Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Έρωτας με άλφα κεφαλαίο (1)

Ξύπνησα και ήταν καλοκαίρι.
Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα έβλεπα τη θάλασσα και το λαμπύρισμα των ηλιαχτίδων, ανάμεσα από κουρτίνες που ανέμιζαν σαν άσπρη γάζα. Ελλάδα!
Το δωμάτιο ήταν απλό και όμορφο. Τεμπέλιασα λιγάκι, γιατί την τόση ομορφιά μόνο έτσι την χορταίνεις. Σηκώθηκα και ντύθηκα, με ένα φόρεμα αέρινο και άσπρο, ότι πρέπει για ένα καλοκαιριάτικο πρωινό. Με ένα ψάθινο καπέλο με λευκή κορδέλα και τα μαλλιά λυτά, βγήκα στον κόσμο των σοκακιών. Στην ψάθινη τσάντα μου ένα βιβλίο.
Περιπλανήθηκα στα δρομάκια, χάρηκα την λιακάδα και τις γάτες που λιάζονταν δίπλα στις γλάστρες, χαιρέτησα τα σύννεφα στον εκτυφλωτικό ουρανό. Χριστέ μου, τι όμορφα που είναι όλα!
Ούτε που πρόσεξα ότι μόνο άντρες υπήρχαν στο νησί, μέχρι που κάθησα στην ταβέρνα και διαπίστωσα ότι ήταν ο μπαμπάς που με υποδέχθηκε.
Φορούσε τον παλιό μπερέ που συνήθιζε με το καρό πουκάμισο και τζήν παντελόνι. Χάρηκα τόσο πολύ, που ξέχασα να δακρύσω και τον αγκάλιασα ελαφρά αλλά για κάμποση ώρα. Θυμήθηκα τα πρωινά που μας κρατούσε στην αγκαλιά του για να μην κρυώνουμε ώσπου να ετοιμαστεί το πρωινό, θυμήθηκα την ανάσα του που μύριζε λίγο μπύρα όταν μας έλεγε το παραμύθι με τον κάβουρα και το χταπόδι πριν κοιμηθούμε. Δεν άντεξα και δάκρυσα.
«Γιατί βρε μπαμπά?» τον ρώτησα κρατώντας το πρόσωπό του. «Μου έλειψες τόσο πολύ!». Τον αγαπούσα όσο δεν μπορούν να πουν οι λέξεις και τελικά έκλαιγα.
«Δεν μπορούσα αλλιώς» απάντησε. «Την αγαπούσα και τίποτα άλλο δεν γινόταν, το ξέρεις αυτό.» Με κοιτούσε και ήξερα. Αλήθεια ήξερα.
«Ποτέ δε ζήτησα να διαλέξεις.»
«Εκείνη δε μπορούσε. Δεν έφταιγε, όμως. Πέρασε πολλά.»
«Ξέρεις ότι αυτό δεν είναι δικαιολογία» είπα λίγο θυμωμένη.
«Μη θυμώνεις, τώρα» μου είπε σα να ήμουν μικρό παιδί, «Πάνε αυτά, δεν έχει πια σημασία. Τώρα είσαι μια χαρά, ε?» είπε με μικρό καμάρι.
«Ναι, μπαμπά.»  Χαμογέλασα. Απλά δεν μπορούσα ποτέ να θυμώσω με τον μπαμπά, ήταν τόσο πράος και λογικός… Είχε δίκιο, ήμουν μια χαρά. Πήρε να με πιάσει το παράπονο πάλι, αλλά το κατάλαβε.
«Έλα, μην κάνεις έτσι. Πάνε αυτά, ξέχνα τα. Όλα θα πάνε καλά. Κοίτα τι έχεις, ποιους έχεις… αυτά μετράνε τώρα. Είσαι πολύ τυχερή, να ξέρεις.»
Έγνεψα βουβά.
«Σ ’αγαπάω πολύ» είπα.
«Κι εγώ, σε αγαπάω.»
Σηκωθήκαμε, σαν κάτι να τελείωσε. Αγκαλιαστήκαμε.
«Ρε μπαμπά…» Δεν ήθελα να τον αφήσω. Έκλαιγα πολύ.
Με χάιδευε στην πλάτη. «Έλα…»
Τελικά τον άφησα.
«Είσαι μια χαρά. Μην ανησυχείς για τίποτα. Όλα θα πάνε καλά. Εντάξει?»
«Εντάξει»
Όταν το έλεγε ο μπαμπάς, ήξερα ότι έτσι είναι.
