Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (4)

Τώρα, τώρα έστεκε μπροστά μου.
Μας καλησπέρισε απλά.
Παρόλο που κανένα αίσθημα δεν έδειχνε, ήταν εδώ, αυτή τη στιγμή.
Αναθεμάτισα πάλι πολλές φορές τον εαυτό μου. Πως το έπαθα εγώ αυτό?
Δε γινόταν, δε μπορούσα να τον αφήσω πίσω.
«Περίμενε» είπα στον Αντίωρο.
Αγκάλιασα τον Αγαθαρχίδα. Μετά τον έπιασα από τους ώμους, πίεσα κάτω και μέσα.
Τον μίκρυνα, μέχρι που έγινε μικρούλι απαστράπτον φυλαχτό.
Τον κράτησα στη χούφτα μου παρατηρώντας πως έγινε φως στο χέρι μου. Τον κράτησα σφιχτά και είδα τον Αντίωρο να με κοιτά.
«Δεν τον αφήνω» είπα.
«’Η αυτός ή εγώ» είπε.
«Αυτός» είπα, μην πιστεύοντας τι ξεστόμισα.
«Αυτός» ξαναείπα, ξέροντας ότι μόνο το φως είχε μείνει, από δικό μου σφάλμα και μόνο. Απλά δε γινόταν, απλά δεν μπορούσα να αφήσω πίσω. Δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος. Αρνήθηκα να αφήσω το χέρι του Αντίωρου και αρνήθηκα να αφήσω να ξεθυμάνει  ότι είχε απομείνει από τον Αγαθαρχίδα.
Έσκυψα, μην μπορώντας να πάρω απόφαση, μέσα στο τελευταίο σφύριγμα του καραβιού που θα έφευγε, μάλλον χωρίς εμένα. Είχα παραλύσει από τον φόβο. Άκουσα κάτι να ραγίζει τρομερά.
Τι να αποχωριστώ δεν ήξερα, κι όμως ήταν τόσο εύκολο να δεί κανείς το τι θα σήμαινε το κάθε ένα. Τα πάντα ράγισαν και γονάτισα πιάνοντας το κεφάλι με τις παλάμες μου. Δεν έκλαιγα, αν και ένιωθα το λιμάνι να σπάει κάτω μου. Έμεινα εκεί γονατισμένη, ενώ έφευγε, ενώ μόνο φως είχα να κρατήσω, έφυγε και ήμουν εκεί γονατισμένη μόνο σε ένα άδειο νησί χωρίς κανέναν που να ήθελα εκτός από ένα φως πιο άϋλο και από μία ιδέα, τόσο στέρεο όσο ένας αέρας.


Καθώς το πλοίο έφευγε, και το νησί τριγύρω κατέρρεε, με κομμάτια βράχων να κατακρημνίζονται στη θάλασσα με θόρυβο, καθώς όλα έπεφταν και το λιμάνι σιγά-σιγά βυθίζονταν κι αυτό, έμεινα να κρατώ ένα φως καθώς το νερό έκλεινε τριγύρω μου. Βούλιαζα...

Για λίγο, μόνο ένα αχανές, μπλέ τίποτα με έπνιγε.

Όχι έτσι, σκέφτηκα.
 Θύμωσα τόσο με αυτούς τους δύο, που ούρλιαξα κάτω από το νερό και με μία δυνατή σπρωξιά με τα πόδια, αναδύθηκα ορμητικά από το νερό ανάμεσα από τις μπουρμπουλήθρες μου. Κοίταξα τριγύρω, και ήταν μόνο νερό.
Όχι. Όχι έτσι, ξανασκέφτηκα, κι ο θυμός μου φούντωνε.

Έκλεισα να τα μάτια. Είπαμε πως εδώ γίνεται ό,τι θέλω εγώ. Χωρίς συνέπειες. Ξαναέφερα στα μάτια του νού το νησί με τις επτά κυριακές και τον ήλιο. Το λιμάνι με το πλακόστρωτο και τη λήθη. Κολύμπησα ως εκεί και βγήκα έξω στάζοντας, στον ήλιο που εγώ είχα ξαναφέρει με τη σκέψη μου.

Ήμουν ακόμα απίστευτα θυμωμένη.

Γύρισα την πλάτη στη θάλασσα και κοίταξα τα σπίτια του νησιού, μισοτυφλωμένη από τον ήλιο. Αφού έφερα όλο το νησί με τη ματιά μου μία γύρα, τέλος και για άλλη μία φορά έκλεισα τα μάτια. Σκέφτηκα την πρώτη κυριακή. Σκέφτηκα και τις υπόλοιπες, αλλά τις βάφτισα ημέρες κανονικές. Σκέφτηκα τις συνέπειες και τις έφερα και αυτές να αλωνίζουν στο νησί, να διώξουν τη λήθη ώσπου να φύγει. Σκέφτηκα και τον εαυτό μου. Του έβαλα δυο ρυτίδες ανάμεσα στα μάτια και το ψάθινο καπέλο με την κορδέλα, και την τσάντα με το βιβλίο μέσα. Σκέφτηκα και το αεράκι.

Ανάσανα. Τώρα ήταν πολύ καλύτερα, μιας και ο θυμός είχε φύγει. Είχα ξεχάσει το πλοίο, όμως. Αναλογίστηκα αν θα έπρεπε να το φέρω και αυτό, τί νόημα θα είχαν οι συνέπειες χωρίς αυτό, αλλά μετά απέρριψα αυτή την ιδέα. Θα το φέρω όταν είναι η ώρα.

Λοιπόν, κύριοι, συνέπειες.

Και όταν κανείς δε φάνηκε, με ένα χαμόγελο τους σκέφτηκα να χάνονται στα σοκάκια σα να μην είχε υπάρξει το χτές.

Και με συνέπειες, ημέρες και έρωτες, άρχισε πάλι το παιχνίδι.


Δεν υπάρχουν σχόλια: