Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

Πέρασμα Περάσματα (2)

Συζητούσαν ψιθυριστά στην πόρτα του δωματίου τί να κάνουν, μέχρι που συνήρθε. Η μητέρα είχε ετοιμάσει ένα πιάτο φαγητό, κοτόσουπα που ευτυχώς είχαν εκείνη την ημέρα, και την πλησίασε αργά, μιλώντας ήρεμα.
"Έλα, φάε, κοτόσουπα που σ'αρέσει"
Την τάισε όπως ήταν δεμένη, αλλά το πλάσμα δεν ήξερε από κουτάλια και πιάτα με αποτέλεσμα η σούπα να κατρακυλάει στην κοιλιά της. Έστω και έτσι, έφαγε πολύ και αυτό την έκανε να ηρεμήσει.
Μετά, άρχισαν να τη ρωτάνε.
"Πως -σε -λέ-νε;" ρώτησε το παππούς.
Το πλάσμα τους κοιτούσε με άδειο βλέμμα.
"Δεν καταλαβαίνει" είπε, αφού επανέλαβε το ερώτημα μερικές φορές χωρίς αποτέλεσμα.
Έδειξε με το δάχτυλο τον εαυτό του και μετά το πλάσμα λέγοντας "Εγώ-Αλέξης, εσύ....;" αλλά το βλέμμα της παρέμεινε άδειο. Ήταν όλη καφετιά από τη λάσπη στο κορμί και το κεφάλι της, και το μόνο που ξεχώριζε από το ύφος της ήταν τα μπλέ, άδεια μάτια, σαν ενυδρείο χωρίς ψάρια.
Ο παππούς ξανα προσπάθησε δείχνοντας με τη σειρά όλους και λέγοντας τα ονόματά τους.
"Όλγα, Αντρέας, Μάρκος, Χάρης, Γιώργος, Αγνή, εσύ....;"
Αυτή τη φορά, μία λάμψη φάνηκε να βγαίνει από τα μάτια της, αλλά εκτός από ένα αχνό γρύλισμα που μόλις και μετά βίας ακούστηκε, τίποτα άλλο δε βγήκε από τα γεμάτο κοτόσουπες και χώματα  χείλη της.
"γρμφ!"
Ο παππούς ξαναρώτησε με τον ίδιο τρόπο, αλλά για άλλη μία φορά μόνο ένα αμυδρό γρύλισμα πήραν αντί για απάντηση.
"Λοιπόν, Αντρέα, γέμισες την ταΐστρα νερό;" είπε ο παππούς.
"Ναι."
"Ελάτε να την πιάσουμε. Μάρκο εσύ από εκεί" είπε ο παππούς και οι τρείς τους την πήραν σηκωτή ως την ταΐστρα για τα άλογα που ήταν στην αυλή. Η μητέρα με τη θεία και τον Χάρη ήταν έτοιμες με τα σαπούνια και τα πανιά στο χέρι.
Μόλις οι άντρες την άφησαν απαλά, αν και λίγο άτσαλα μέσα στο νερό, αυτή άρχισε να χτυπιέται πάλι, ουρλιάζοντας σα λάμια, αλλά οι άντρες την κράτησαν ακίνητη για να την πλύνουν οι γυναίκες. Μετά από λίγο έπαψε να αντιστέκεται και τότε της καθάρισαν τα μαλλιά και το πρόσωπο. Δεν υπήρχε περίπτωση να της χτενίσουν τα μαλλιά, κι έτσι της τα μάζεψαν κότσο στο σβέρκο, της τα έκοψαν με μία ψαλιδιά  κι έτσι κατάφεραν να τα ισιώσουν, βγάζοντας κολιτσίδες και κόβοντας κόμπους που μάλλον είχαν χρόνια που βρίσκονταν στο κεφάλι της. Της έλυσαν τα χέρια. Έσκυψε για να λύσει τα πόδια της αλλά τη σταμάτησαν. Στάθηκε όρθια με ευκολία, αν και λίγο καμπουριαστά.
Μετά της φόρεσαν ένα παλιό νυχτικό για να κρύψει τη γύμνια της και μετά ο Αντρέας την σήκωσε και την πήγε μέσα στην κουζίνα, και την απίθωσε σε μία καρέκλα, καθώς όλη η οικογένεια τους ακολούθησε μέσα στην κουζίνα.
