Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (3)

«Απόψε είναι σαββατόβραδο.»
«Α. Εντάξει.» Τον κοίταξα και χαμογέλασα πάλι. Άνοιξε τα χέρια του και μπήκα στην αγκαλιά του.
«Γειά σου Τζιμ!»
«Γειά σας κυρία.» είπε και επέστρεψε στα τραπέζια και στις παραγγελίες του.

Ήθελα λίγο χρόνο να σκεφτώ ήρεμα. Πέρασα μέσα από το αρσενικό πλήθος σε αναζήτηση ενός ήσυχου μέρους, αλλά στο κατάμεστο λιμάνι δεν υπήρχε, κι έτσι κάθισα στην πρώτη άδεια καρέκλα που βρήκα, ευτυχώς κάπου που να μη φαίνομαι από τη μεριά του Τζιμ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό με ενοχλούσε. Ήθελα για λίγο να απομονωθώ. Το γκαρσόνι ήρθε για παραγγελία. Περίμενα να πει κάτι, αλλά αδιάφορα πήγε να μου φέρει τη μαυροδάφνη.
Περίεργο, αυτός ποιος ήταν? Δεν τον θυμόμουν και, μάλιστα, μάλλον προς το αδιάφορο μου έκανε. Εγώ πόθησα αυτόν? Δεν το νομίζω! Έβγαλα το κινητό και κάλεσα τον Τζιμ.
«Εμπρός?»
«Τζιμ, εγώ είμαι. Να σε ρωτήσω κάτι?»
«Ναι, πείτε μου.» Μόλις που τον άκουγα στο βουητό της πολυκοσμίας.
«Εδώ βλέπω πολλούς άγνωστους και πολλούς που δε μου αρέσουν. Τι γίνεται?»
«Κάποτε σας άρεσαν, ακόμα και για ένα δευτερόλεπτο, ακόμα και φευγαλέα, καθώς περνούσε από μπροστά σας, κάποιος που είδατε στην τηλεόραση, ή στο δρόμο. Έστω και για ένα δευτερόλεπτο, όποιος βρήκατε όμορφο η θελκτικό, είναι εδώ. Ούτε κι εκείνοι σας θυμούνται.»
«Αα, έτσι.» είπα κουνώντας το κεφάλι «Εντάξει Τζιμ, σε ευχαριστώ.»
«Κυρία, έχω πολλή δουλειά. Αν θέλετε τίποτα άλλο, πείτε το γρήγορα.»
«Όχι, εντάξει. Δεν θα σε ξαναενοχλήσω. Γειά.»
Αυτή η πληροφορία με έκανε να χαλαρώσω, γιατί δεν ήταν ανάγκη να αναμετριέμαι με επίδοξους εραστές κάθε ώρα και στιγμή. Όταν ήρθε η μαυροδάφνη μου, ήπια την πρώτη γουλιά με ανακούφιση.
Κοίταξα το νυχτερινό λιμάνι, με τα φώτα των κέντρων, τις διάφορες τυχαίες μουσικές, το βαρύ  βουητό των αντρικών φωνών, τα χιλιοπατημένο πλακόστρωτο, τα φανάρια του δρόμου… Πού να ήταν? Δε μου θύμιζε κανένα μέρος από αυτά που είχα επισκεφθεί. Όχι πως είχε σημασία, φυσικά.
Αν όλοι όσοι μου άρεσαν ήταν εδώ, τότε κάπου εδώ τριγύρω πρέπει να βρισκόταν και ο Αγαθαρχίδας. Ήμουν σίγουρη ότι ακόμα και μέσα σε αυτό τον όχλο θα τον διέκρινα αμέσως, όμως δε φαινόταν πουθενά. Για να δούμε ,λοιπόν, ποιους έχουμε εδώ πέρα?

Κοιτώντας τριγύρω αφηρημένα, δε ξεχώρισα κανέναν. Ίσως να μπορούσα να θυμηθώ και αν θυμόμουν τότε να μπορούσα να αναζητήσω κάποιον συγκεκριμένο.
Σκέφτηκα τη μονότονη ζωή μου.
Εδώ δεν υπήρχαν συνέπειες, ούτε φόβος δηλαδή.
Η περιέργεια που είχα πάντα μπορούσε να ικανοποιηθεί, να αγγίξω τα πρόσωπα όλων αυτών των αντρών, να νιώσω τη γεύση τους και την αψάδα τους.
Χωρίς συνέπειες.
Αγαθαρχίδα.
Μα που είχε πάει αυτός ο άνθρωπος?
Ορίστε τώρα!
Είχα μία εβδομάδα να κάνω ότι θέλω κι εγώ ήμουν κολλημένη σε κάποιον τόσο υπαρκτό όσο και τα σύννεφα.
Νευρίασα με τον εαυτό μου, κατέβασα μονορούφι  τη μαυροδάφνη που  είχε μείνει στο ποτήρι και σηκώθηκα.
Για άλλη μία φορά περιπλανήθηκα μέσα στη νύχτα, μέχρι που κατέληξα σε ένα μπαράκι πολύ μικρό, αλλά πολύ όμορφα διακοσμημένο. Μία κενή θέση στο μπαρ υπήρχε και κάθησα εκεί. Νιώθοντας ασφάλεια, μετά από όσα μου είχε πει ο Τζιμ, επέτρεψα σε κάποιους να μου πιάσουν κουβέντα, να με κεράσουν. Για άλλη μία φορά η κουβέντα και η ενορχήστρωση των προσώπων με συνεπήρε, είπαμε πολλά με πολλούς. Το να συζητώ με όμορφους άντρες ήταν κάτι το εξαιρετικά ευχάριστο, παρόλο που ήταν φανερό ότι η κουβέντα ήταν απλά η ηχώ της μοναξιάς.
Ο ένας μετά τον άλλον, απογοητεύτηκαν.
Ο πιο επίμονος, Χρήστο τον λέγανε αν θυμάμαι καλά, με συνόδευσε μέχρι το νοικιασμένο μου δωμάτιο. Μου έδωσε το πρώτο μου φιλί, πολύ περίτεχνο και παθιασμένο, όμως ήθελα να τελειώνει σύντομα. Τον άφησα να βάλει όλη την τέχνη του, μετά όμως τον καληνύχτησα.
«Γιατί?»
«Δεν μπορώ.»
«Μα, γιατί?»
Τον κοίταξα, μέσα στο φεγγαρόφωτο και ήταν θεϊκά πλασμένος. Ο πόθος, όχι για εμένα αλλά μάλλον περισσότερο για την υπόσχεση, του έδινε ύψος και πύρινη ματιά.
Όταν βρέθηκα μόνη στο δωμάτιο, με ανακούφιση έριξα αλλού την τσάντα και το καπέλο μου, κλώτσησα τα πέδιλά μου και ξυπόλητη στο μάρμαρο βγήκα στο μπαλκόνι.
Η βραδινή θέα ήταν τουλάχιστον απόκοσμη.
Στο ύψος της νύχτας, με το φεγγάρι στα πόδια μου, συνειδητοποίησα ότι η μοναξιά μου δεν ήταν αλλουνού σφάλμα εκτός από δικό μου.
Θα μπορούσα τώρα, αυτή τη στιγμή, να είμαι με τον μελαχροινό Χρήστο ή με τον άλλο μελαχροινό Σπύρο ή με τον Νίκο που ήταν μπάσος και ήξερε να παίζει τα ακόρντα στην κιθάρα, από όλα τα τραγούδια που μ’αρέσουν.
Θα μπορούσα.
Το θέμα είναι ότι δεν ήθελα.
Για άλλη μία φορά, νευρίασα με τον εαυτό μου. Δε με αντέχω άλλο! Τη μία πεθαίνω για την παρέα μίας στιγμής και την άλλη μίσανδρος, σα μέδουσα, τους παγώνω και τους στρέφω αλλού.
Δεν ήταν λόγω του Αγαθαρχίδα, που δεν είχε βγεί ούτε για δευτερόλεπτο από το μυαλό μου. Έτσι ήμουν, ήμουν ευτυχισμένη όταν έμενα με τη σκέψη μου, μου άρεσε το άδειο δωμάτιο.
Ξανασήκωσα το κεφάλι στη θέα που απλώνονταν μέχρι τον νυχτερινό ορίζοντα. Ναι, έτσι μου αρέσει, είμαι εντάξει, αλλά που είσαι Αγαθαρχίδα?
Γύρισα στο δωμάτιο, έριξα φόρεμα και σουτιέν σε κάποια καρέκλα και τυλίχτηκα στο σεντόνι, οι λευκές κουρτίνες, το μόνο εμπόδιο ανάμεσα στην αύρα και εμένα.
Κοιμήθηκα με τον Αγαθαρχίδα, λες και ήταν εκεί, χαμογελώντας.
Από τότε, αυτός ήταν η πιο όμορφη σκέψη μου, ιδανικός σαν όλες τις ιδέες.

Το πρωί με βρήκε αργά μέσα στα σεντόνια πάλι.
Ήμουν πια σίγουρη και για τις επόμενες ημέρες έκανα μόνο αυτό που μου άρεσε και αυτό ήταν βόλτες, φιλικές και άνετες κουβέντες με διάφορους, μπάνιο στη θάλασσα, ύπνος στην παραλία, ταβέρνα με το βιβλιαράκι μου, κρασάκι και μεζεδάκι, αλκοόλ και τέλος ύπνος αλήτικος της μοναξιάς.
 Μέχρι την Τετάρτη, το βιολογικό μου ρολόι είχε μείνει τόσο ακούρδιστο που οι ώρες του ύπνου και του ξύπνιου ήταν πιο ασταθείς και από γιορτή ανώνυμου αγίου. Η λήθη, η πολυπόθητη λησμονιά του εαυτού, ήταν σχεδόν γεγονός.

Ξαφνικά, θυμήθηκα τον εαυτό μου σε μία ξαπλώστρα δίπλα στη θάλασσα, μισοκοιμισμένη στον ήλιο. Σήκωσα το καπέλο από το μάτια μου και η θάλασσα με τύφλωσε και τα ξανάκλεισα. Πολλή ζέστη!
Βυθίστηκα στο νερό, και εκεί με περίμενε ο Αντίωρος.
Έβαλε τα χέρια του πάνω μου και ήταν σωστό. Τον φίλησα και με πήρε, μία αγκαλιά πολύ σφιχτή.
Μετά, πήρε το χέρι μου και βουτήξαμε βαθιά. Για μέρες ολόκληρες κυκλοφορούσαμε αθέατοι στο βυθό, δίνοντας ο ένας στον άλλον κοχύλια και ανεμώνες με απίθανα χρώματα.
Όταν αναδυθήκαμε ήταν πια Σάββατο πρωί και κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί τη σφοδρότητα της ένωσής μας. Πέρα από κάθε λογική και χωρίς καμία συνεννόηση, κοιτούσαμε τα ίδια πράγματα, με το ίδιο χέρι κάναμε τις ίδιες κινήσεις και περπατούσαμε με τον ίδιο βηματισμό, ένας ανίκητος στρατός των δύο. Το κορμί του ζεστό και γήινο σαν φρεσκοψημένο ψωμί, νόστιμο, τα χείλη του πιο τρυφερά στη γλώσσα κι από εκείνα του αγγέλου.

Σαν ένας και οι δύο, περνούσαμε από τον κόσμο με σταθερότητα στο βήμα, ταυτόχρονα θέλοντας τα ίδια πράγματα μέχρι που πήγε Κυριακή, το τελευταίο απόγευμα.

Τον κοίταζα και ήταν ακαταμάχητος. Μελαχροινός και σταρένιος, με βλέμμα στιβαρό με χέρι ίσιο με κρατούσε σαν άντρας σιδερένιος, βγαλμένος από βαθιά από τη γή. Δεν υπήρχε καμμία αμφιβολία ότι ήμουν μέσα στο μάτι του κυκλώνα, αν και τριγύρω ήταν καυτό καλοκαίρι.

Λίγο πριν ανέβω στο καράβι, κοίταξα πίσω.

Ο Αγαθαρχίδας?

Το επόμενο βλέμμα μου έπεσε στον Αντίωρο.

Ξανά πίσω.

Τώρα?

Τον είδα μικρούλη από μακριά, τη φιγούρα του να μεγαλώνει καθώς πλησίαζε.


Ήξερα πως ήταν και πως μύριζε, τόσο που όταν τελικά ήρθε και με καλησπέρισε,  τίποτα δεν έλειπε από όσα είχα φανταστεί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: