Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Πέρασμα Περάσματα (1)

Ήταν απόγευμα του Απρίλη. Η άκρη του δάσους πίσω από το αγρόκτημα ήταν ήσυχη και το ηλιοβασίλεμα έδινε μία πορτοκαλιά αχλύ στον αέρα. Ο πατέρας έδινε οδηγίες στα παιδιά να μαζέψουν τα εργαλεία για βράδυ και στην κουζίνα οι γυναίκες ετοίμαζαν βραδυνό. Οι άντρες βγήκαν από τον στάβλο με βαρειά βήματα, πλύθηκαν στην έξω βρύση πριν πάνε και αυτοί για φαγητό όταν ξάφνου άκουσαν την μητέρα να φωνάζει με οργή.
"Πάει το φαΐ! Το πήρε! Όλο το ταψί! Όλο!" φώναζε, δείχνοντας στο παράθυρο της κουζίνας. "Ποιός; Ποιός το πήρε, είδες;" ρώτησε ο Αντρέας, ο μικρότερος αδερφός του πατέρα.
"Δεν πρόλαβα! Ήμουν εδώ στο νεροχύτη και το'χα βάλει εκεί στο τραπέζι. Ακούω κάτι χρατς-χρατς, γυρνάω και δεν  πρόλαβα! Το ταψί εξαφανίστηκε! Κάνω έτσι από το παράθυρο αλλά αυτός το'σκασε! Πάει το φαγητό, ο αλήτης!"

Οι άντρες βγήκαν και χώθηκαν στο δάσος όπου κατά πάσα πιθανότητα είχε κρυφτεί ο κλέφτης, αλλά αυτός είχε ήδη εξαφανιστεί. Έψαξαν για ίχνη μάταια, μέχρι που τελικά γύρισαν σπίτι άπραγοι και νηστικοί. Εκείνο το βράδυ, έφαγαν πρόχειρα, και την επομένη, πάνω στο κυνήγι, ο πατέρας είδε το ταψί άδειο, πεταμένο στο χώμα. Το μάζεψε και όταν επέστρεψε στο σπίτι είπε σε όλους να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά.

Πράγμα το οποίο δεν βοήθησε και πολύ. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο κλέφτης ξαναχτύπησε, κλέβοντας αυτή τη φορά μία κατσαρόλα κοτόσουπα, την οποία βρήκαν επίσης άδεια μέσα στο δάσος την επόμενη μέρα.Οι κλοπές επαναλήφθηκαν, με αυξανόμενη συχνότητα και κάθε φορά το μόνο που στάθηκαν ικανοί να βρούν από τον κλέφτη ήταν τα άδεια σκεύη σε τυχαίες τοποθεσίες μέσα στο δάσος. Προσπάθησαν να στήσουν καρτέρι, να τον παγιδεύσουν, να περιτριγυρίσουν το σπίτι αλλά κάθε φορά ο κλέφτης έμπαινε και έβγαινε αόρατος, θαρρείς. Μάλιστα είχε τόσο αποθρασυνθεί, ώστε έφτασε στο σημείο να έχει και αγαπημένα φαγητά. Έτσι η μητέρα κατάντησε να αποφεύγει το κρέας, το κοτόπουλο και τις πατάτες, ενώ όταν έστηναν τις παγίδες την έβαζαν να μαγειρέψει μπριζόλες με πατάτες στο φούρνο. Και πάλι, το μόνο που κατάφερε ήταν να χαραμίσει ένα ταψί με καλοψημένο φαγητό.

Ένα βράδυ, τρώγοντας μπάμιες που κατά τα φαινόμενα δεν ήταν της αρεσκείας του θρασύτατου κλέφτη, η οικογένεια κατέληξε να συζητάει πάλι για το ίδιο θέμα.
"Έτσι και ξαναφάω μπάμιες, θα σκάσω!" είπε ο πατέρας, ρίχνοντας το πηρούνι στο πιάτο και με στάλες κόκκινης σάλτσας στην κοιλιά του.
"Πρέπει να τον βρούμε" πρόσθεσε ο Αντρέας
"Και να τον σπάσουμε στο ξύλο" επεσήμανε ο παππούς που επίσης σιχαινόταν τις μπάμιες.
"Και να τον βάλουμε να φάει εκατό κιλά μπάμιες!" είπε ο Χάρης, το μικρότερο παιδί.
"Χχαχαχχα!!" γέλασε ο μπαμπάς. "αλλά που να τον βρείς;! αυτός είναι σα διάολος,  εξαφανίζεται"
"Γιατί; Τί έχουν οι μπάμιες; Εμένα μου αρέσουν οι μπάμιες." είπε η μητέρα
"Κι αν δεν είναι άνθρωπος; Αν είναι ζώο;" ρώτησε ο παππούς αγνοώντας την.
"Μπα... Τί ζώο; Αφού πιάνει ταψιά και κατσαρόλες. Ποιό ζώο βγαίνει από το παράθυρο κρατώντας ένα ταψί; Δεν υπάρχει περίπτωση! Αποκλείεται. Άνθρωπος είναι κι άμα τον πιάσω θα του σπάσω τα κόκκαλα, τις μπάμιες μου μέσα." είπε με θυμό ο Μάρκος, ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα.
"Ναι, αλλά δε βρήκαμε ούτε μία πατημασιά. Αν ήταν άνθρωπος, τότε κάπου θα βρίσκαμε κάτι, μία πατημασιά, θα ακούγαμε φωνή, κάτι! Δηλαδή πως έφυγε; Πέταξε;"
"Ναι... πως το κάνει; Λες; Αλλά τί ζώο;" είπε συλλογισμένος ο πατέρας.
Τότε ο παππούς, αγανακτισμένος, πήρε μία απόφαση.
"Λοιπόν, αύριο, δεν θα κάνουμε τίποτα. Εγώ λέω να πάμε στο δάσος και να το χτενίσουμε όλο. Κάπου θα τον τσακώσουμε, δε μπορεί!"
"Κι αν δεν είναι από το δάσος;" αναρωτήθηκε ο πατέρας.
"Από το δάσος είναι, σίγουρα. Αφού όλες τις κατσαρόλες εκεί τις βρίσκουμε. Κανας ζητιάνος θα είναι. Θα τον βρούμε σίγουρα αν ψάξουμε παντού."

Έτσι και έγινε.
Την επόμενη ημέρα, από νωρίς βγήκαν στο δάσος. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες και χώθηκαν στο δάσος. Έψαξαν παντού. Τζίφος. Ούτε καν τα σκυλιά δεν μύρισαν τίποτα. Κάπου ψηλά, στο φύλλωμα μίας βελανιδιάς, ο κλέφτης κούρνιαζε σιωπηλός καθώς οι φίλοι του, τα σκυλιά. έκαναν τη βόλτα τους. Την επόμενη, εξαφανίστηκε ένα ταψί πατάτες μπριάμ.

Πέρασαν μερικές ακόμα εβδομάδες με τον ίδιο τρόπο, φαγητά να εξαφανίζονται και να βρίσκονται ταψιά, μέχρι που μία μέρα, γύρω στο μεσημέρι, ακούστηκε ένα απίστευτα δυνατό, σπαραχτικό  ουρλιαχτό από τη μεριά του δάσους. Όλοι σταμάτησαν τις δουλειές τους και κοιτάχτηκαν απορημένοι.
"Αυτός θα'ναι!" είπε ο Αντρέας και αμέσως όλοι οι άντρες πήραν τις καραμπίνες και έτρεξαν προς τα εκεί από όπου μάλλον ακούστηκε η κραυγή. Έτρεχαν μέσα στο δάσος, όταν ακούστηκε πάλι η κραυγή, αλλά αυτή τη φορά πιο χαμηλή και αργόσυρτη, σαν μουγκρητό.
"Σα ζώο ακούγεται" είπε ο πατέρας.
Οι κραυγές δεν ξανα-ακούστηκαν αλλά είδαν μία κίνηση μέσα στη βλάστηση και στράφηκαν προς τα εκεί. Όταν παραμέρισαν τα φυλλώματα των θάμνων είδαν πιασμένο σε παγίδα για θηράματα τον κλέφτη και έμειναν άναυδοι.
"Τί ειν'τούτο;" είπε ο πατέρας.
Πιασμένο στην παγίδα ήταν ένα λασπωμένο, γυμνό πλάσμα με μακρυά, επίσης λασπωμένα, ανάκατα μαλλιά. Γρύλιζε κρατώντας το πόδι του.
"Τί είναι αυτό;" είπε και ο παππούς.
Το κοιτούσαν χωρίς να ξέρουν τί να κάνουν.
Ο Αντρέας προσπάθησε να το πλησιάσει. Το πλάσμα γρύλισε, άπλωσε απειλητικά το ένα χέρι για να τον γραντζουνίσει και τότε φάνηκαν δύο στήθη. Ήταν κορίτσι.
"Ω γαμώτο!" είπε ο Μάρκος. "Τί κάνουμε τώρα;"
"Δεν ξέρω." είπε ο πατέρας.
Το πλάσμα τώρα έσκουζε λυπητερά. Έκλαιγε προσπαθώντας μία να χωρίσει τις δαγκάνες και μία να τραβήξει το πόδι του.
"Λοιπόν, πρώτα να τη βγάλουμε από την παγίδα πριν κόψει το ποδάρι της" είπε ο παππούς. "Να της δέσουμε τα χέρια, όμως, ε; Μη μας βγάλει κανένα μάτι"
Την πλησίασαν αργά και οι τρείς. Ο πατέρας έβγαλε τη ζώνη του, ο Αντρέας και ο παππούς την ξάπλωσαν στο χώμα και ανάμεσα σε γρυλίσματα και μανιασμένα χτυπήματα, κατάφεραν να της δέσουν τα χέρια με τη αυτή. Το πλάσμα ούρλιαζε και σφάδαζε προσπαθώντας να λυθεί, αλλά δεμένη και με το πόδι στην παγίδα εξαντλήθηκε γρήγορα.
"Αλέξη, τη ζώνη σου" είπε ο Αντρέας στον παππού και της έδεσε και τα πόδια, πάνω από το γόνατο.
Ο παππούς την βάστηξε ακίνητη στο χώμα και ο Αντρέας με τον πατέρα άνοιξαν την παγίδα. Το πλάσμα λιποθύμησε.
Οι τέσσερις άντρες έβγαλαν τα πουκάμισά τους, την τύλιξαν και την πήγαν κουβαλητή στο σπίτι.

Την ξάπλωσαν δεμένη ανάμεσα σε κάτι κουτιά στο παλιό δωμάτιο του άλλου του παππού, που είχε πεθάνει πριν από μερικά χρόνια και τώρα το είχαν για αποθήκη.




2 σχόλια:

VAD είπε...

Αναμενουμε εναγωνιως τη συνεχεια...Και η γραφή ενδαφέρουσα...Να το μεταφερω στο ΒιβλιοVaD?

BlueAthina Mesa sto Kazani είπε...

Φυσικά και να το μεταφέρεις, Βασίλη!
Η γραφή μάλλον ακατέργαστη είναι, αλλά όσο και αν το δουλεύω έτσι μου βγαίνει.