"Έλα Αγνή. Δες το πόδι" είπε.
Η μητέρα περιποιήθηκε το τραύμα που είχαν αφήσει οι δαγκάνες της παγίδας, και το έδεσε.
"Μέχρι να έρθει ο Γιατρός, καλά είναι" είπε. "Πήγε κανείς να τον φωνάξει;¨
"Πήγε ο Μάρκος" είπε η θεία Όλγα.
Έμειναν στην κουζίνα προσπαθώντας να της εκμαιεύσουν έστω και μία ανθρώπινη λέξη, αλλά μόνο τα γνωστά γρυλίσματα έπαιρναν για απάντηση. Της έδωσαν φρούτα και ψωμί, τα οποία έφαγε με το γνωστό, άτσαλο τρόπο της. Όταν τα τελείωσε, έδειχνε κάπως πιο ήρεμη και ήσυχη. Τους κοιτούσε, παρακολουθώντας ποιός μιλάει κάθε φορά, αλλά κανένα άλλο σημάδι ότι καταλαβαίνει τί γίνεται δεν έδειξε.
"Πάντως, τώρα που καθάρισε και στέγνωσε δείχνει περισσότερο σαν άνθρωπος" είπε ο Αντρέας, κοιτώντας την από την άλλη μεριά της κουζίνας.
"Μμμ, " συμφώνησε συλλογισμένα η μητέρα. "Ποιά να είναι; Και γιατί ήταν στο δάσος;"
Σε λίγο ακούστηκε θόρυβος από κάποιο κάρο.
Κοίταξαν από την πόρτα και είδαν τον Μάρκο να έρχεται με το άλογο και λίγο πιο πίσω το κάρο του γιατρού που έμπαινε από την πόρτα του φράχτη.
Ο γιατρός την είδε, την εξέτασε και είπε, μαζεύοντας τα συμπράγκαλά του, "Δείχνει να βρίσκεται στα τέλη της εφηβείας. Ιατρικό πρόβλημα δεν δείχνει να υπάρχει, αλλά πρέπει να βρίσκεται πολύ καιρό σε άγρια κατάσταση, ίσως από βρεφική ηλικία, αν και το γεγονός ότι περπατάει όρθια, έστω και έτσι, αλλά δεν καταλαβαίνει την ομιλία δείχνει ότι μάλλον ήταν νήπιο όταν χάθηκε. Από ό,τι φαίνεται έχει περάσει κάποιες ασθένειες και αβιταμίνωση, αλλά δείχνει εντάξει τώρα. Πρέπει να τη στείλετε στην πρωτεύουσα, στο ίδρυμα"
"Ναι, αλλά ποιά είναι; Ξέρουμε να'χασε κανείς ένα παιδί πριν καμιά εικοσαριά χρόνια;¨ ρώτησε ο πατέρας.
"Δεν ξέρω, Γιώργο" απάντησε ο γιατρός. "Δεν ξέρω. Αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να την φροντίσουμε."
"Γιατρέ, δεν έχουμε λεφτά να την πάμε στην πρωτεύουσα" είπε ο πατέρας. 'Ασε που είναι εποχή για σπορά σε λίγο και έχουμε και τον γάμο της ξαδέρφης σε μερικές εβδομάδες. Θα την κρατήσουμε εδώ για λίγο. "
"Και τί θα την κάνετε;" είπε έκπληκτος ο γιατρός. "Είναι σε άγρια κατάσταση. Θα προξενήσει προβλήματα και χρειάζεται φροντίδα!"
"Θα την προσέχουμε εμείς. Κι άμα χρειαστούμε τίποτα θα σε φωνάξουμε"
"Τι να πω... Δε συμφωνώ, αλλά αν δε γίνεται αλλιώς... Τέλος πάντων, εσείς ξέρετε. Αν με χρειαστείτε, φωνάξτε με. Αφήστε το τραύμα ανοιχτό, σε μερικές μέρες θα γιάνει." είπε ο γιατρός και, παίρνοντας τα αυγά, την πίτα και λίγο φρέσκο βούτυρο που του έδωσε η μητέρα, ανέβηκε στο κάρο του και έφυγε.
Τα βλέμματα όλων στράφηκαν πάλι στο πλάσμα, που τους κοιτούσε, όχι με το άδειο βλέμμα πια αλλά σαν να ήταν ένα μεγάλο ερωτηματικό.
"Θα αδειάσω τις κούτες από την αποθήκη για να κοιμάται." αποφάσισε ο Αντρέας. "Δεν πιστεύω να μας φύγει, ε;"
"Θα δούμε." απάντησε ο πατέρας. "Μια χαρά κάθεται τώρα. Δείχνει να εμπιστεύεται."
Όντως, ήταν ήσυχη και περιεργαζόταν την κουζίνα. Είδε ότι την κοιτούσαν και σάστισε.
"γρμφ" έκανε κοιτώντας τους, μία τον ένα, μία τον άλλον.
"Έλα εδώ!" της έκανε ο Αντρέας, βγαίνοντας από την κουζίνα.
Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
'"Ελα! Έλα!" της ξανα-είπε προχωρώντας προς τα έξω, κάνοντας νοήματα με τα χέρια του.
Τον κατάλαβε, αλλά δίσταζε. Κοίταξε τους υπόλοιπους.
"Άντε!" την παρώτρυνε ο παππούς.
Σηκώθηκε. Αργά, με πονεμένο πόδι, ακολούθησε τον Αντρέα και οι άλλοι βγήκαν μετά από αυτήν έξω.
"Αυτό, είναι το σπίτι" της έδειξε ο Αντρέας. "Εδώ θα μένεις τώρα. Εκεί, είναι ο στάβλος. Έλα!"
Πήγαν μέχρι τον στάβλο, αυτός άνοιξε την πόρτα και της έδειξε τα ζώα, τα άλογα τις αγελάδες, τις κατσίκες, το άλογο και το γουρούνι, ονοματίζοντας τα όπως στα μωρά παιδιά.
"γρμφ!"
"Έλα!" ξαναείπε, πηγαίνοντας αυτή τη φορά πίσω από το σπίτι, όπου ήταν το κοτέτσι και το σκυλόσπιτο.
"Κότες!" είπε, "Σκυλιά!"
Τα σκυλιά κούνησαν χαρούμενα τις ουρές τους και το πλάσμα έτρεξε και κυλίστηκε στο χώμα δαγκώνοντάς τα παιχνιδιάρικα. Και γάβγιζε.
Την παρακολουθούσαν εμβρόντητοι.
"Τι λες τώρα!¨έκανε ο Μάρκος.
"Για αυτό δεν την μύριζαν όταν την ψάχναμε." είπε ο Αντρέας.
Το πλάσμα, αφού έπαιξε με τα σκυλιά σηκώθηκε, σκονισμένη και τους κοιτούσε γελώντας λαχανιασμένη.
"Έλα!" της είπε πάλι ο Αντρέας.
Δεν κουνήθηκε. Κοίταξε την σκυλίσια παρέα της
"Έλα!" της ξανάπε, χτυπώντας το πλάι του ποδιού του, όπως όταν φωνάζει τα σκυλιά. Το πλάσμα ανταποκρίθηκε.
Την οδήγησε μέχρι την ταΐστρα που είχε ακόμη νερό από το μπάνιο της και η μητέρα με ένα βρεγμένο πανί την καθάρισε πάλι.
"Και πως θα τη λέμε;" αναρωτήθηκε η Αγνή
"Κάτι θα σκεφτούμε. Προς το παρόν, να αδειάσουμε την αποθήκη για να κοιμάται και αύριο βλέπουμε" απάντησε η μητέρα.
Το βράδυ, τρώγοντας γύρω από το τραπέζι, συμφώνησαν να τη λένε Ειρήνη, όπως τη γιαγιά από τη μεριά της μητέρας, που το'χε καημό να κάνει μία εγγονιά αλλά όλο εγγονούς της είχε δώσει ο Γιώργος, τον Χάρη και τον Μιχάλη.
"Όλγα!" είπε ο Αντρέας δείχνοντας τη γυναίκα του Γιώργου. "Αγνή! Χάρης! Μιχάλης! Μάρκος!" συνέχισε δείχνοντάς τους έναν-έναν. "Αλέξης! Αντρέας!" και τέλος δείχνοντας αυτήν, είπε "Ειρήνη! Ειρήνη!"
Εκείνη έμεινε με το χέρι που κρατούσε το ψωμί στον αέρα και σταμάτησε το μάσημα.
"Ειρήνη!" της είπε πάλι δείχνοντάς τη με το δάχτυλο.
"γρμφ!" έκανε σκορπίζοντας παντού ψίχουλα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: