Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Συγγνώμη που Διαφέρω

Κάνουμε συχνά το λάθος να θεωρούμε πως η διαφορετικότητα αποτελεί συνειδητή επιλογή και πως, αφού είναι έτσι, τότε ο διαφορετικός ων, εκτός από τη διαφορά του από τους άλλους κατηγορείται υποσυνείδητα και για την κακή προαίρεση ή ακόμα και την ανοησία ή επιπολαιότητα της λήψης αυτής της απόφασης.

Ένα χοντρός, ας πούμε, ή ένας ομοφυλόφιλος ή αλλόθρησκος, κάποιος που δέρνει ή κακομαθαίνει τα παιδιά του πολύ συχνά κατακρίνεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα ως ένοχος διάπραξης διαφορετικότητας παρά για την ίδια την αιτία της διαφοράς καθεαυτή. Δες, ας πούμε, αυτόν εδώ τον υπερ-σούπερ γιατρό που παρά τη μόρφωσή του, παραδέχεται πως περιφρόνησε κάποιαν ασθενή για την παχυσαρκία της, θεωρώντας της υπεύθυνη για την κατάστασή της.Πολύ συχνά μάλιστα θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε στον διαφορετικό άνθρωπο πόσο μεγάλο είναι το σφάλμα του χρησιμοποιώντας τη λογική και επιχειρήματα που αρκετές φορές είναι και σωστά, όπως στην περίπτωση της παχυσαρκίας.

Ξεχνάμε, όμως, πως το πιο σημαντικό αίτιο που καθιστά ορισμένους ανθρώπους διαφορετικούς είναι ακριβώς εκείνο το κομμάτι του εαυτού τους που ούτε να ελέγξουν μπορούν, ούτε είναι διατεθειμένοι να ξανασκεφτούν. Ένας παχύσαρκος, ένας ομοφυλόφιλος ή ένας αλλόθρησκος δεν πρόκειται να αλλάξουν τον εαυτό τους επειδή κάποιος τους το αποδεικνύει με τη λογική, γιατί απλά δε γίνεται, όπως δε γίνεται να αλλάξουμε ακόμα και το πιο μικρό κουσούρι μας, όπως την μανία με τα παπούτσια, ή την αγάπη για τις γάτες ή έστω απλά και μόνο την φιλαυτία την ισχυρογνωμοσύνη ή το κουτσομπολιό. Μπορούμε να τα διαχειριστούμε, να τα κρύψουμε, να τα παρουσιάσουμε ως προτερήματα, να τα καταπιέσουμε, να τα χρυσώσουμε με ένα περιτύλιγμα κοινωνικά αποδεκτής ευγένειας ή να τα ξεσπάμε σε μερικά μόνο άτομα, αλλά να τα αλλάξουμε δεν μπορούμε.

Ο λόγος που δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε είναι πως έχουν ενσταλαχτεί μέσα μας από πολύ νωρίς, από πριν αρχίσουμε να θυμόμαστε συνειδητά τον εαυτό μας, όχι από εμάς αλλά από άλλους, όπως οι γονείς, οι συγγενείς ή γενικά ο περίγυρός μας, οπότε δεν είναι χαραγμένα στο μυαλό, αλλά είναι το ίδιο το μυαλό μας. Άρα για να τα φτάσουμε ως αυτά, πρέπει να σκάψουμε σε επικίνδυνα βάθη, να πειράξουμε τον πυρήνα της ύπαρξης του ατόμου, κάτι που, όπως και στη φυσική, είναι καταστροφικό, για όλους τους εμπλεκόμενους.

Άρα, είναι το πιο ώριμο να αποδεχτούμε δύο αλήθειες. Πρώτον, ο άλλος δεν φταίει συνειδητά για το ποιός είναι και δεύτερον, δεν υπάρχει περίπτωση να τον "διορθώσουμε" ούτε με τη λογική, ούτε με την πειθώ, ούτε με το ζόρι, ούτε με τίποτα.

Ζουμ άουτ.
Ζουμ ιν.

Παρατηρώ μία γιαγιά ετών απεριορίστων, με μοντέρνο παντελονάκι στυλ ψαράδικο, μοκασίνια, ψάθινο καπελάκι με κορδέλα, γυαλί ηλίου επίσης της μοδός και τσαντούλα και μπιζού και μεηκάπ, κι απ'όλα τα σουξουμούξου, η οποία με δυσκολία στέκει στον άνεμο. Από τη μία γελώ, από την άλλη σκέφτομαι το εξής: θα προτιμούσα να φορά μαύρη μαντήλα και σοσόνι ως το γόνατο;όχι. Τι κάνει αυτή τη γιαγιά να διαφέρει από τις άλλες, γιατί αυτή στολίζεται; Η γυναικεία αυταρέσκεια, δεν είναι δα και κάτι το ανήκουστο, σωστά; Πέρα από τις κοινωνικο-οικονομικές διαστάσεις που μπορεί κανείς να επικαλεστεί, προσωπικά νομίζω πως η γιαγιά αυτή θεωρεί πως ήδη είναι όμορφη, απλά πρέπει να διορθώσει κάποιες ατέλειες, ενδεχομένως μάλιστα να είχε υπάρξει όμορφη στα νιάτα της. Είναι βέβαιο πως έχει καλή εικόνα για τον εαυτό της και έρευνες αποδεικνύουν πως οι γυναίκες που ξοδεύουν περισσότερα για τον καλλωπισμό τους δεν είναι αυτές που έχουν παραδοθεί στην αλήθεια ότι είναι άσχημες, αλλά αυτές που έχοντας καλή εικόνα για τον εαυτό τους, θέλουν απλά να διορθώσουν αυτό το ένα κάτι, είτε μερικά κιλά, είτε δυο ρυτίδες, είτε τη μύτη, είτε λίγο που ασπρίζουν τα μαλλιά. Σε ένα γυμναστήριο, ας πούμε,  οι περισσότεροι πελάτες είναι ήδη λεπτοί ή έχουν λίγα μόνο παραπανίσια κιλά, ενώ οι πραγματικά παχείς είναι ελάχιστοι, για τον ίδιο ακριβώς λόγο: νιώθουν πως δεν έχουν ελπίδα, ντρέπονται και, προκειμένου να χάσουν στη σύγκριση, παριστάνουν τον αδιάφορο, αποχωρούν από τον αγώνα. Όσοι έχουν κακή εικόνα για τον εαυτό τους, τείνουν να παραιτούνται.

Το ίδιο συμβαίνει και σε όλα τα υπόλοιπα που νομίζουμε πως είναι απαράδεκτα. Ακόμα και οι ακραίες διαφορές, ειδικά σε ζητήματα συμπεριφοράς δεν αποτελούν επιλογές, αλλά φύση του ανθρώπου και δεν αλλάζουν, ακόμα και αν το θέλει και ο ίδιος. Ούτε η ψυχανάλυση έχει καταφέρει κάτι.

Το μόνο που μας μένει, σαν άνθρωποι και σαν συνειδήσεις, είναι να μην πληγώνουμε τους συνανθρώπους μας. Να μην τους τιμωρούμε για λάθη που τους φόρτωσαν άλλοι και να μην τους βάζουμε στην πλάκα του ψυχολογικού προκρούστη.

Η ομορφιά έγκειται στο εξής: αν δε σου αρέσει, μην τον βάζεις στο σπίτι σου.

Τόσο απλά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: