Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Πέρασμα Περάσματα (2)

Συζητούσαν ψιθυριστά στην πόρτα του δωματίου τί να κάνουν, μέχρι που συνήρθε. Η μητέρα είχε ετοιμάσει ένα πιάτο φαγητό, κοτόσουπα που ευτυχώς είχαν εκείνη την ημέρα, και την πλησίασε αργά, μιλώντας ήρεμα.
"Έλα, φάε, κοτόσουπα που σ'αρέσει"
Την τάισε όπως ήταν δεμένη, αλλά το πλάσμα δεν ήξερε από κουτάλια και πιάτα με αποτέλεσμα η σούπα να κατρακυλάει στην κοιλιά της. Έστω και έτσι, έφαγε πολύ και αυτό την έκανε να ηρεμήσει.
Μετά, άρχισαν να τη ρωτάνε.
"Πως -σε -λέ-νε;" ρώτησε το παππούς.
Το πλάσμα τους κοιτούσε με άδειο βλέμμα.
"Δεν καταλαβαίνει" είπε, αφού επανέλαβε το ερώτημα μερικές φορές χωρίς αποτέλεσμα.
Έδειξε με το δάχτυλο τον εαυτό του και μετά το πλάσμα λέγοντας "Εγώ-Αλέξης, εσύ....;" αλλά το βλέμμα της παρέμεινε άδειο. Ήταν όλη καφετιά από τη λάσπη στο κορμί και το κεφάλι της, και το μόνο που ξεχώριζε από το ύφος της ήταν τα μπλέ, άδεια μάτια, σαν ενυδρείο χωρίς ψάρια.
Ο παππούς ξανα προσπάθησε δείχνοντας με τη σειρά όλους και λέγοντας τα ονόματά τους.
"Όλγα, Αντρέας, Μάρκος, Χάρης, Γιώργος, Αγνή, εσύ....;"
Αυτή τη φορά, μία λάμψη φάνηκε να βγαίνει από τα μάτια της, αλλά εκτός από ένα αχνό γρύλισμα που μόλις και μετά βίας ακούστηκε, τίποτα άλλο δε βγήκε από τα γεμάτο κοτόσουπες και χώματα  χείλη της.
"γρμφ!"
Ο παππούς ξαναρώτησε με τον ίδιο τρόπο, αλλά για άλλη μία φορά μόνο ένα αμυδρό γρύλισμα πήραν αντί για απάντηση.
"Λοιπόν, Αντρέα, γέμισες την ταΐστρα νερό;" είπε ο παππούς.
"Ναι."
"Ελάτε να την πιάσουμε. Μάρκο εσύ από εκεί" είπε ο παππούς και οι τρείς τους την πήραν σηκωτή ως την ταΐστρα για τα άλογα που ήταν στην αυλή. Η μητέρα με τη θεία και τον Χάρη ήταν έτοιμες με τα σαπούνια και τα πανιά στο χέρι.
Μόλις οι άντρες την άφησαν απαλά, αν και λίγο άτσαλα μέσα στο νερό, αυτή άρχισε να χτυπιέται πάλι, ουρλιάζοντας σα λάμια, αλλά οι άντρες την κράτησαν ακίνητη για να την πλύνουν οι γυναίκες. Μετά από λίγο έπαψε να αντιστέκεται και τότε της καθάρισαν τα μαλλιά και το πρόσωπο. Δεν υπήρχε περίπτωση να της χτενίσουν τα μαλλιά, κι έτσι της τα μάζεψαν κότσο στο σβέρκο, της τα έκοψαν με μία ψαλιδιά  κι έτσι κατάφεραν να τα ισιώσουν, βγάζοντας κολιτσίδες και κόβοντας κόμπους που μάλλον είχαν χρόνια που βρίσκονταν στο κεφάλι της. Της έλυσαν τα χέρια. Έσκυψε για να λύσει τα πόδια της αλλά τη σταμάτησαν. Στάθηκε όρθια με ευκολία, αν και λίγο καμπουριαστά.
Μετά της φόρεσαν ένα παλιό νυχτικό για να κρύψει τη γύμνια της και μετά ο Αντρέας την σήκωσε και την πήγε μέσα στην κουζίνα, και την απίθωσε σε μία καρέκλα, καθώς όλη η οικογένεια τους ακολούθησε μέσα στην κουζίνα.
"Έλα Αγνή. Δες το πόδι" είπε.
Η μητέρα περιποιήθηκε το τραύμα που είχαν αφήσει οι δαγκάνες της παγίδας, και το έδεσε.
"Μέχρι να έρθει ο Γιατρός, καλά είναι" είπε. "Πήγε κανείς να τον φωνάξει;¨
"Πήγε ο Μάρκος" είπε η θεία Όλγα.
Έμειναν στην κουζίνα προσπαθώντας να της εκμαιεύσουν έστω και μία ανθρώπινη λέξη, αλλά μόνο τα γνωστά γρυλίσματα έπαιρναν για απάντηση. Της έδωσαν φρούτα και ψωμί, τα οποία έφαγε με το γνωστό, άτσαλο τρόπο της. Όταν τα τελείωσε, έδειχνε κάπως πιο ήρεμη και ήσυχη. Τους κοιτούσε, παρακολουθώντας ποιός μιλάει κάθε φορά, αλλά κανένα άλλο σημάδι ότι καταλαβαίνει τί γίνεται δεν έδειξε.
"Πάντως, τώρα που καθάρισε και στέγνωσε δείχνει περισσότερο σαν άνθρωπος" είπε ο Αντρέας, κοιτώντας την από την άλλη μεριά της κουζίνας.
"Μμμ, " συμφώνησε συλλογισμένα η μητέρα. "Ποιά να είναι; Και γιατί ήταν στο δάσος;"
Σε λίγο ακούστηκε θόρυβος από κάποιο κάρο.
Κοίταξαν από την πόρτα και είδαν τον Μάρκο να έρχεται με το άλογο και λίγο πιο πίσω το κάρο του γιατρού που έμπαινε από την πόρτα του φράχτη.
Ο γιατρός την είδε, την εξέτασε και είπε, μαζεύοντας τα συμπράγκαλά του, "Δείχνει να βρίσκεται στα τέλη της εφηβείας. Ιατρικό πρόβλημα δεν δείχνει να υπάρχει, αλλά πρέπει να βρίσκεται πολύ καιρό σε άγρια κατάσταση, ίσως από βρεφική ηλικία, αν και το γεγονός ότι περπατάει όρθια, έστω και έτσι, αλλά δεν καταλαβαίνει την ομιλία δείχνει ότι μάλλον ήταν νήπιο όταν χάθηκε. Από ό,τι φαίνεται έχει περάσει κάποιες ασθένειες και αβιταμίνωση, αλλά δείχνει εντάξει τώρα. Πρέπει να τη στείλετε στην πρωτεύουσα, στο ίδρυμα"
"Ναι, αλλά ποιά είναι; Ξέρουμε να'χασε κανείς ένα παιδί πριν καμιά εικοσαριά χρόνια;¨ ρώτησε ο πατέρας.
"Δεν ξέρω, Γιώργο" απάντησε ο γιατρός. "Δεν ξέρω. Αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να την φροντίσουμε."
"Γιατρέ, δεν έχουμε λεφτά να την πάμε στην πρωτεύουσα" είπε ο πατέρας. 'Ασε που είναι εποχή για σπορά σε λίγο και έχουμε και τον γάμο της ξαδέρφης σε μερικές εβδομάδες. Θα την κρατήσουμε εδώ για λίγο. "
"Και τί θα την κάνετε;" είπε έκπληκτος ο γιατρός. "Είναι σε άγρια κατάσταση. Θα προξενήσει προβλήματα και χρειάζεται φροντίδα!"
"Θα την προσέχουμε εμείς. Κι άμα χρειαστούμε τίποτα θα σε φωνάξουμε"
"Τι να πω... Δε συμφωνώ, αλλά αν δε γίνεται αλλιώς... Τέλος πάντων, εσείς ξέρετε. Αν με χρειαστείτε, φωνάξτε με. Αφήστε το τραύμα ανοιχτό, σε μερικές μέρες θα γιάνει." είπε ο γιατρός και, παίρνοντας τα αυγά, την πίτα και λίγο φρέσκο βούτυρο που του έδωσε η μητέρα, ανέβηκε στο κάρο του και έφυγε.
Τα βλέμματα όλων στράφηκαν πάλι στο πλάσμα, που τους κοιτούσε, όχι με το άδειο βλέμμα πια αλλά σαν να ήταν ένα μεγάλο ερωτηματικό.
"Θα αδειάσω τις κούτες από την αποθήκη για να κοιμάται." αποφάσισε ο Αντρέας. "Δεν πιστεύω να μας φύγει, ε;"
"Θα δούμε." απάντησε ο πατέρας. "Μια χαρά κάθεται τώρα. Δείχνει να εμπιστεύεται."
Όντως, ήταν ήσυχη και περιεργαζόταν την κουζίνα. Είδε ότι την κοιτούσαν και σάστισε.
"γρμφ" έκανε κοιτώντας τους, μία τον ένα, μία τον άλλον.
"Έλα εδώ!" της έκανε ο Αντρέας, βγαίνοντας από την κουζίνα.
Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
'"Ελα! Έλα!" της ξανα-είπε προχωρώντας προς τα έξω, κάνοντας νοήματα με τα χέρια του.
Τον κατάλαβε, αλλά δίσταζε. Κοίταξε τους υπόλοιπους.
"Άντε!" την παρώτρυνε ο παππούς.
Σηκώθηκε. Αργά, με πονεμένο πόδι, ακολούθησε τον Αντρέα και οι άλλοι βγήκαν μετά από αυτήν έξω.
"Αυτό, είναι το σπίτι" της έδειξε ο Αντρέας. "Εδώ θα μένεις τώρα. Εκεί, είναι ο στάβλος. Έλα!"
Πήγαν μέχρι τον στάβλο, αυτός άνοιξε την πόρτα και της έδειξε τα ζώα, τα άλογα τις αγελάδες, τις κατσίκες, το άλογο και το γουρούνι, ονοματίζοντας τα όπως στα μωρά παιδιά.
"γρμφ!"
"Έλα!" ξαναείπε, πηγαίνοντας αυτή τη φορά πίσω από το σπίτι, όπου ήταν το κοτέτσι και το σκυλόσπιτο.
"Κότες!" είπε, "Σκυλιά!"
Τα σκυλιά κούνησαν χαρούμενα τις ουρές τους και το πλάσμα έτρεξε και κυλίστηκε στο χώμα δαγκώνοντάς τα παιχνιδιάρικα. Και γάβγιζε.
Την παρακολουθούσαν εμβρόντητοι.
"Τι λες τώρα!¨έκανε ο Μάρκος.
"Για αυτό δεν την μύριζαν όταν την ψάχναμε." είπε ο Αντρέας.
Το πλάσμα, αφού έπαιξε με τα σκυλιά σηκώθηκε, σκονισμένη και τους κοιτούσε γελώντας λαχανιασμένη.
"Έλα!" της είπε πάλι ο Αντρέας.
Δεν κουνήθηκε. Κοίταξε την σκυλίσια παρέα της
"Έλα!" της ξανάπε, χτυπώντας το πλάι του ποδιού του, όπως όταν φωνάζει τα σκυλιά. Το πλάσμα ανταποκρίθηκε.
Την οδήγησε μέχρι την ταΐστρα που είχε ακόμη νερό από το μπάνιο της και η μητέρα με ένα βρεγμένο πανί την καθάρισε πάλι.
"Και πως θα τη λέμε;" αναρωτήθηκε η Αγνή
"Κάτι θα σκεφτούμε. Προς το παρόν, να αδειάσουμε την αποθήκη για να κοιμάται και αύριο βλέπουμε" απάντησε η μητέρα.
Το βράδυ, τρώγοντας γύρω από το τραπέζι, συμφώνησαν να τη λένε Ειρήνη, όπως τη γιαγιά από τη μεριά της μητέρας, που το'χε καημό να κάνει μία εγγονιά αλλά όλο εγγονούς της είχε δώσει ο Γιώργος, τον Χάρη και τον Μιχάλη.
"Όλγα!" είπε ο Αντρέας δείχνοντας τη γυναίκα του Γιώργου. "Αγνή! Χάρης! Μιχάλης! Μάρκος!" συνέχισε δείχνοντάς τους έναν-έναν. "Αλέξης! Αντρέας!" και τέλος δείχνοντας αυτήν, είπε "Ειρήνη! Ειρήνη!"
Εκείνη έμεινε με το χέρι που κρατούσε το ψωμί στον αέρα και σταμάτησε το μάσημα.
"Ειρήνη!" της είπε πάλι δείχνοντάς τη με το δάχτυλο.
"γρμφ!" έκανε σκορπίζοντας παντού ψίχουλα.


Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Πέρασμα Περάσματα (1)

Ήταν απόγευμα του Απρίλη. Η άκρη του δάσους πίσω από το αγρόκτημα ήταν ήσυχη και το ηλιοβασίλεμα έδινε μία πορτοκαλιά αχλύ στον αέρα. Ο πατέρας έδινε οδηγίες στα παιδιά να μαζέψουν τα εργαλεία για βράδυ και στην κουζίνα οι γυναίκες ετοίμαζαν βραδυνό. Οι άντρες βγήκαν από τον στάβλο με βαρειά βήματα, πλύθηκαν στην έξω βρύση πριν πάνε και αυτοί για φαγητό όταν ξάφνου άκουσαν την μητέρα να φωνάζει με οργή.
"Πάει το φαΐ! Το πήρε! Όλο το ταψί! Όλο!" φώναζε, δείχνοντας στο παράθυρο της κουζίνας. "Ποιός; Ποιός το πήρε, είδες;" ρώτησε ο Αντρέας, ο μικρότερος αδερφός του πατέρα.
"Δεν πρόλαβα! Ήμουν εδώ στο νεροχύτη και το'χα βάλει εκεί στο τραπέζι. Ακούω κάτι χρατς-χρατς, γυρνάω και δεν  πρόλαβα! Το ταψί εξαφανίστηκε! Κάνω έτσι από το παράθυρο αλλά αυτός το'σκασε! Πάει το φαγητό, ο αλήτης!"

Οι άντρες βγήκαν και χώθηκαν στο δάσος όπου κατά πάσα πιθανότητα είχε κρυφτεί ο κλέφτης, αλλά αυτός είχε ήδη εξαφανιστεί. Έψαξαν για ίχνη μάταια, μέχρι που τελικά γύρισαν σπίτι άπραγοι και νηστικοί. Εκείνο το βράδυ, έφαγαν πρόχειρα, και την επομένη, πάνω στο κυνήγι, ο πατέρας είδε το ταψί άδειο, πεταμένο στο χώμα. Το μάζεψε και όταν επέστρεψε στο σπίτι είπε σε όλους να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά.

Πράγμα το οποίο δεν βοήθησε και πολύ. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο κλέφτης ξαναχτύπησε, κλέβοντας αυτή τη φορά μία κατσαρόλα κοτόσουπα, την οποία βρήκαν επίσης άδεια μέσα στο δάσος την επόμενη μέρα.Οι κλοπές επαναλήφθηκαν, με αυξανόμενη συχνότητα και κάθε φορά το μόνο που στάθηκαν ικανοί να βρούν από τον κλέφτη ήταν τα άδεια σκεύη σε τυχαίες τοποθεσίες μέσα στο δάσος. Προσπάθησαν να στήσουν καρτέρι, να τον παγιδεύσουν, να περιτριγυρίσουν το σπίτι αλλά κάθε φορά ο κλέφτης έμπαινε και έβγαινε αόρατος, θαρρείς. Μάλιστα είχε τόσο αποθρασυνθεί, ώστε έφτασε στο σημείο να έχει και αγαπημένα φαγητά. Έτσι η μητέρα κατάντησε να αποφεύγει το κρέας, το κοτόπουλο και τις πατάτες, ενώ όταν έστηναν τις παγίδες την έβαζαν να μαγειρέψει μπριζόλες με πατάτες στο φούρνο. Και πάλι, το μόνο που κατάφερε ήταν να χαραμίσει ένα ταψί με καλοψημένο φαγητό.

Ένα βράδυ, τρώγοντας μπάμιες που κατά τα φαινόμενα δεν ήταν της αρεσκείας του θρασύτατου κλέφτη, η οικογένεια κατέληξε να συζητάει πάλι για το ίδιο θέμα.
"Έτσι και ξαναφάω μπάμιες, θα σκάσω!" είπε ο πατέρας, ρίχνοντας το πηρούνι στο πιάτο και με στάλες κόκκινης σάλτσας στην κοιλιά του.
"Πρέπει να τον βρούμε" πρόσθεσε ο Αντρέας
"Και να τον σπάσουμε στο ξύλο" επεσήμανε ο παππούς που επίσης σιχαινόταν τις μπάμιες.
"Και να τον βάλουμε να φάει εκατό κιλά μπάμιες!" είπε ο Χάρης, το μικρότερο παιδί.
"Χχαχαχχα!!" γέλασε ο μπαμπάς. "αλλά που να τον βρείς;! αυτός είναι σα διάολος,  εξαφανίζεται"
"Γιατί; Τί έχουν οι μπάμιες; Εμένα μου αρέσουν οι μπάμιες." είπε η μητέρα
"Κι αν δεν είναι άνθρωπος; Αν είναι ζώο;" ρώτησε ο παππούς αγνοώντας την.
"Μπα... Τί ζώο; Αφού πιάνει ταψιά και κατσαρόλες. Ποιό ζώο βγαίνει από το παράθυρο κρατώντας ένα ταψί; Δεν υπάρχει περίπτωση! Αποκλείεται. Άνθρωπος είναι κι άμα τον πιάσω θα του σπάσω τα κόκκαλα, τις μπάμιες μου μέσα." είπε με θυμό ο Μάρκος, ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα.
"Ναι, αλλά δε βρήκαμε ούτε μία πατημασιά. Αν ήταν άνθρωπος, τότε κάπου θα βρίσκαμε κάτι, μία πατημασιά, θα ακούγαμε φωνή, κάτι! Δηλαδή πως έφυγε; Πέταξε;"
"Ναι... πως το κάνει; Λες; Αλλά τί ζώο;" είπε συλλογισμένος ο πατέρας.
Τότε ο παππούς, αγανακτισμένος, πήρε μία απόφαση.
"Λοιπόν, αύριο, δεν θα κάνουμε τίποτα. Εγώ λέω να πάμε στο δάσος και να το χτενίσουμε όλο. Κάπου θα τον τσακώσουμε, δε μπορεί!"
"Κι αν δεν είναι από το δάσος;" αναρωτήθηκε ο πατέρας.
"Από το δάσος είναι, σίγουρα. Αφού όλες τις κατσαρόλες εκεί τις βρίσκουμε. Κανας ζητιάνος θα είναι. Θα τον βρούμε σίγουρα αν ψάξουμε παντού."

Έτσι και έγινε.
Την επόμενη ημέρα, από νωρίς βγήκαν στο δάσος. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και χώθηκαν στο δάσος. Έψαξαν παντού. Τζίφος. Ούτε καν τα σκυλιά δεν μύρισαν τίποτα. Κάπου ψηλά, στο φύλλωμα μίας βελανιδιάς, ο κλέφτης κούρνιαζε σιωπηλός καθώς οι φίλοι του, τα σκυλιά. έκαναν τη βόλτα τους. Την επόμενη, εξαφανίστηκε ένα ταψί πατάτες μπριάμ.

Πέρασαν μερικές ακόμα εβδομάδες με τον ίδιο τρόπο, φαγητά να εξαφανίζονται και να βρίσκονται ταψιά, μέχρι που μία μέρα, γύρω στο μεσημέρι, ακούστηκε ένα απίστευτα δυνατό, σπαραχτικό  ουρλιαχτό από τη μεριά του δάσους. Όλοι σταμάτησαν τις δουλειές τους και κοιτάχτηκαν απορημένοι.
"Αυτός θα'ναι!" είπε ο Αντρέας και αμέσως όλοι οι άντρες πήραν τις καραμπίνες και έτρεξαν προς τα εκεί από όπου μάλλον ακούστηκε η κραυγή. Έτρεχαν μέσα στο δάσος, όταν ακούστηκε πάλι η κραυγή, αλλά αυτή τη φορά πιο χαμηλή και αργόσυρτη, σαν μουγκρητό.
"Σα ζώο ακούγεται" είπε ο πατέρας.
Οι κραυγές δεν ξανα-ακούστηκαν αλλά είδαν μία κίνηση μέσα στη βλάστηση και στράφηκαν προς τα εκεί. Όταν παραμέρισαν τα φυλλώματα των θάμνων είδαν πιασμένο σε παγίδα για θηράματα τον κλέφτη και έμειναν άναυδοι.
"Τί ειν'τούτο;" είπε ο πατέρας.
Πιασμένο στην παγίδα ήταν ένα λασπωμένο, γυμνό πλάσμα με μακρυά, επίσης λασπωμένα, ανάκατα μαλλιά. Γρύλιζε κρατώντας το πόδι του.
"Τί είναι αυτό;" είπε και ο παππούς.
Το κοιτούσαν χωρίς να ξέρουν τί να κάνουν.
Ο Αντρέας προσπάθησε να το πλησιάσει. Το πλάσμα γρύλισε, άπλωσε απειλητικά το ένα χέρι για να τον γραντζουνίσει και τότε φάνηκαν δύο στήθη. Ήταν κορίτσι.
"Ω γαμώτο!" είπε ο Μάρκος. "Τί κάνουμε τώρα;"
"Δεν ξέρω." είπε ο πατέρας.
Το πλάσμα τώρα έσκουζε λυπητερά. Έκλαιγε προσπαθώντας μία να χωρίσει τις δαγκάνες και μία να τραβήξει το πόδι του.
"Λοιπόν, πρώτα να τη βγάλουμε από την παγίδα πριν κόψει το ποδάρι της" είπε ο παππούς. "Να της δέσουμε τα χέρια, όμως, ε; Μη μας βγάλει κανένα μάτι"
Την πλησίασαν αργά και οι τρείς. Ο πατέρας έβγαλε τη ζώνη του, ο Αντρέας και ο παππούς την ξάπλωσαν στο χώμα και ανάμεσα σε γρυλίσματα και μανιασμένα χτυπήματα, κατάφεραν να της δέσουν τα χέρια με τη αυτή. Το πλάσμα ούρλιαζε και σφάδαζε προσπαθώντας να λυθεί, αλλά δεμένη και με το πόδι στην παγίδα εξαντλήθηκε γρήγορα.
"Αλέξη, τη ζώνη σου" είπε ο Αντρέας στον παππού και της έδεσε και τα πόδια, πάνω από το γόνατο.
Ο παππούς την βάστηξε ακίνητη στο χώμα και ο Αντρέας με τον πατέρα άνοιξαν την παγίδα. Το πλάσμα λιποθύμησε.
Οι τέσσερις άντρες έβγαλαν τα πουκάμισά τους, την τύλιξαν και την πήγαν κουβαλητή στο σπίτι.

Την ξάπλωσαν δεμένη ανάμεσα σε κάτι κουτιά στο παλιό δωμάτιο του άλλου του παππού, που είχε πεθάνει πριν από μερικά χρόνια και τώρα το είχαν για αποθήκη.




Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Εξελικτικό χαρακτηριστικό επιβίωσης

Είναι αρκετά πιθανό η ανθρώπινη κοινωνικότητα να έχει αλλάξει αρκετά τα τελευταία χιλιάδες χρόνια χωρίς αυτή η αλλαγή να προλάβει να ενσωματωθεί στο γονιδίωμά μας, ως είδος. Οι αλλαγές στη διαβίωση υπήρξαν μεγάλες και πολλές, ειδικά το τελευταίο διάστημα, οπότε δεν είναι εντελώς ανυπόστατη αυτή η υπόθεση.

Ίσως  μία από αυτές τις αλλαγές να ήταν το ζήτημα της αγάπης. Ίσως, σαν προαθρώπινα πρωτεύοντα η αγάπη να είχε άλλη, πιο ζωώδη έννοια και με το πέρασμα από την αγέλη στην κοινωνία να απέκτησε διαφορετική υπόσταση.

Παρατηρώντας ένα ζώο θα δούμε ότι η ενστικτώδης αγάπη περιορίζεται σε ορισμένα άτομα, τα τέκνα και τα ταίρια τις περισσότερες φορές, ενώ σε αγελαία ζώα μπορεί η αγάπη να διευρυνθεί σε περισσότερα άτομα, τις περισσότερες φορές όχι όλα αλλά μερικά. Αν κάποιο από αυτά βρεθεί σε κίνδυνο, τις περισσότερες φορές οι σύντροφοί του θα το αφήσουν στη μοίρα του και μόνο για τα κουτάβια ή τα νεογνά οι γονείς θα ρισκάρουν να τα προστατεύσουν. Τα γέρικα θα ζήσουν για όσο αντέχουν και μετά μένουν αβοήθητα. Φυσικά και  υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά είναι ακριβώς αυτό: εξαιρέσεις. Τις περισσότερες φορές η αγάπη αυτή είναι ή οικογενειακή ή φυλετική αλλά σχεδόν ποτέ και τα δύο και η πιο συχνή "γραμμή είναι ότι από ένα σημείο και μετά, είσαι μόνος σου.

Οι προ-άνθρωποι σε ποιά ομάδα ανήκαν;
Μήπως ήταν αυτό ένα από τα πλεονεκτήματα που κατέστησε τον άνθρωπο κυρίαρχο;

Οι άνθρωποι εκτός από την αγάπη προς το ταίρι και φυσικά προς τα τέκνα, έχουν και την αγάπη προς την ομάδα, και μάλιστα οι άνθρωποι θα ρισκάρουν να προστατέψουν ακόμα και άρρωστα ή γέρικα άτομα που σε άλλα είδη θα θεωρούνταν ανάξια προστασίας μιας και η συνεισφορά τους στην ομάδα θα ήταν ασήμαντη.

Προχωρώντας οι κοινωνίες η αγάπη αυτή έφτασε να απευθύνεται και στον εχθρό, πράγμα μοναδικό στη φύση και αυτό το τελευταίο είναι που φέρνει το ερώτημα: ήταν αυτό πάντα έτσι από πριν γίνουμε άνθρωποι ή ήταν αυτό που μας έκανε άνθρωπους;
Και είναι περίεργο αυτό σαν ερώτημα, γιατί ακόμα και τώρα είναι τόσο δύσκολο να αγαπήσεις όχι τον εχθρό σου, αλλά ακόμα και τον συγγενή σου ή τον συνεργάτη σου, πόσο μάλλον κάποιον που θέλει να σε βλάψει.

Κάποια στιγμή, ένας παρατηρητικός και, πάνω από όλα έξυπνος άνθρωπος διαπίστωσε ότι όταν αγαπάμε κάποιον τότε ζούμε περισσότερο και καλύτερα, και το έκανε νόμο. Η αγάπη ήρθε σαν λογικό συμπέρασμα, σαν αποτέλεσμα λογικής σκέψης. Ήταν η Εύα ή κάποιος άλλος; Αυτό ήταν που έκανε η θρησκεία όταν πρωτοεμφανίστηκε;

Και πριν καλά-καλά συνέλθουμε από αυτό το σοκ, πριν καλά-καλά συνηθίσουμε αυτή την επίκτητη συνήθεια, τώρα έχουμε και ένα άλλο. Εκτός από το ταίρι μας, το παιδί μας, τους συγγενείς και φίλους μας, την ομάδα μας (πολίτες, έθνη, θρησκευτικά σύνολα) και (από τότε που το είπε ο Χριστός) τους εχθρούς μας, πλέον είμαστε σε ένα σημείο που η αγάπη κρίνεται ωφέλιμο να διευρυνθεί παγκόσμια. Ο σημερινός άνθρωπος πρέπει να αγαπάει τους πάντες, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα.

Πόσο να χωρέσει ο νούς του ανθρώπου; Πόσα να προλάβει πια!
Μέχρι χτές μισούσαμε οι καπιταλιστές τους κομμουνιστές κι αντίστροφα, οι άσπροι τους μαύρους, οι γάλλοι τους άγγλους, οι έλληνες τους τούρκους, οι στρέητ τους ομο, οι και όλοι μαζί τους εβραίους,  και τώρα ξαφνικά πρέπει να αγαπιόμαστε ολούθε;

Γίνεται αυτό;
Δεν το νομίζω.
Δύσκολο μου φαίνεται.
Πρέπει να περάσουν μερικά χρονάκια ακόμα.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Κύκλος ατετραγώνιστος

Η περίφημη επιστήμη.
Καταπιάνεται με το πως να κατασκευάσει πράγματα που ήδη υπάρχουν, όπως ανθρώπινα πλάσματα  τη στιγμή που υπάρχει το σεξ, ενέργεια από το φως τη στιγμή που υπάρχουν τα φυτά που με λίγη χλωροφύλη τρέφουν όλο το οικοσύστημα, τεχνητά κατοικίδια που δεν μπορούν να επιζήσουν χωρίς διαρκή και εντατική ανθρώπινη, πολυδάπανη φροντίδα τη στιγμή που  η απλή ημίαιμη γάτα ή σκύλος ζούν με ελάχιστα και κερδίζουν το φαΐ τους δουλεύοντας για εμάς.

Ξοδεύει ένα σκασμό λεφτά για να μην αναπαράγεται και μετά άλλον έναν σκασμό λεφτά για τεχνητή γονιμοποίηση, γιατί με αυτά που κάνει, το ανθρώπινο είδος θα είναι στείρο όπως τα τεχνητά του κατοικίδια, ανίκανοι να ζήσουν χωρίς τεχνητή υποστήριξη.

Περνά την αιωνιότητα προσπαθώντας να αυξήσει το βίο του με τεχνολογίες, φάρμακα και απίθανα ποσά μελέτης και πόρων, αλλά μετά μιλά για μειώσεις πληθυσμών.

Αντλεί απίστευτα ποσά ενέργειας για να φτιάξει αυτό που καταστρέφει αντλώντας την.

Όσο πιο προηγμένη η επιστήμη, τόσο πιο μεγάλη η καταστροφή.

Μπράβο στην ανθρώπινη διάνοια.

Kudos.



Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Γιατί πρέπει να αποφεύγουμε τις γυναίκες με έντονο μέηκ απ

Δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.
Λίγα χρόνια πριν θα έλεγα ότι μία γυναίκα που επενδύει τόσο πολύ χρόνο στον καλλωπισμό ώστε να της βγεί απολύτως επιτυχημένο, είτε κρύβει κάτι (ασκήμια, ανασφάλειες, σκατοψυχία, κόμπλεξ) τα οποία έστω και μόνο ψυχολογικά έχει ανάγκη να καλύψει, είτε έχει στρεβλό σύστημα αξιών με αποτέλεσμα να θεωρεί την εξωτερική εμφάνιση σημαντικότερη από άλλα πράγματα στη ζωή και για αυτό μόλις βαφτεί θαρρεί ότι έκανε το χρέος της στην κοινωνία και εφόσον δείχνει όμορφη μπορεί να φέρεται όπως της καπνίσει στους γύρω της, που αποτελεί και τον ορισμό της πουτανιάς.

Ή και τα δύο μαζί: και κρύβει κάτι και έχει στρεβλό σύστημα αξιών, όπως η νύφη μου που  μόλις έχασε μερικά κιλά την "είδε" γκόμενα και χάλασε την οικογένειά της και πηγαινοφέρνει τα παιδιά από γκόμενο σε γκόμενο.

Πλέον έχω ανακαλέσει.

Τα ίδια απολύτως δεινά μπορεί να σου προκαλέσει και μία καλόγρια από το μοναστήρι χωρίς ίχνος μέηκ άπ.

Βαφτείτε άφοβα.


Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Το ξύλο είναι μόνο για να φτιάχνουμε έπιπλα

Όλα τα παιδιά τρώνε που-και-που τη σφαλιάρα τους, υπάρχουν μερικά δε που δεν τρώνε ποτέ ούτε ένα χτύπημα στον πωπό. Και γενικά, παρά τα ανθρώπινα λάθη των γονιών, τα παιδιά μεγαλώνουν και , πάντα γενικά, γίνονται και αυτά άνθρωποι, όχι τέλειοι αλλά κανονικοί, μέσες άκρες.

Υπάρχει όμως ένα σημείο, ας το ονομάσουμε σημείο ξ, στο οποίο το ξύλο παύει να είναι σφάλμα ή υπερβολή και περνά στο επίπεδο της κακοποίησης. Έτσι και περάσεις το σημείο ξ γίνονται δύο τρομερά πράγματα. Πρώτον, καταστρέφεται η σχέση με το παιδί και δεύτερον επηρεάζεται ο ψυχισμός του. Αυτά τα δύο δεν πρέπει να επιτρέψουμε να συμβούν διότι προξενούν δυσκολίες στο παιδί και σίγουρα κανείς δεν θέλει να το κάνει αυτό στο παιδί του.
Αν  καταστραφεί σχέση με το παιδί μας, τότε στο μέλλον θα του λέμε "πρόσεχε!" και θα μας λέει "άει γαμήσου", και θα προτιμά να ακούει τον κάθε τυχαίο παρά να μας δώσει το δικαίωμα να το ραπίσουμε άλλη μία φορά, έστω κι αν αυτό είναι μόνο ψυχολογικά ή μόνο στα λόγια.
Αν επηρεαστεί ο ψυχισμός του, θα έχει πάντα προβλήματα, διαφόρων μορφών, ξεκινώντας από  χαμηλή αυτοεκτίμηση μέχρι ένας θεός ξέρει τί.

Φυσικά, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να προξενήσεις αυτά τα δεινά στο παιδί σου (υπερ-προστατευτικότητα, αδιαφορία, καταχρήσεις, βλακεία, έλλειψη επικοινωνίας, κοκ) και , φυσικά, μιλάμε για την υπερβολή, όταν δηλαδή δεν πρόκειται για μιά στον πωπό αν κάνει κάτι σοβαρό αλλά όταν η καθημερινή πραγματικότητα περιλαμβάνει έντονη βία. Αν σε αυτό το σημείο σκεφτήκατε "ε, δεν το μελάνιασα κιόλας" τότε έχετε ξεπεράσει το σημείο ξ.

Σαν παιδί την είχα  υποστεί και, εκ των υστέρων, είδα τα εξής.
Είδα ότι τις περισσότερες φορές, 9 στις δέκα, ήταν άδικη.
Πολλές φορές ο ανθρώπινος, μη-τέλειος γονιός, απλά κάνει λάθος στην κρίση του. Για παράδειγμα, κάποτε έφαγα ξύλο για κάτι που είχε κάνει ο αδερφός μου. Το (πολύ) ξύλο που έφαγα, εκτός που με νευρίασε και πόνεσε απίστευτα, με έκανε να καταλάβω ότι το πρόσωπο που μου το έδινε ήταν ηλίθιο. Έλεγα ξανά και ξανά ότι δεν το έκανα, έδειξα τις αποδείξεις, αλλά δεν σταματούσε. Αφού έδειξα τις αποδείξεις και το πρόσωπο αυτό δεν κατάλαβε, αυτό σήμαινε πως ήταν ηλίθιο. Το άτομο αυτό αυτό έμαθα να το ξεγελάω, σχετικά εύκολα. Και το ξύλο είναι τις περισσότερες φορές άδικο για έναν ακόμη λόγο, γιατί είναι δυσανάλογο. Εμείς, ας πούμε, τρώγαμε ξύλο όταν δεν τρώγαμε το φαγητό μας. Κάποτε έφαγα ξύλο γιατί χρησιμοποίησα με λάθος τρόπο μία λέξη. Για να πείς ότι είσαι 100% σίγουρος πως δεν κάνεις λάθος στην κρίση σου, πρέπει να διαβάζεις μυαλά και κανείς δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Αλλά ακόμα και τότε, το ξύλο κάνει χειρότερη την κατάσταση.

Μετά, πάλι εκ των υστέρων, είδα αυτό που σαν παιδί ένοιωθα αλλά δεν μπορούσα να εξηγήσω: το ξύλο ήταν η εύκολη λύση. Είναι πιο εύκολο να ρίξεις ξύλο παρά να συζητήσεις, να πείσεις το παιδί, να εξηγήσεις, να διαπαιδαγωγήσεις, στο κάτω-κάτω της γραφής. Το άτομο που μου έριχνε το ξύλο ήθελε απλά να μην το σκοτίζω με τις αηδίες μου, δεν ήθελε να ασχοληθεί περισσότερο. Ήθελε να τελειώνει αυτή η υπόθεση, και τίποτα άλλο. Αν δεν έτρωγα το φαγητό μου, ας πούμε, δεν ήθελε να αναρωτηθεί αν είχα κάποια ίωση ή κάποιο άλλο πρόβλημα. Ήθελε να φάω και να τελειώνω. Αν έσπαγα κάτι, δεν αναρωτιόταν αν χτύπησα ή αν είχε συμβεί κάτι. Το μόνο που ήθελε ήταν να μην το απασχολώ με τις ανοησίες μου. Αντί να μου δείξει πως γίνεται να μην σπάμε πράγματα, έμαθα με το φόβο της τιμωρίας να μην κάνω τίποτα για να μην κάνω ζημιά. Με έδερνε γιατί δεν ήθελε να ασχοληθεί πραγματικά μαζί μου.

Στο τέλος της εφηβείας υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν ήξερα και πήρε πολύ χρόνο να τα μάθω μόνη μου.

Το χειρότερο, όμως, με την βία είναι ότι θολώνει την κρίση.
Ο πόνος περνάει, το μυαλό όμως θυμάται. Θυμάμαι κάθε μία φορά που έφαγα ξύλο, γιατί έτσι είναι το μυαλό του ανθρώπου, και κάτι που επαναλαμβάνεται γίνεται βίωμα και μέρος του χαρακτήρα μας, όπως όταν κάνεις την ίδια άσκηση χίλιες φορές και φουσκώνει ο ανάλογος μυς.

Το ηλίθιο και βίαιο άτομο, παρόλο που μου έδωσε και αρκετά καλά πράγματα, έμεινε στο μυαλό μου ως ηλίθιο και βίαιο άτομο και κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει ένα τέτοιο άτομο, οπότε το έβγαλα από τη ζωή μου, όχι εσκεμμένα αλλά γιατί ενστικτωδώς δεν άντεχα να το βλέπω. Αν σε τσιμπήσει φίδι, την επόμενη φορά θα το αποφύγεις, ας πούμε.

Εκτός από το μυαλό του θύματος, όμως επηρεάζεται το μυαλό του θύτη. Όταν εγκατασταθεί μία συνήθεια εκτοπίζει μία άλλη, φυσιολογικά. Η συνήθεια που εκτοπίζεται όταν κάποιος κάνει τη βία ρουτίνα είναι η συζήτηση και η λογική. Μαθαίνεις, και ο ίδιος, τη βλακεία. Αντί να παρατηρείς το τί συμβαίνει γύρω σου και τί κάνουν οι άνθρωποι, ρίχνεις μία σφαλιάρα και ακυρώνει (νομίζεις) τα πάντα. Κι όμως, αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν, απλά εσύ εθελοτυφλείς, νομίζοντας ότι η σφαλιάρα έλυσε όλα τα προβλήματα. Η σφαλιάρα είναι δάνειο με μεγάλο τόκο.

Κάποτε, για παράδειγμα, είπα στο άτομο που με έδερνε ότι το μισώ και αυτό γέλασε, απαντώντας ότι δεν ξέρω τί λέω και ότι σίγουρα δεν το εννοούσα και ότι κατά βάθος το αγαπάω. Θυμάμαι ότι κοίταξα το άτομο αυτό με μίσος και αηδία χωρίς να πω τίποτα φυσικά. Ήταν πολύ ηλίθιο. Θυμάμαι ότι εκείνη τη στιγμή πάρθηκε η βουβή απόφαση "κάτσε να μεγαλώσω και θα δείς". Πήρα την απόφαση να αποφεύγω το ξύλο όσο μπορούσα και όταν έτρωγα ξύλο θύμωνα, συν τοις άλλοις, και με τον εαυτό μου που δεν χειρίστηκα αρκετά έξυπνα την κατάσταση.

Κάποτε, θυμάμαι, πήγα δίπλα στο άτομο αυτό και είπα "σου χρωστάω το ποιός είμαι" με όλο το μίσος που είχα, εννοώντας όλες τις στεναχώριες και τα παράπονα. Το άτομο συγκινήθηκε και μου έδωσε ένα φιλάκι, γιατί ήμουν ξανθούλικο και γαλανομάτικο και τότε είδα πόσο εύκολα ξεγελιούνται οι άνθρωποι που νομίζουν ότι διαβάζουν το μυαλό σου και μάλιστα σε δέρνουν για αυτό. Ήμουν τετάρτη δημοτικού.

Ακόμα ένα δείγμα ηλιθιότητας, η υποκρισία: τη μία μου ρίχνει το ξύλο της αρκούδας και το επόμενο δευτερόλεπτο χαμογελάει λες και όλα είναι μέλι γάλα...
Πόσο απίστευτα ηλίθιο, ηλίθιο, θέ μου!

Τέλος πάντων, έκτοτε έκανα κυριολεκτικά ότι ήθελα, αλλά βουβά και ήσυχα. Δεν ξαναδιάβασα για το σχολείο, για να δω πότε θα το έπαιρνε χαμπάρι. Δεν το πήρε. Οι βαθμοί μου έπεσαν και η αντίδραση ήταν "μα γιατί, αφού διαβάζει" και μετά απλά το δέχτηκε χωρίς πολλά-πολλά, χωρίς να ελέγξει ποτέ τίποτα και χωρίς ποτέ να κοιτάξει να λύσει το πρόβλημα. Έκανα διάφορα τέτοια πειράματα και διαπίστωσα ότι δεν ήξερε τίποτα αν δεν το έλεγα εγώ. Έκανα κοπάνες από το σχολείο, ας πούμε., ή πήγαινα σε μέρη που μου είχε απαγορεύσει και μετά το κοιτούσα περιμένοντας αντίδραση που ποτέ δεν ερχόταν. Έτσι, αποσύρθηκα σε μία σιωπηλή ιδιωτικότητα, μόνασα μέσα σε ένα σπίτι έξι ατόμων, περιμένοντας την ελευθερία της ενηλικίωσης.

Το κερασάκι στην τούρτα ήταν κάποτε που πήγε στο γυμνάσιο να ρωτήσει για τους βαθμούς μου και όταν έμαθε ότι έγραψα χαμηλά σε κάποιο διαγώνισμα είπε "θα τη δείρω όταν πάμε σπίτι" και εκτός από το φόβο της προσδοκίας της βίας, σιχάθηκα και περιφρόνησα αυτό το άτομο γιατί συνειδητοποίησα πως το έλεγε για να φανεί καλό άτομο στον καθηγητή, να δείξει ότι έκανε τα πάντα σαν γονιός και ότι η αποτυχία δεν ήταν δική της ευθύνη αλλά δική μου. Κρατήθηκα πολύ να μη γελάσω, εκείνη τη στιγμή και όταν φτάσαμε σπίτι, με κόλπα που είχα από καιρό τελειοποιήσει, απέφυγα το ξύλο. Η μία γελοιοποίηση μετά την άλλη... Έβγαζε μονίμως τα λάθος συμπεράσματα. Ήταν, στα μάτια μου, αυτό το άτομο πολύ γελοίο.

Εκ των υστέρων, παρατηρώντας ατό το άτομο σε συνδυασμό με κάποια αναγνώσματα, είδα ότι το άτομο αυτό είχε βαρειά προβλήματα. Έμαθα να αναγνωρίζω ενστικτωδώς τα συμπτώματα αυτά στη συμπεριφορά των άλλων και αυτό είναι ένα θετικό που πήρα από αυτό το άτομο. Έμαθα άτομα με τέτοια χαρακτηριστικά να τα αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, πράγμα που με έσωσε από πολλές κακοτοπιές.

Το ζήτημα είναι πως νόμιζα ότι μεγαλώνοντας θα έφευγα και όλα θα τελείωναν.
Κι όμως, με την εφηβεία ήρθε η συνειδητοποίηση ότι αυτό που ζούσα δεν ήταν φυσιολογικό. Υπήρχαν άνθρωποι που δεν μισούσαν τους γονείς τους ούτε ήθελαν να φύγουν όσο πιο μακρυά
γίνεται αλλά αντιθέτως τους αναζητούν και τους αγαπούν και νιώθουν όμορφα μαζί τους. Ήρθε τότε η  ζήλεια και η ενοχή. Γιατί εγώ δεν αγαπώ αυτό το άτομο; Γιατί είμαι διαφορετική; Προσπάθησα να αγαπήσω αυτό το άτομο αλλά δεν γινόταν γιατί όταν κάποιος σε χτυπάει τότε το πρώτο συναίσθημα που σου έρχεται δεν είναι η τρυφερότητα, σωστά;

Αν έρθει κάποιος που ξέρεις, ας πούμε, και σου αστράψει ένα χαστούκι, τότε το μόνο που δεν θα συμπεράνεις είναι ότι σε αγαπάει. Αν μάλιστα το κάνει πολλές φορές, είτε που θα το ανταποδώσεις είτε που θα φροντίσεις να αποφύγεις αυτό το άτομο, σωστά;

Γιατί, λοιπόν, αυτό το άτομο είχε την προσδοκία αυτό να με χτυπάει τόσο ανελέητα αλλά εγώ να το αγαπώ;

Είναι ηλίθιο.

Σαν ενήλικη, με την ενοχή ριζωμένη μέσα μου, προσπάθησα να προσεγγίσω αυτό το άτομο. Στάθηκε αδύνατο, γιατί θεωρούσε ότι καλά έκανε και ότι όλα καλά πήγαν. Έλεγε συνέχεια "μάρτυς μου ο θεός" και "δε με νοιάζει", μέχρι που πείστηκα ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Το τελευταίο ξύλο το εισέπραξα στα 27 μου, μερικούς μήνες πριν το γάμο μου. Ήταν άσκημο και σκέφτηκα σοβαρά το ενδεχόμενο να ανταποδώσω. Θα μπορούσα, κάλλιστα. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να αγγίξω αυτό το άτομο και αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελα σε καμμία περίπτωση. Σκέφτηκα, επίσης, μέσα στον καταιγισμό χτυπημάτων, πως ό,τι και να γινόταν δεν θα έδινα σε κανέναν το δικαίωμα να πεί για μένα το παραμικρό, ποτέ.

Και απλά έφυγα. Αφαίρεσα τον εαυτό μου από αυτή την πραγματικότητα.

Είναι ένα ηλίθιο άτομο.







Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Σχήμα οξύμωρο

Η παιδεία γενικά είναι ένα ζήτημα σοβαρό, πολυδιάστατο αλλά και βαθύτατα προσωπικό γιατί είναι από εκείνα τα πράγματα που καθορίζουν τη ζωή μας.

Και, όπως όλα στη ζωή, χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις.
Η πιο σπουδαία, θαρρώ, είναι η εξής αντίφαση: πρόκειται για ένα προϊόν μαζικής παραγωγής αλλά στοχεύει στην αριστεία.

Σα να περιμένεις από ένα εργοστάσιο ρούχων στην ταηβάν να σου κατασκευάσει ένα φίνο γάντι με

τέλεια εφαρμογή και ακριβά υλικά.

Φυσικά, αυτός που περιμένει και αυτός που κατασκευάζει έχουν διαφορετικές προσδοκίες, που είναι και αυτό μέρος του προβλήματος.

Ένα άλλο μέρος του προβλήματος είναι ότι ακόμα και αυτό το φθηνό προϊόν μαζικής παραγωγής που μας δίνουν οι Έλληνες πολιτικοί παρ'όλη τη φτήνια των υλικών και των προσδοκιών του, παραμένει ασύμφορα ακριβό.

Το "ασύμφορα" είναι πολύ επιφανειακή λέξη, γιατί για κάθε άτομο που δεν μαθαίνει φυσική, χημεία, βιολογία και μαθηματικά, το σύστημα επιβαρύνεται ένα σκασμό λεφτά σε αποζημιώσεις, νοσήλια, καθυστερήσεις, πειρατείες, αναταραχές & ανατροπές, κοκ, ενώ η παιδεία παράγει συνεργάσιμους, προσεκτικούς πολίτες που με λίγη μόνο επιτήρηση κάθονται φρόνιμα και κάνουν καλή δουλειά, χωρίς πολλές φασαρίες.

Ασύμφορο, λοιπόν.

Η παιδεία και η μόρφωση απαιτούν δάσκαλους που δεν θα πεθάνουν από πείνα στις αργίες και διακοπές, θέλει επιστήμονες που δεν θα παράγουν τίποτα αλλά μόνο θα ερευνούν και θα διδάσκουν, θέλει χαρτί, μελάνι, χρόνο, και πέντε λαούς να ζούν μόνο για αυτό το σκοπό.

Υπό αυτές τις συνθήκες και προυποθέσεις, η παιδεία είναι μόνο για λίγους, οι λίγοι όμως έχουν ένα μειονέκτημα: δεν παράγουν τίποτα, άρα η γνώση τους σε πολύ μεγάλο ποσοστο πάει χαμένη σε ανούσια πράγματα όπως λάηφστάηλ, σχεδιασμό πρωτοποριακών πιγκάλ για τουαλέτες με στύλ, ή σε τέχνες για αδελφές με γούστο ή, ακόμα χειρότερα, σε ποτό ή μοδάτα αξεσουάρ.

Το σύστημα θα ωφεληθεί πολύ περισσότερο από ένα μορφωμένο λοστρόμο που θα κάνει σωστά τη δουλειά του χωρίς να προξενήσει ατυχήματα και χημικές καταστροφές επειδή τον πήρε ο ύπνος στη βάρδια την ώρα που το δεξαμενόπλοιο περνούσε από τα γκαλαπάγκος, παρά από το αν η μία και η άλλη τσούλα θέλει να λέει ότι έχει πτυχίο σαν πρόφαση για να μαδήσει τον γέρο που τη σπίτωσε, λες και δεν το πήραμε χαμπάρι ότι είναι πουλημένη.

Κάποιος που ξέρω στο ΠΝ είχε κάνει το εξής. Αφού κατσάδιασε έναν κατώτερο, βρέθηκε στη δυσάρεστο κατάσταση να του ζητήσει καφέ. Τώρα, όλοι ξέρουμε τι κάνουν οι κατώτεροι στον καφέ των εκνευριστικών ανώτερων. Έχοντας αυτή την απλή αλήθεια κατά νου, ο γνωστός μου έκανε το εξής. Πήρε το φλυτζάνι, κοίταξε στα μάτια τον κατώτερο και έφτυσε και ο ίδιος μέσα. Με το βλέμμα ακομα επίμονα καρφωμένο στον κατώτερο, ήπιε τον φτυσμένο καφέ. Ο κατώτερος έμεινε "κάγκελο". Ο ανώτερος του παρέδωσε με σταθερό βλέμμα το φλυτζάνι και δεν του ζήτησε άλλον καφέ.

Η ελίτ είναι καιρός να φτύσει στον καφέ της.
Ή να δώσει αυτά που πήρε.





Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Πως να αιχμαλωτίσετε την προσοχή των Ακροατών σας.

Έχοντας ακούσει πολλές ομιλίες, κυρίως διαδικτυακά, παρατήρησα ότι κάποιες από αυτές ήταν απολαυστικότερες από άλλες ενώ κάποιες άλλες δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσουν. Κάποιες από αυτές, δεν τις άντεξα και είτε που "έφυγα" αν ήταν δια ζώσης (δηλαδή αποσύρθηκα εντός του μυαλού μου και έπαψα να τις ακούω ενόσω ακόμα βρισκόταν σε εξέλιξη) είτε που έκλεισα το παράθυρο, αν ήταν διαδικτυακές.

Έψαξα τα στατιστικά και τις γνώμες των άλλων ακροατών και παρατήρησα ότι πολλοί συμφωνούσαν μαζί μου: οι ομιλίες που δεν μου άρεσαν, είχαν χαμηλή δημοτικότητα.

Άρα δεν είναι κάτι το τυχαίο ούτε κάποια παραξενιά δική μου, αλλά κάτι που ισχύει για όλους.
Έψαξα λοιπόν τα στοιχεία των ομιλιών αυτών και βρήκα τα εξής.

Για να κάνετε μία επιτυχημένη ομιλία είναι καλό να πείτε κάτι που οι ακροατές σας δεν γνωρίζουν, αλλά μπορείτε να γίνετε ενδιαφέρων και χωρίς αυτό. Η θεματολογία έχει σημασία όταν δεν υπάρχει κάποιο από τα παρακάτω ή σε ένα συνέδριο/διάλεξη κοκ όπου οι ομιλητές μοιράζονται επαγγελματικό συμφέρον με τους ακροατές. Εκεί θα σας ακούσουν με το ζόρι και δεν θα μάθετε ποτέ αν κάθε λεπτό της ομιλίας σας ευχόταν να πεθάνετε επί τόπου ή αν ρουφούσαν κάθε λέξη που λέγατε. Ή αν υπήρξατε αδιάφορος ομιλητής και μόνο το αντικείμενο της ομιλίας σας κράτησε τους ακροατές στη θέση τους.

Αυτός που κυριολεκτικά αιχμαλωτίζει το κοινό του, όμως, έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

  1. Είναι άντρας, όχι μεγάλης ηλικίας κατά προτίμηση. Γύρω στα 40 είναι καλά.
  2. Μιλάει καθαρά, με προφορά που δεν είναι ακραία με οιονδήποτε τρόπο. Η φωνή δεν έχει τόση σημασία, βοηθάει όμως αν είναι βαρειά και σταθερή. Ούτε πολύ αργά, αλλά κυρίως, ούτε πολύ γρήγορα.
  3. Κινείται λίγο, χωρίς να πηγαινοέρχεται υπερβολικά, αλλά ούτε να είναι και "άγαλμα".
  4. Χρησιμοποιεί τα χέρια του.
  5. Κοιτάει άμεσα το κοινό του.
  6. Δεν είναι ούτε υπερβολικά καλοντυμένος ούτε υπερβολικά ατημέλητος.
  7. Έχει μεγαλούτσικο κεφάλι.
  8. Δεν κάνει ερωτήσεις στο κοινό, παρά μόνο ρητορικές.
  9. Κάνει χιούμορ, αλλά με μέτρο, χωρίς καραγκιοζιλίκια.
  10. Ζει και ξαναζεί επί σκηνής αυτό που περιγράφει.
  11. Δεν μιλάει για τον εαυτό του παρά μόνο αν είναι πραγματικά απαραίτητο.
  12. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, σημαντικός: κάτι έχει κάνει, είναι σπουδαίος, διάσημος, κοκ.
Αν είστε γυναίκα, τότε αυτόματα χάνετε το πλεονέκτημα 1, 2, 7, 9, 10, 11 γιατί όπως όλοι γνωρίζουμε οι γυναίκες είναι μικροκαμωμένες, με αδύναμη φωνή που περισσότερο μοιάζει με νιαούρισμα ή κλαψούρισμα, δεν είναι καλές στο χιούμορ γιατί το παρακάνουν με την προσπάθεια και είναι εγωίστριες. Δεν έχω δεί καμμία ομιλήτρια που να μην περιστρέφει την ομιλία της γύρω από τον εαυτό της. Να, κι εγώ μόλις το έκανα...

Αν είστε γυναίκα και πρέπει να μιλήσετε στο κοινό, οι πιθανότητες είναι να απογοητεύσετε, αν μη τι άλλο από υπερβολική προσπάθεια, οπότε το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι το εξής.

  1. Αποφύγετε το χιούμορ πάσει θυσία, ειδικά αν είναι σεξουαλικού περιεχομένου ή αυτοσαρκασμός. Ακόμα και αν γελάσουν οι ακροατές, θα μειώσει την αποτελεσματικότητα της ομιλίας σας και το κύρος σας. Αυτά πιάνουν μόνο για τους άντρες συνάδελφους. Μάλιστα, είναι προτιμότερο να πείτε ένα μέτριο αστείο που θα προξενήσει ένα χάχανο παρά να κάνετε τους ακροατές να ξεκαρδιστούν, για να μην χάσετε το κοινό σας. Αδικία, αλλά τί να κάνεις. Εμείς ζούμε περισσότερο, οπότε, ερχόμαστε ισοπαλία.
  2. Μην υψώσετε τη φωνή σας για κανέναν λόγο. Αυτό θα φέρει αυτόματα την εξής αντίδραση: θα θυμίσει σε όλους το πως τους μάλωνε η μάνα τους και θα πάψουν την ίδια στιγμή να σας ακούνε. Αν υψώσετε τη φωνή, χάσατε, γίνατε η υστερικιά με την περίοδο.
  3. Μην μιλήσετε για τον εαυτό σας, όσο σημαντικό και να είναι για την ομιλία σας. Είναι 100% βέβαιο ότι θα παρασυρθείτε και αντί να μιλήσετε για το θέμα σας, θα καταλήξετε να μιλάτε για το πως αισθανθήκατε και τι σημαίνει για εσάς, κάτι για το οποίο οι ακροατές σας δεν ενδιαφέρονται, και θα τους χάσετε. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για το πως νοιώθουν οι γυναίκες.
  4. Μην τονίσετε τη σημασία του θέματος που αναφέρετε. Πάντα οι γυναίκες το παρακάνουν σε αυτό και γίνονται κουραστικές. Αν είναι στα αλήθεια σημαντικό, τότε να είστε σίγουρη ότι οι ακροατές θα το εκτιμήσουν. Μην τονίσετε τίποτα.
  5. Μην ντυθείτε για την περίσταση. Κατά κάποιον τρόπο αυτό γίνεται αντιληπτό από το κοινό και δίνετε την εντύπωση ότι είστε ματαιόδοξη ή ότι είστε η τυπική, αδύναμη γυναικούλα, που μόνο τα λούσα την νοιάζουν. Ντυθείτε όπως πάντα. Αν πάντα κυκλοφορείτε με ταγιέρ, φορέστε ένα και στην ομιλία σας. Αν δεν είστε του ταγιέρ, τότε θα δείχνει αφύσικο πάνω σας και θα χάσετε σε σκηνική παρουσία.
Τέλος, αν αγαπάτε το κοινό σας τότε θα το διασκεδάσετε οι ίδιοι αλλά και αυτοί που σας ακούν θα εισπράξουν περισσότερα.





Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Πειρατής κάνει Γιούργια

Εχτές ο Jolly Roger, ένας από τους μπλόγγερ που εκτιμώ, για κάποιο λόγο εξερράγη.
Έγραψε απανωτά μία σειρά άρθρων που καμμία εφημερίδα και κανένας αναλυτής δεν έχει τα κότσια να παρουσιάσει.
Δεν λέει κάτι το καινούριο.
Όλοι τα ξέρουμε αυτά.
Αλλά είναι σημαντικό να λέγονται, γιατί όταν δεν μιλάς τα λαμόγια νομίζουν ότι έχαψες το παραμύθι και ότι όλα πάνε καλά.

Το κυριότερο, δεν είμαστε μόνοι μας.
Είμαστε πολλοί.
Δεν τρελαθήκαμε, ούτε είναι η ιδέα μας.
Είμαστε πολλοί.
Είμαστε περισσότεροι.

Προσωπικά, δεν βρήκα ούτε ένα σημείο να διαφωνήσω.
Διάβασε και πες μου αν έχει άδικο.
Ένα
Δύο 
Τρία
Τέσσερα
Πέντε
Έξι
Επτά

Τζόλι, αν έρθεις κατά Πρέβεζα μεριά, κερνάω μπύρες.

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Σιγά τη διαφορετικότητα!

Αν υποθέσουμε ότι βλέπεις δύο άτομα, ένα λεπτό και ένα χοντρό, ποιό θα σου αρέσει;
Το λεπτό, φυσικά, σωστά;
Λάθος.

Δεν υπάρχει τρόπος να ξέρεις εκ των προτέρων αν θα σου αρέσει κάποιος ή όχι, ούτε υπάρχει ασφαλές κριτήριο για το αν θα τα πας καλά με κάποιον ή όχι, παρά τις διαβεβαιώσεις των κόουτς και των μάνατζερσ, ψυχολόγων και άλλων επαγγελματιών που σχετίζονται με τις δημόσιες σχέσεις ή το μανατζάρισμα ή τις πωλήσεις, κοκ. Γιατί αν αυτοί είχαν δίκιο, τότε δεν θα είχε μείνει ούτε ένα προϊόν απούλητο, πράγμα που όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν ισχύει.

Αν ήταν αλήθεια όλα όσα λένε οι "επιστήμονες" τότε όλα τα μοντέλα θα ήταν καλοπαντρεμένα και ευτυχισμένα σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, πράγμα που, για άλλη μία φορά, ξέρουμε ότι δεν ισχύει, και οποιοσδήποτε ξέφευγε από αυτό το πρότυπο θα ήταν μόνος και ανέραστος, πράγμα που επίσης ξέρουμε δια προσωπικής εμπειρίας ότι δεν ισχύει. Μάλιστα, μάλλον το αντίθετο ισχύει, δηλαδή τα άτομα που θεωρούνται θελκτικά ή τέλεια πολύ συχνά έχουν αποτυχημένες σχέσεις ή καταλήγουν μόνα, ακριβώς όπως τα άτομα ακραίας αρνητικής διαφορετικότητας. Σα να λέμε η πιθανότητα να καταλήξεις μόνος και άνεργος είναι ίδια τόσο αν είσαι καλλονή/παίδαρος όσο και αν σου λείπει ένα χέρι.

Η ομορφιά της ανθρώπινης ψυχής είναι ότι το να είσαι παχύσαρκος, κοντός, ομοφυλόφιλος, αλλοδαπός, γεροπαράξενος, κουτσός, αμακιγιάριστος δε σε κάνει ανεπιθύμητο, και όλοι οι λεπτοί, τέλεια μανικιουρισμένοι άνθρωποι εκεί έξω που κλαίνε μόνοι στα τηλέφωνα γηράσκοντας στα καλοδιακοσμημένα γυμναστήρια  αποτελούν μαρτυρία για αυτό.

Η διαφορετικότητα, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της κριτήριο αποτυχίας.

Αν κάποιος έχει αποτύχει σε κάτι, τότε δεν φταίει η διαφορετικότητά του, και καλά θα κάνει να αναζητήσει αλλού τα αίτια της αποτυχίας του.

Από την άλλη μεριά, όλοι κρινόμαστε, είτε ίδιοι είτε διαφορετικοί και δεν είμαστε οι ίδιοι που αποφασίζουμε για το τί είμαστε αλλά οι συνάνθρωποί μας. Δηλαδή δεν μπορείς να πείς "εγώ είμαι διαφορετικός γιατί είμαι παχύσαρκος" αλλά αυτοί που σε περιτριγυρίζουν θα σε αντιμετωπίσουν αναλόγως και αυτό θα είναι τελεσίδικο και πιθανότητες να γίνεις αποδεκτός είναι κυριολεκτικά πενήντα-πενήντα.

Ούτε μπορείς να ζυγίζεις τόσο ώστε να διαμορφώνεται δικό σου ξεχωριστό βαρυτικό πεδίο ή να τριγυρνάς σαν την ανθισμένη μανώλια και να έχεις την απαίτηση από τους άλλους να μην το παρατηρήσουν. Αν είσαι παχύσαρκος, θα σε πουν παχύσαρκο. Αν είσαι αδελφή, θα σε πούν αδελφή και αν είσαι σιχαμένος θα σε πούν σιχαμένο και να είσαι μαλάκας θα σε πουν μαλάκα.

Μην το πάρεις προσωπικά, έτσι γίνεται με όλους, ακόμα και με αυτούς που εξωτερικά μοιάζουν συμβατικοί, όπως ο ταξιτζής, η νοικοκυρά, η θεούσα, ο κλαρινογαμπρός, ο γεροτσιφούτης, το πιπίνι, ο φουσκωτός, η τσούλα, ο στρατόκαυλος και άλλες ταμπέλες που βάζουν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλον, όταν βαριούνται να ασχοληθούν στα αλήθεια μαζί τους.

Νομίζεις ότι μόνο εσύ κρίνεσαι;
Κάνεις λάθος.
Μεγάλο λάθος.

Σκέψου ότι υπάρχουν πανέμορφοι άνθρωποι εκεί έξω που κλαίνε επειδή νομίζουν πως ο γκόμενος/-α τους απέρριψε γιατί δεν είχαν το σωστό ρούχο ή το σωστό χρώμα βερνίκι νυχιών ή δεν είπαν τη σωστή κουβέντα ή έχουν δύο κιλά παραπάνω και βιώνουν ακριβώς τα ίδια αισθήματα απόρριψης που εσύ νομίζεις ότι προέρχονται από την διαφορετικότητά σου.

Όταν ρίχνεις μία ματιά σε κάποιον, τότε αυτόματα εκτός από το πάχος και το κάλλος, ενστικτωδώς καταγράφεις ένα σωρό άλλα χαρακτηριστικά, από την διάθεση της στιγμής, την γενικότερη ψυχολογία και τον χαρακτήρα μέχρι την κουλτούρα και την καλλιέργεια του ατόμου που βλέπεις, χωρίς να το συνειδητοποιείς ούτε καν ο ίδιος. Και το ίδιο κάνει ο άλλος που βλέπει εσένα.

Τί θα κάνεις, λοιπόν, θα κάτσεις εκείνη τη στιγμή να αλλάξεις την διάθεση της στιγμής, την γενικότερη ψυχολογία και τον χαρακτήρα μέχρι την κουλτούρα και την καλλιέργειά σου για να γίνεις αρεστός;

Και να το θες δε γίνεται γιατί για να γίνεις αυτός που είσαι χρειάστηκες μία ζωή, οπότε πάρε το απόφαση.

Η διαφορετικότητα, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο αποτυχίας.

Για να αποτύχεις η διαφορετικότητα πρέπει να συνδυάζεται με ένα σωρό άλλα χαρακτηριστικά, σωματικά και ψυχολογικά που η "επιστήμη" απλά δεν έχει κατανοήσει. Εκτός από διαφορετικός πρέπει να είσαι και ανεπαρκής, για να αποτύχεις.

Κάτσε ψάξε το και μετά δέξου του, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις.

Είσαι αυτός που είσαι.

"Γάτα" η γάτα

Γύρω στα Χριστούγεννα υιοθετήσαμε μία άσπρη γατούλα, τη Σάσα.

Η Σάσα είναι χαδιάρα και παιχνιδιάρα, όπως οι περισσότερες γάτες, αλλά έδειξε και κάποια άλλα, όχι και τόσο συνηθισμένα χαρακτηριστικά. Είναι σιχασιάρα. Αποφεύγει την ακαταστασία και αν κατά τύχη πατήσει σκόνη, χώμα, λάσπη ή σκουπίδι τινάζει το πόδι της και γλύφεται αμέσως. Δεν κοιμάται όπου-κι-όπου αλλά επιλέγει για την ξεκούρασή της επιφάνειες όσο το δυνατόν πιο λείες και καθαρές.
Όταν είναι στον κήπο πάει και βρίσκει πεσμένα κουτιά ή πάνω σε κάποιο πλακάκι που να μην έχει τίποτα, μα τίποτα επάνω του, ενώ για αυτόν ακριβώς τον λόγο επιδιώκει πάσει θυσία να μπεί στο σπίτι παρά τις απαγορεύσεις του πατρός μου. Έχει μάθει, μάλιστα, πως να ανοίγει πόρτες και σύρτες ενώ έφτασε και στο σημείο να σκαρφαλώνει από το κλήμα μέχρι τη μέση του πρώτου ορόφου και από εκεί να πηδάει στο παράθυρο του μπάνιου (ένα άλμα περίπου δύο ή τριών μέτρων)  και να νιαουρίζει όταν κάποιος πλένεται ή ανακουφίζεται μέχρι να υποκύψει ο λουόμενος ή ανακουφιζόμενος και να της επιτρέψει να μπεί.

Καταλαβαίνει, όπως όλες οι γάτες, τι λένε οι άνθρωποι και με αυτό τον τρόπο εμφανίζεται όταν τη συμφέρει και εξαφανίζεται όταν η κατάσταση της είναι ασύμφορη ή αδιάφορη.

Αυτό που μας άφησε όλους άφωνους είναι η πρώτη της γέννα, εδώ και μερικές εβδομάδες.
Πρώτον ενώ συνήθως οι πρώτες γέννες είναι μικρές και λόγω απειρίας της γατομάνας συχνά τα γατάκια ψοφάνε ή τα τρώνε οι γάτοι, η Σάσα με την πρώτη έκανε πέντε παχουλά πλασματάκια που έζησαν όλα τους.
Δεύτερον, ενώ συνήθως η γέννα είναι μία διαδικασία με πολλή ακαταστασία και διάφορα υγρά, η Σάσα γέννησε μα το κουτί της ήταν λες και τα γατιά δεν τα έβγαλε από μέσα της αλλά της τα'φερε ο ταχυδρόμος: ούτε αίμα, ούτε άλλο υγρό, ούτε οσμή καμμία, ούτε καν μούσκεψε το χαρτόνι! Και τα έχει τόσο καθαρά που είναι αφράτα λες και τα έχεις μόλις πλύνει και όταν τα πιάνεις στο χέρι δεν μυρίζεις απολύτως τίποτα, μα τίποτα! Αυτό δεν το έχω ξαναδεί ποτέ σε γάτα, και είχα αρκετές, σαν παιδί. Όλα πεντακάθαρα.

Τέλος, ο τρόπος που διάλεξε την "φωλιά" της ήταν επίσης καταπληκτικός. Αρχικά είχε διαλέξει ένα χαρτόκουτο στην πυλωτή, αλλά όπως συνηθίζεται, αργότερα τα μετακίνησε για μεγαλύτερη ασφάλεια. Όταν το έκανε αυτό, δεν τα βρίσκαμε πουθενά. Ψάξαμε όλη την πυλωτή και τον κήπο τριγύρω, ακόμα και μέσα στο σπίτι, έξω από τον κήπο, στον κήπο του γείτονα, ακόμα και δύο κήπους παραπέρα, που είχε πάει μία φορά όταν είχε τρομάξει από κάτι παιδιά που την κυνήγησαν. Τίποτα, άκαρπες οι έρευνες, άφαντα τα γατιά. Είχαμε αρχίσει να πιστεύουμε ότι τα είχε σκοτώσει κάποιος γάτος, μιας και είχαν περάσει μερικές ημέρες που δεν τα είχαμε δεί.

Μέχρι που την είδαμε να βγαίνει από το αυτοκίνητο του πατρός μου.


Πεντεκάθαρα!
Η ρουφιάνα τα είχε κρύψει στο πίσω πάτωμα και τα τάιζε τόσο καλά που ούτε μία φορά δεν ακούστηκε ούτε νιαούρισμα, ούτε κιχ. Τόσο καλοζωισμένα τα είχε που όποτε ο πατήρ έπαιρνε το αυτοκίνητο για να πάει για ψάρεμα ή για ψώνια, ούτε τα ίδια τα γατιά ανησυχούσαν ούτε η γάτα  ανησυχούσε και , κυρίως, ο πατήρ μου δεν πήρε χαμπάρι ότι πηγαινοέφερνε γατιά σε κάθε δρομολόγιο.

Όταν τελικά ανακαλύψαμε την κρυψώνα, απηύδησε με την εμμονή μας να της χαλάμε την ασφάλεια των γατιών της και για τιμωρία τα μετέφερε με μεγάλη πονηριά εντός του σπιτιού: αθόρυβα τα έφερε μέχρι έξω από την πόρτα. Μετά άρχισε να νιαουρίζε, δήθεν για φαγητό. Με το που ανοίξαμε την πόρτα, ήταν έτοιμη με το ένα γατί στο στόμα και σαν αστραπή τρύπωσε μέσα.

Τελικά, μετά από πολύωρες διαβουλεύσεις και αντικατασκοπείες γατιών, καταλήξαμε σε συμβιβασμό: ούτε έξω, ούτε μέσα, αλλά στο μπαλκόνι.

Και τώρα ψάχνουμε για ανάδοχες οικογένειες για τις χνουδωτές ψυχούλες.



Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Και εις άλλα, με προσοχή

Πρώτον και κύριον γιατί το πρώτο που περικόπτει κανείς είναι οι υποδομές ασφαλείας. Αν, για παράδειγμα, έχεις ένα ταξί και σήμερα έβγαλες 15 ευρώ, τότε τί θα προτιμήσεις, να βάλεις καινούρια φρένα/λάστιχα, κοκ ή να βάλεις βενζίνη και να αγοράσεις φαγητό για τη φαμίλια; Φυσικά το δεύτερο. Τα φρένα και τα λάστιχα θα τα αφήσεις μέχρι να διαλυθεί και το τελευταίο λαστιχάκι ΚΑΙ ΜΕΤΑ θα τα αλλάξεις αν δεν γίνεται αλλιώς.

Παρομοίως, μένουν χωρίς συντήρηση οι δρόμοι, τα φανάρια κυκλοφορίας, οι πυροσβεστικές δομές, μένουν χωρίς ανανέωση τα κουτιά πρώτων βοηθειών και γενικά υπάρχει μία χαλαρότητα σε ότι αφορά θέματα ασφαλείας για να δοθεί προτεραιότητα σε πιο άμεσα θέματα λειτουργίας και επιβίωσης.

Με λίγα λόγια, αν δεν αυτοκτονήσετε από την απελπισία, τότε το πιο πιθανό είναι να πάθετε εργατικό ή τροχαίο ατύχημα και στο νοσοκομείο να μην έχουν ούτε τσιρότο να σας βάλουν, και να σας στείλουν με το κομμένο δάχτυλο στο φαρμακείο, όπως κάνουν στα γιάννενα ορισμένες φορές.

Δεύτερον, εκτός από αυτή την πτώση στην ποιότητα των υποδομών, παρατηρείται και μία γενικότερη πτώση στην ποιότητα των προϊόντων, στην παραγωγή και στην κατανάλωση, γενικά. Αν, ας πούμε είσαι μαμά και μαγειρεύεις, τότε εκεί που άλλοτε θα διάλεγες το καλύτερο ζυμαρικό, πλέον θα προτιμήσεις το φθηνότερο που συχνά περιέχει περισσότερη ζάχαρη, αλάτι, κακής ποιότητας λίπη, μπαγιάτικα ή νοθευμένα υλικά, κοκ. Σκέψου τις συνέπειες....

Αν είσαι παραγωγός ροδάκινων, μπισκότων, πλαστικών ποτηριών, αν παράγεις οτιδήποτε τέλος πάντων, εκεί που κάποτε μπορούσες να παράγεις ποιότητα, τώρα για να μην φαλήρεις είσαι αναγκασμένος στο όνομα της ανταγωνιστικότητας να χρησιμοποιείς πρώτες ύλες δευτέρας ή και χαμηλότερης διαλογής για να σε αγοράσουν. Συνεπώς, αφού κάθε προϊόν που αγοράζεις είναι χαμηλότερης ποιότητας, τότε αυξάνονται οι πιθανότητες να αρρωστήσεις, να δηλητηριαστείς, να σου σκάσει το κινητό στα χέρια, να καταπιείς μελαμίνη στο γάλα, τα συνθετικά υλικά των ρούχων σου να σου προξενήσουν δερματικές παθήσεις, να καταναλώσεις χημικά υποκατάστατα αντί για φυσικά υλικά, τα εργαλεία να σου σπάσουν πάνω στη δουλειά και ούτω καθεξής, με τις αναμενόμενες συνέπειες για την υγεία σου.

Τρίτον, και κατά τη γνώμη μου το κυριότερο, είναι που οι άνθρωποι έχουν θολώσει και έχει κλονιστεί η κρίση τους, έχουν χάσει τα αυγά και τα πασχάλια, οι περισσότεροι τελούν υπό καθεστώς μόνιμης σύγχυσης. Βλέπεις οδηγούς στο τιμόνι με βλέμμα "σβησμένο" γιατί σκέφτονται πως θα επιβιώσουν, πως θα πληρώσουν λογαριασμούς και πως θα βγεί ο επόμενος μήνας. Βλέπεις ανθρώπους που μέχρι πρότινος είχαν την ορθή κρίση να παίρνουν αποφάσεις ωφέλιμες για τον εαυτό τους και τους γύρω τους, να κάνουν τώρα αψυχολόγητες κινήσεις, να αντιδρούν σπασμωδικά και να παίρνουν απερίσκεπτα ρίσκα. Και αυτό είναι που κάνει τα δύο πρώτα πιο επικίνδυνα, γιατί αν εκτός από κακές υποδομές και κακής ποιότητας προϊόντα έχεις και απρόσεκτους ανθρώπους, τότε είναι θέμα χρόνου να συμβεί το κακό.

Τέταρτον, τέλος, είναι ότι αν πάθεις κάτι δεν υπάρχει κανείς να σε βοηθήσει, γιατί απλά δεν μπορεί. Εκτός από μερικά λόγια συμπάθειας, οι περισσότεροι δεν μπορούν ούτε δουλειά να σου βρούν, ούτε λεφτά να σου δανείσουν, ούτε καν να σε κεράσουν μία μπύρα, ορισμένες φορές, πόσο μάλλον να σε περιθάλψουν χωρίς φακελάκι ή να μείνουν μισή ώρα παραπάνω στη βάρδια για να κοιτάξουν το πρόβλημά σου, γιατί πρέπει να παν στη δεύτερη, "μαύρη" δουλειά ή ίσως να έχουν τα παιδιά μόνα τους στο σπίτι, γιατί δεν υπάρχουν λεφτά για νταντάδες, ή οι ίδιοι να έχουν κάποιο πρόβλημα στο οποίο κανείς δεν τους βοηθά, κοκ.

Οπότε καλό είναι να προσέχετε, γενικώς.
Κι εσύ, έρωτα, να προσέχεις.


Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Επενδύστε σε χρέος.

Από ότι φαίνεται το χρέος είναι το νέο (όχι και τόσο νέο, αλλά τέλος πάντων) χρήμα.

Σε ένα φαντασιακό σενάριο κατά το οποίο η ελληνική κυβέρνηση δεν αποτελείται από τσιράκια και προδότες που δεν ξέρουν τι σημαίνει δουλειά και πως είναι να χάνω τις εισφορές μου γιατί ο βενιζέλος ήθελε κούρεμα, θα μπορούσε το κράτος, μέσω της εθνικής τράπεζας να αγοράσει το χρέος όχι των τραπεζών αλλά όλων των ιδιωτών από ένα εισόδημα και κάτω με την συνδρομή και στήριξη των επιχειρηματιών από ένα εισόδημα και πάνω.

Με αυτό τον τρόπο αντί για πολλά μικρά χρέη, πασατέμπο για τα οικονομικά ιδρύματα, θα υπήρχε ένα τεράστιο χρέος που, λογικά, θα είχε καλύτερη αντιμετώπιση από τα ιδρύματα.

Ταυτόχρονα, (πάντα υπό την φαντασιακή προϋπόθεση ότι η ελίτ δεν αποτελείται από ανάγωγους προδότες που πατρίδα εννοούν το κολωνάκι και αντί για τρόπους έχουν υπεροψία και ΔΕΝ ΑΙΣΧΎΝΟΝΤΑΙ να εκφέρουν γνώμες χωρίς κανείς να τους έχει ψηφίσει αλλά μπήκαν φυτευτοί στη κυβέρνηση να ορίζουν τύχες από απόσταση ασφαλείας, σαν τα drones των αμερικάνων που δεν τολμούν να δείξουν πρόσωπο δημοσίως γιατί ξέρουν τί τους περιμένει αν το κάνουν) θα έχει τη δυνατότητα η Εθνική Τράπεζα να ρυθμίσει έτσι τις οφειλές ώστε να μπορεί ο οφειλέτης να ζήσει και να παράγει ή ίσως και να χαρίσει κάποια χρέη όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο, όπως σε μία πολύτεκνη οικογένεια με άνεργους γονείς ή σε ηλικιωμένους ή βαρειά ασθενείς κοκ.

Θα μπορούσε αυτή η εξαγορά χρέους να συμπεριλαμβάνει κάθε είδους χρέη, συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών εκκρεμοτήτων, στεγαστικών δανείων, φορολογικά, τα πάντα ώστε να απελευθερωθούν οι περίφημες "παραγωγικές δυνάμεις" και αντί να δουλεύουν για την τράπεζα να δουλεύουν για να παράγουν ελληνικό πλούτο, το επίσης περίφημο πλεόνασμα που μόνο ο Σαμαράς το έχει δεί σε κάτι χαρτιά κι εμείς τον πιστεύουμε γιατί δεν μπορεί, πρωθυπουργός είναι κάτι θα ξέρει.

Αυτό το παν-χρέος μπορεί κατόπιν να πουληθεί με τη σειρά του σε κάποια άλλο ίδρυμα ή ακόμα και να ενωθεί με τα παν-χρέη των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών ώστε το συνολικά κτηνο-χρέος να ανέλθει σε αστρονομικά ύψη, άρα να κοστίζει περισσότερο στην αγορά χρεών. Ένα χρέος πολλών καρατίων.

Φυσικά, ο όρος "παν-χρέος" και "κτηνο-χρέος" ηχούν άσχημα στα αυτιά, οπότε κάτι πιο εξεζητημένο θα ήταν σκόπιμο να χρησιμοποιείται στις επικοινωνίες, κάτι όπως "δυνητική υπεραξία" ή "αναπροσαρμογή τραπεζικών
παραμέτρων" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων ώστε να το ακούει ο άλλος στις ειδήσεις και να μην τρομάζει, όπως κάνουν στο χρηματιστήριο που πέφτει 100 μονάδες σε μία μέρα και οι ειδήσεις μιλούν για "σταθεροποιητικές τάσεις" ή όταν χρεωκοπεί ένα ασφαλιστικό ταμείο και στις ειδήσεις λένε "κούρεμα χρέους".


Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Μαριχουάνα

Το πρώτο στάδιο του εθισμού, αν και όχι καθεαυτή επικίνδυνη. Αυτό που στο οποίο εθίζεσαι είναι η απόδραση μέσω μαστούρας. Εφόσον μάθεις την μαστούρα τότε θα τη ζητάς με ολοένα και πιο διασκεδαστικούς τρόπους.

Φυσικά, το ρίσκο κάνει τις ουσίες επικερδείς, οπότε αφαιρώντας το ρίσκο της παρανομίας, αφαιρείς από τον λαθρέμπορο το κίνητρο.

Αν, πιχί, όντας νόμιμα φορολογούνται οι ουσίες και εφαρμοστούν πράγματα όπως το εργατικό δίκιο για την παραγωγή του ή αποδείξεις και από τις μεταφορικές, τότε σίγουρα θα καταντήσει ασύμφορο, όπως έγινε και με άλλα προϊόντα.

Το ζήτημα είναι ποιανού παιδιά θα πληρώσουν, στο μεταξύ, τη νύφη.
Ο κόσμος σκληραίνει.
Κι όποιος γλιτώσει γλίτωσε.
Όποιος δε γλιτώσει, ας πρόσεχε.

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Αποδόμηση του προγράμματος

Είναι η ουσία των διακοπών, δηλαδή το να μην υπάρχει συγκεκριμένο ωράριο αλλά να κάνεις το οτιδήποτε όταν και εφόσον σου έρθει να το κάνεις. Τα παιδιά έχουν ήδη ξεκινήσει από τον Ιούνιο, μετά το πέρας της σχολικής χρονιάς ενώ εγώ μόλις μία εβδομάδα έχω που ξεκίνησα.
Δεν θα πάμε πουθενά φέτος, εκτός από καμμία ημερήσια εκδρομούλα εδώ στα μέρη μας, για ξενοιασιά και παγωτό.

Και με την αποδόμηση του προγράμματος έρχεται και η αποδόμηση των αγχωτικών σκέψεων: στην αρχή σκέφτεται κανείς όπως και πριν, αλλά μετά σταδιακά ολοένα και περισσότερο παρεμβάλλονται τα θερινά ερεθίσματα και οι σκέψεις αραιώνουν, απομακρύνονται.

Και όταν μερικές φορές έρθουν οι σκέψεις, είναι κι αυτές με καλοκαιρινή περιβολή, με σανδάλια και αλάτι στα μαλλιά, άστες να υπάρχουν κι αυτές, δεν ενοχλούν κανέναν, ας παίξουν εκεί που σκάει το κύμα. Μία από αυτές έθαψε το ρολόι στην άμμο....

Και έχει αυτό το καλό το Ελληνικό καλοκαίρι: είναι ατέρμονο. Πας στην παραλία το πρωί και ξεχνάς τον χρόνο γιατί το φως είναι ίδιο μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Το μόνο σημάδι ότι πέρασε η ώρα είναι που πείνασες.

Και κάποια στιγμή θα σε πάρει ο ύπνος, κάπου.

Φανταστικό!

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Η νιόγρια

Είναι μία ψυχή, μία πολύ καλή και στενή μου φίλη, η οποία παρόλο που είναι ευφυέστατη γυναίκα και συνειδητοποιημένο άτομο γενικότερα, έχει το εξής ελάττωμα: είναι γυναίκα.

Και τί σημαίνει αυτό;
Σημαίνει πολλά.
Θα καταλάβετε παρακάτω γιατί το λέω.

Πήγε, το λοιπόν αυτή η φίλη μου και χώρισε. Καλώς-κακώς, δεν μπορώ να το κρίνω, αλλά εφόσον είναι φίλη μου και ακούω αυτά που μου λέει, από όσα φαίνονται εκ πρώτης όψεως, αυτή έχει δίκιο. Αλλά ούτε και αυτό έχει σημασία.
Θα καταλάβετε παρακάτω γιατί το λέω.

Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, που είναι υπέροχη με τον τρόπο της, έχει ανασφάλειες. Ξαφνικά έγινε κοκκινομάλλα και παριστάνει την 20άρα. Από αξιοπρεπής και όμορφη έγινε ξέκωλο με σκισμένο τζην. Βασικά, κάθε άλλο παρά ξέκωλο θα την χαρακτήριζε όποιος την ξέρει, αλλά όποιος δεν την ξέρει και την βλέπει να παριστάνει τη μπεμπέκα και να ντύνεται σαν φρικιό, με τατουάζ και αλυσίδες παρά δύο χρόνια σαράντα, αυτό θα νομίσει.

Και κοίτα το περίεργο, φίλε αναγνώστα, ενώ το κόκκινο της πάει, τονίζει την επιδερμίδα της και άλλες τέτοιες βαλακείες, δεν κρύβει ένα βασικό πράγμα, που είναι αυτό που θέλεις να κρύψεις αλλά με τίποτα δεν κρύβεται: η τρέλα στο μάτι. Και αυτό είναι που προδίδει τόσο την ηλικία της όσο και τις ανασφάλειές της. Το γεγονός ότι ψάχνει γκόμενο.
Δεν είναι κακό να ψάχνεις γκόμενο, αν είσαι ελεύθερη, αλλά η υστερία με την οποία το κάνεις δεν κρύβεται.

Με τα κόκκινα βαμμένα φρύδια και το τατού και το σκισμένο τζήν, και τα δήθεν ατημέλητα μαλλιά δεν είναι σα νέα, αλλά σαν δαιμόνισσα.

Και δυστυχώς, όσο και αν φτιασιδώνεται η γυνή, δεν δείχνει νέα αλλά σαν μεγάλη που φτιασιδώθηκε.
Και ποιό είναι τι κακό στο να δείχνεις γριά φτιασιδωμένη;
Απολύτως κανένα.
Σύγκρινε, ας πούμε αυτές τις δύο φωτό μίας ωραίας γυναικός, μία στα πραγματικά της νιάτα και μία στα δεύτερα, τα τεχνητά και πείτε μου: ξεγελάει κανέναν;? Όσο και να βαφτεί, πάλι θα της κλέψει τη δόξα μία που είναι πραγματικά εικοσάρα και δεμπανακάνει και πενηνταδύο ενδοφλέβιες μπότοξ.

Απλά ανησυχώ πολύ για τη φίλη μου. Θεωρώ ότι υποβιβάζει τον εαυτό της, γιατί δείχνει σαν ρεμάλι ενώ ξέρω ότι δεν είναι και ξέρω ότι οι άλλοι θα την χαρακτηρίσουν έτσι. Επιπλέον έχει μερικά παιδιά που διανύουν την εφηβεία και έχουν πάθει σύγχυση βλέποντας τη μάνα να φέρεται πιο ανώριμα από τα ίδια.

Ανησυχώ διότι είναι πολλές έτσι και είναι μία πολύ ανησυχητική τάση αυτή για την κοινωνία.
Άσε που όλες οι παντρεμένες την έχουν δεί πριγκήπισσες και έχουν ξεσκιστεί στο ξενοπήδημα...
Κυρία μου, αν δε σου αρέσει ο άντρας σου και κάθεσαι για τα λεφτά, τότε δεν είσαι παντρεμένη αλλά πόρνη και μάλιστα χαζή διότι δεν προέβλεψες σωστά και τώρα με την κρίση έχασες την επένδυσή σου: και τα νιάτα σου, και τα του συζύγου πλούτη και την αυτοεκτίμησή σου, να κρύβεσαι στα πίσω καθίσματα με τις κουκούλες, δήθεν δε σε είδαμε...

Τέλος πάντων, επιστρέφοντας στη φίλη μου, καταλήγω στο εξής: καλό θα είναι αν πρόκειται για φάση να τελειώνει σύντομα.
Αν δεν είναι φάση και παραμείνει σαλταρισμένη μέχρι το τέλος του βίου της, τότε ο θεός να μας βοηθάει, τόσο εμάς, όσο (κυρίως) την ίδια και την υπόλοιπη οικογένειά της.

Πάντως, Θεέ, δεν είσαι δίκαιος. Όταν περνάνε οι άντρες την εμμηνόπαυση δεν τους ταλαιπωρείς τόσο.