως να μην πιστέψεις το παπαδαριό και τους θεομπαίχτες; Πως να αμφισβητήσεις τις αξίες και το κατεστημένο, πως να φέρεις αντιρρήσεις όταν μυαλό και σώμα είναι σκεβρωμένα από τον κάματο;

Τότε δεν το έκαναν γιατί δεν μπορούσαν.
Τώρα διδάσκουμε στα παιδιά να μην αμφισβητούν τίποτα στο όνομα της επιστήμης
Έχουμε, λοιπόν, πρόβλημα.
.


Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Συγγνώμη που Διαφέρω

Κάνουμε συχνά το λάθος να θεωρούμε πως η διαφορετικότητα αποτελεί συνειδητή επιλογή και πως, αφού είναι έτσι, τότε ο διαφορετικός ων, εκτός από τη διαφορά του από τους άλλους κατηγορείται υποσυνείδητα και για την κακή προαίρεση ή ακόμα και την ανοησία ή επιπολαιότητα της λήψης αυτής της απόφασης.

Ένα χοντρός, ας πούμε, ή ένας ομοφυλόφιλος ή αλλόθρησκος, κάποιος που δέρνει ή κακομαθαίνει τα παιδιά του πολύ συχνά κατακρίνεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα ως ένοχος διάπραξης διαφορετικότητας παρά για την ίδια την αιτία της διαφοράς καθεαυτή. Δες, ας πούμε, αυτόν εδώ τον υπερ-σούπερ γιατρό που παρά τη μόρφωσή του, παραδέχεται πως περιφρόνησε κάποιαν ασθενή για την παχυσαρκία της, θεωρώντας της υπεύθυνη για την κατάστασή της.Πολύ συχνά μάλιστα θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε στον διαφορετικό άνθρωπο πόσο μεγάλο είναι το σφάλμα του χρησιμοποιώντας τη λογική και επιχειρήματα που αρκετές φορές είναι και σωστά, όπως στην περίπτωση της παχυσαρκίας.

Ξεχνάμε, όμως, πως το πιο σημαντικό αίτιο που καθιστά ορισμένους ανθρώπους διαφορετικούς είναι ακριβώς εκείνο το κομμάτι του εαυτού τους που ούτε να ελέγξουν μπορούν, ούτε είναι διατεθειμένοι να ξανασκεφτούν. Ένας παχύσαρκος, ένας ομοφυλόφιλος ή ένας αλλόθρησκος δεν πρόκειται να αλλάξουν τον εαυτό τους επειδή κάποιος τους το αποδεικνύει με τη λογική, γιατί απλά δε γίνεται, όπως δε γίνεται να αλλάξουμε ακόμα και το πιο μικρό κουσούρι μας, όπως την μανία με τα παπούτσια, ή την αγάπη για τις γάτες ή έστω απλά και μόνο την φιλαυτία την ισχυρογνωμοσύνη ή το κουτσομπολιό. Μπορούμε να τα διαχειριστούμε, να τα κρύψουμε, να τα παρουσιάσουμε ως προτερήματα, να τα καταπιέσουμε, να τα χρυσώσουμε με ένα περιτύλιγμα κοινωνικά αποδεκτής ευγένειας ή να τα ξεσπάμε σε μερικά μόνο άτομα, αλλά να τα αλλάξουμε δεν μπορούμε.

Ο λόγος που δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε είναι πως έχουν ενσταλαχτεί μέσα μας από πολύ νωρίς, από πριν αρχίσουμε να θυμόμαστε συνειδητά τον εαυτό μας, όχι από εμάς αλλά από άλλους, όπως οι γονείς, οι συγγενείς ή γενικά ο περίγυρός μας, οπότε δεν είναι χαραγμένα στο μυαλό, αλλά είναι το ίδιο το μυαλό μας. Άρα για να τα φτάσουμε ως αυτά, πρέπει να σκάψουμε σε επικίνδυνα βάθη, να πειράξουμε τον πυρήνα της ύπαρξης του ατόμου, κάτι που, όπως και στη φυσική, είναι καταστροφικό, για όλους τους εμπλεκόμενους.

Άρα, είναι το πιο ώριμο να αποδεχτούμε δύο αλήθειες. Πρώτον, ο άλλος δεν φταίει συνειδητά για το ποιός είναι και δεύτερον, δεν υπάρχει περίπτωση να τον "διορθώσουμε" ούτε με τη λογική, ούτε με την πειθώ, ούτε με το ζόρι, ούτε με τίποτα.

Ζουμ άουτ.
Ζουμ ιν.

Παρατηρώ μία γιαγιά ετών απεριορίστων, με μοντέρνο παντελονάκι στυλ ψαράδικο, μοκασίνια, ψάθινο καπελάκι με κορδέλα, γυαλί ηλίου επίσης της μοδός και τσαντούλα και μπιζού και μεηκάπ, κι απ'όλα τα σουξουμούξου, η οποία με δυσκολία στέκει στον άνεμο. Από τη μία γελώ, από την άλλη σκέφτομαι το εξής: θα προτιμούσα να φορά μαύρη μαντήλα και σοσόνι ως το γόνατο;όχι. Τι κάνει αυτή τη γιαγιά να διαφέρει από τις άλλες, γιατί αυτή στολίζεται; Η γυναικεία αυταρέσκεια, δεν είναι δα και κάτι το ανήκουστο, σωστά; Πέρα από τις κοινωνικο-οικονομικές διαστάσεις που μπορεί κανείς να επικαλεστεί, προσωπικά νομίζω πως η γιαγιά αυτή θεωρεί πως ήδη είναι όμορφη, απλά πρέπει να διορθώσει κάποιες ατέλειες, ενδεχομένως μάλιστα να είχε υπάρξει όμορφη στα νιάτα της. Είναι βέβαιο πως έχει καλή εικόνα για τον εαυτό της και έρευνες αποδεικνύουν πως οι γυναίκες που ξοδεύουν περισσότερα για τον καλλωπισμό τους δεν είναι αυτές που έχουν παραδοθεί στην αλήθεια ότι είναι άσχημες, αλλά αυτές που έχοντας καλή εικόνα για τον εαυτό τους, θέλουν απλά να διορθώσουν αυτό το ένα κάτι, είτε μερικά κιλά, είτε δυο ρυτίδες, είτε τη μύτη, είτε λίγο που ασπρίζουν τα μαλλιά. Σε ένα γυμναστήριο, ας πούμε,  οι περισσότεροι πελάτες είναι ήδη λεπτοί ή έχουν λίγα μόνο παραπανίσια κιλά, ενώ οι πραγματικά παχείς είναι ελάχιστοι, για τον ίδιο ακριβώς λόγο: νιώθουν πως δεν έχουν ελπίδα, ντρέπονται και, προκειμένου να χάσουν στη σύγκριση, παριστάνουν τον αδιάφορο, αποχωρούν από τον αγώνα. Όσοι έχουν κακή εικόνα για τον εαυτό τους, τείνουν να παραιτούνται.

Το ίδιο συμβαίνει και σε όλα τα υπόλοιπα που νομίζουμε πως είναι απαράδεκτα. Ακόμα και οι ακραίες διαφορές, ειδικά σε ζητήματα συμπεριφοράς δεν αποτελούν επιλογές, αλλά φύση του ανθρώπου και δεν αλλάζουν, ακόμα και αν το θέλει και ο ίδιος. Ούτε η ψυχανάλυση έχει καταφέρει κάτι.

Το μόνο που μας μένει, σαν άνθρωποι και σαν συνειδήσεις, είναι να μην πληγώνουμε τους συνανθρώπους μας. Να μην τους τιμωρούμε για λάθη που τους φόρτωσαν άλλοι και να μην τους βάζουμε στην πλάκα του ψυχολογικού προκρούστη.

Η ομορφιά έγκειται στο εξής: αν δε σου αρέσει, μην τον βάζεις στο σπίτι σου.

Τόσο απλά.