Σκούπισα το πρόσωπό μου, τον αγκάλιασα μία τελευταία φορά και έφυγα, καθώς εκείνος μάζευε σκυφτός τα ποτήρια μας και πήγε μέσα.
Μόλις έστριψα στο σοκάκι κάθισα σε ένα πεζούλι να συνέρθω. Σκέφτηκα το παρελθόν και αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό, χωρίς ψέματα και χωρίς μελόδραμα. Θα μπορούσε, αλλά εκείνη δεν το επέτρεψε ποτέ. Ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο, να γίνεται πάντα το δικό της και να αποτελεί το κέντρο της προσοχής. Ακόμα και όταν προφασιζόταν ότι ήταν για το καλό μας, ακόμα και τότε, αυτό που γινόταν  ήταν αυτό που έλεγε αυτή. Πάντα φωνές, πάντα υπερβολές, πάντα δικαιολογίες, πάντα βία. Και όταν της λέγαμε ότι ίσως να μην είναι τα πράγματα όπως τα νόμιζε, γινόταν της τρελής από την υστερία της. Όταν της λέγαμε να ηρεμήσει λιγάκι, μας έλεγε ότι εμείς φταίγαμε και πως αξίζαμε ότι κι αν παθαίναμε.
Λέξεις με σφοδρότητα πράξης…
Είναι εκείνες οι λέξεις που αλλάζουν τον τρόπο που σκέφτεσαι και ζείς, που ίσως σε οδηγήσουν σε αποφάσεις μεγάλες και σπουδαίες. Μπορεί να έρθουν από χείλη χαμογελαστά ή θλιμμένα αλλά για μένα ήταν σε στιγμή θυμού. Ένα «Δε με νοιάζει» που ειπώθηκε πολλές φορές και με έμφαση, ώστε να μην υπάρχει καμμία αμφιβολία για την ειλικρίνειά του. Από τα τρίσβαθα της ύπαρξής μου ήξερα ότι δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια γιατί αλλιώς τίποτα δεν θα είχε νόημα, όμως η περηφάνεια και ο εγωισμός εκείνου του ανθρώπου που προτίμησε να το ξεστομίσει ήταν μεγαλύτερα από κάθε τι άλλο. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο έληξε μία σχέση πολύχρονη σημαντική και θυελλώδης, αυτή με τη μητέρα μου.
Πάντα πίστευα ότι για να πάψει κάτι κακό, ο καλύτερος τρόπος είναι να σπάσεις τον φαύλο κύκλο που το αναπαράγει. Πάντα πίστευα ότι αν συνεχίσεις να συζητάς, τότε μία από όλες τις πληροφορίες που θα μεταδοθούν θα κάνει τη διαφορά και ότι τουλάχιστον  ένα σημείο υπάρχει πάντα, στο οποίο δύο διαφωνούντες μπορούν να συγκλίνουν ώστε να λυθεί μία παρεξήγηση ή διαφορά. Κάποιες φορές όμως οι άνθρωποι δεν νοιάζονται, και τότε όλα είναι μάταια, όσο κι αν συζητάς, όσες λύσεις κι αν στίψεις το μυαλό σου να κατεβάσει. Μερικές φορές, πρέπει να προχωράς παρακάτω, μερικές φορές δεν υπάρχει λύση.
Ακόμα και την ύστατη στιγμή, λίγο πριν το μοιραίο, δεν καταδέχθηκε να πεί τίποτα άλλο εκτός από «Μάρτυς μου ο Θεός, έκανα το σωστό» χωρίς ποτέ να έχει αντιληφθεί ότι το σωστό που τυραννάει ανθρώπους είναι οξύμωρο. Χωρίς ποτέ να δεχθεί ότι ακόμα και η καλύτερη πρόθεση αποτυγχάνει αν καταλήγει σε τέλος της αγάπης, ότι κάποιος που δεν αγαπάει τη μάνα του είναι για πάντα ένοχος. Ακόμα και πριν το τέλος, ποτέ δεν παραδέχθηκε τίποτα.
Νευρίασα ξανά με τη θύμηση.
«Να πάρει το δίκιο της και να το βάλει εκεί που ξέρει!»
Σηκώθηκα. Ξεφύσηξα το θυμό, ξαναφόρεσα το ψάθινο καπέλο μου και με τη φόρα του θυμού χάθηκα με ορμή στα πλακόστρωτα.
Για κάμποση ώρα περπάτησα όπου να’ ναι, χωρίς να δίνω σημασία στην γαλανότητα του ουρανού και του τοπίου, μέχρι που το κάψιμο στις γάμπες και στους μηρούς μου υπενθύμισε  ότι κάπου έπρεπε να ξεκουραστώ για λίγο. Ήμουν τώρα ψηλά, στην κορυφή της Χώρας. Αέρας στο πρόσωπο.
Όλο το χωριό εκτείνονταν κάτω, λες και μπορούσε κανείς πηδώντας από ταράτσα σε ταράτσα να φτάσει μέχρι κάτω στο λιμάνι. Εκεί είχε ανθρώπους. Αποφάσισα να πάω εκεί, οπότε με τα μάτια ακολούθησα το σοκάκι που θα με έβγαζε στον κόσμο.
Ευτυχώς, ήταν κατηφόρα.

Με χαλαρό βηματισμό, ξεκίνησα το δρόμο μου προς τα κάτω.
Όταν κανείς περπατάει σε κατηφόρα, τείνει να κοιτάει κάτω, για αυτό είναι δύσκολο να παρατηρήσει ένα αντικείμενο που βρίσκεται ψηλά. Έτσι κι εγώ, προσπέρασα τον αδερφό μου που έπινε τον καφέ του σε ένα μπαλκόνι, κι αν δε με φώναζε εκείνος ούτε που θα τον είχα πάρει χαμπάρι. Περίμενε, μου είπε, έρχομαι. Βγήκε από την ξύλινη πόρτα και μαζί συνεχίσαμε, κουβεντιάζοντας τις ζωές μας. Είναι και οι άλλοι δύο εδώ πιο κάτω, με πληροφόρησε. Τους συναντήσαμε σε μία αυλή, την ώρα που μάζευαν κάτι εργαλεία. Είχαν μόλις τελειώσει τα βοτσαλάκια της αυλής που σχημάτιζαν ένα περίτεχνο σχέδιο, δελφίνια ανάμεσα σε κύματα συμμετρικά, και ικανοποιημένοι από την καλή δουλειά δέχθηκαν να τους κεράσω μία μπυρίτσα.
Και οι τρεις ήταν ψηλοί, γεροδεμένοι και όμορφοι. Ο μεγάλος είχε την τραχειά αντροσύνη του μεγαλύτερου. Ήταν αυτό αυτοπεποίθηση ή κυνισμός? Ποτέ δεν έμαθα, αλλά τον κρατούσε όρθιο και χαμογελαστό, πάντα να παλεύει. Ήταν έτσι και με τις αγάπες του, που πολύ τις είχε παιδέψει, παρά την τρυφεράδα του.
Ο δεύτερος ήταν πολύ δυνατός, σωματικά. Μπορούσε να κάνει τα πάντα, όμως πάντα αβέβαιος, πηγαινοερχόταν από σκέψη σε σκέψη, σαν αναποφάσιστος αετός. Όταν τελικά κατάλαβε πόσο υπέροχος ήταν, ο κόσμος άλλαξε.
Ο μικρότερος απομονωμένος μέσα στην τελειότητά του, έβρισκε τρόπους να ξεφεύγει από τον κόσμο, αναζητώντας καταφύγια χάρτινα και νοερά.
Οι τέσσερις μας, γελούσαμε.
Ναι, έτσι ήταν πάντα.
Λέγαμε για τις αγάπες μας, κοροϊδέψαμε ο ένας τον άλλον για τις γκάφες μας, μαλώσαμε για ασήμαντα πράγματα. Από τις διηγήσεις τους, κατάλαβα με ποιόν τρόπο αγαπάνε οι άντρες και ότι πονάνε σε διαφορετικές μεριές αλλά εξίσου.
 Μπήκα μαζί τους σε φιλικό σπίτι, που είχε γιορτή. Αποφασίσαμε να μείνουμε για λίγο, και ανακατευτήκαμε με τους άλλους καλεσμένους. Μίλησα με διάφορους ανθρώπους, και έκανα αυτό που πάντα μου άρεσε, δηλαδή να ενθαρρύνω τους συνομιλητές μου να μιλήσουν για τον εαυτό τους. Ακούγοντας τις αφηγήσεις, περιεργαζόμουν τα πρόσωπα και τις εκφράσεις, ήταν για εμένα πάντα αυτό η πιο όμορφη ορχήστρα.

Πόσο θα ήθελα να αγγίξω στο πρόσωπο όλους αυτούς τους ανθρώπους! Όμως στον κόσμο των επιφυλάξεων αυτό δεν ήταν πρέπον, κι έτσι μόνο τους κοιτούσα, τα χαμόγελα, τις απορίες, τις ανησυχίες ή το συνοφρύωμα της σκέψης, τους ώμους και τα χέρια. Μετά από λίγο, αφού είχαν χαλαρώσει, οι συνομιλητές μου πάντα με κοιτούσαν άφοβα στα μάτια και τότε πάντα λάτρευα την αμεσότητα, την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία που λάμβανε χώρα σε πολλαπλά επίπεδα. Ήξερα ότι οι λέξεις, ενδείξεις ήταν μόνο για τις προθέσεις τους και ότι με λίγο σκάψιμο έβγαζες την αγωνία ενώ με πολύ σκάψιμο έβγαζες τον πόνο, που συνήθως είχε μορφές εξωτικές και γοητευτικές, άξιες αγάπης. Άλλες φορές ήταν τόσο στραπατσαρισμένες οι σχέσεις λέξεων-σκέψεων που για πάντα έμεναν άλυτοι οι ειρμοί, σε μία αιώνια απορία. 

Έχασα τον φακό επαφής και έβλεπα θολά. Κάποιος πέρασε δίπλα μου, τυχαία κάθισε λίγο παραδίπλα. Δεν ξέρω τι είδα μέσα στη μυωπική θολούρα μου, αλλά για κάποιον λόγο ήθελα οπωσδήποτε να δω καθαρά αυτόν τον άνθρωπο. Ήταν σίγουρα αρσενικού γένους, λίγο ψηλός, λίγο καστανός, και αυτά μόνο μπόρεσα να διακρίνω. Κοιτούσα εντελώς απροκάλυπτα, γιατί με χαμένους τους φακούς δε γινόταν αλλιώς. Δεν ξέρω αν με κοίταξε ή αν έδωσε σημασία ούτε αν ενοχλήθηκε. Αφού κοίταξα χωρίς αποτέλεσμα για λίγο, τελικά πήγα στο μπάνιο για να βάλω τους άλλους φακούς που είχα στην τσάντα μου. Θεέ μου, ας μην έχει φύγει όταν γυρίσω!
Απόρησα. Τι αίνιγμα κι αυτό! Μα γιατί τέτοια καούρα, αφού ούτε να τον αναγνωρίσω δε μπορούσα? Τι ήταν αυτό, τώρα?
Επέστρεψα στη θέση μου και έψαξα με το βλέμμα. Νάτος.
Μιλούσε με διάφορους.
Λίγο ψηλός, λίγο καστανός, γαλανόγκριζα μάτια με γυαλιά, λεπτός, κοντά μαλλιά, λεπτά χείλη, φρεσκοξυρισμένος. Ευθυτενής αλλά άνετα χαλαρός. Χωρίς να νοιάζομαι, ερεύνησα απολαυστικά με το βλέμμα όλη την κορμοστασιά του. Μα γιατί? Τι έχει αυτός, τέλος πάντων?
Χωρίς να μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω του, τελικά σα βαριοπούλα με χτύπησε στο μέτωπο η διαπίστωση. Η φωνή του. Ήταν η φωνή του. Δεν ξεχώριζα λόγια, όμως είχε μπάσα και πρίμα, όπως το κύμα που σκάει στο κύτος.
Έμεινα έτσι, μην ξέροντας τι να κάνω τώρα, μέχρι που έφυγε και όταν αυτό συνέβη, ήταν για μένα μία απογοήτευση. Κοίταξα μέσα στο ποτήρι μου, με στεναγμό.
Το πήρα απόφαση, και σκέφτηκα να αναζητήσω τα αδέρφια μου, οπότε κατευθύνθηκα προς το μπουφέ, γιατί όλο και κάποιος από τους τρείς θα ήταν εκεί. Δεν τους βρήκα όμως και είπα να πάρω ένα κρασί ακόμα ώσπου να εμφανιστούν. Τυχαία, στα ποτά ήταν μπροστά μου ο λίγο ψηλός-λίγο καστανός διοπτροφόρος.
        Ευγενικά, έδωσε ένα ποτήρι και σε εμένα πριν σερβιριστεί ο ίδιος.
Εντελώς κοριτσίστικα, σκέφτηκα «Με αγαπάει!» όμως αξιοπρεπέστατα αγνόησα τον εαυτό μου και είπα ευχαριστώ.
«Γειά σου, Πως σε λένε?» με ρώτησε.
«Αθηνά. Εσένα?»
«Αγαθαρχίδα . Μου αρέσει η μουσική.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: