Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Πέρασμα Περάσματα (3)

Το βράδυ η Ειρήνη κοιμήθηκε στο παλιό δωμάτιο του παππού στο παλιό κρεβάτι του παππού χωρίς να προσπαθήσει να το σκάσει, όπως είχαν ανησυχήσει αρχικά, και μάλιστα δεν είχε κανένα πρόβλημα να σκεπαστεί και να χρησιμοποιήσει μαξιλάρι.

Το άλλο πρωί, μετά από συζήτηση μεταξύ τους, συμφώνησαν να της μάθουν κάποια βασικά πράγματα ώστε να προσαρμοστεί στην αγροτική ζωή τους. Την εκπαίδευσή της θα την αναλάμβανε ο Μάρκος, που είχε εκπαιδεύσει και τα σκυλιά. Αφού είχε ανταποκριθεί σα σκυλάκι, ίσως μέχρι να μάθει κάποια πράγματα να έπρεπε να περάσει από κάποια στάδια, όπως το να καταλαβαίνει τί έλεγαν, κάτι που τα σκυλιά μπορούσαν να κάνουν αλλά αυτή μάλλον όχι.

Τους φάνηκε λογικό, και έτσι αποφάσισαν να το κάνουν.

Πάνω που το είχαν αποφασίσει, εμφανίστηκε η "Ειρήνη" αγουροξυπνημένη, με ακατάστατα, κακο-κουρεμένα μαλλιά και το παλιό νυχτικό της τσαλακωμένο και άτσαλα διπλωμένο έτσι που το κάτω μισό του κορμιού της να είναι εκτεθειμένο. Μπήκε στην κουζίνα τρίβοντας τα μάτια της.Για άλλη μία φορά από τότε που ήρθε, όλοι την κοιτούσαν έκπληκτοι. Το κατάλαβε.
"γρμφ!" έκανε κοιτώντας σαστισμένη.
"Όλγα, εσύ θα της μάθεις τα γυναικεία" είπε ο Μάρκος και η Όλγα έτρεξε να της ισιώσει το νυχτικό.
Της κάθισε σε μία καρέκλα, της έφτιαξε όπως-όπως τα μαλλιά και της έβαλε να φάει.

Όταν τελείωσαν, ο Μάρκος στάθηκε στην πόρτα και τη φώναξε να πάει μαζί του, για να αρχίσει η εκπαίδευση.
"Έλα!"
Αυτή δεν κουνήθηκε.
"Έλα!" ξανάπε, χτυπώντας το πλάι του ποδιού του, όπως με τα σκυλιά.
Αυτή πάλι τον κοιτούσε χωρίς να κουνιέται.
"Έλα! πάμε!"
Τότε το πλάσμα-Ειρήνη σηκώθηκε, έκανε το γύρο του τραπεζιού αποφεύγοντας τον, βγήκε από το παράθυρο και πήγε και κάθισε δίπλα στον Αντρέα που εκείνη τη στιγμή ξεκουραζόταν καθισμένος στο πεζούλι δίπλα από την αντλία του νερού, στην αυλή. Κούρνιασε δίπλα του κοιτώντας πίσω από τον ώμο της τον Μάρκο, και μετά του γύρισε την πλάτη.
"Επ! Τί κάνεις εσύ εδώ;" γέλασε έκπληκτος ο Αντρέας.
"Αναλαμβάνεις εσύ την εκπαίδευση!" του φώναξε ο Μάρκος. "Τυχερούλη, χαχαχα"

Έτσι, η Ειρήνη διάλεξε τον εκπαιδευτή της. Για τις επόμενες εβδομάδες ακολουθούσε τον Αντρέα σαν σκυλάκι. Έμαθε να ανταποκρίνεται σε διαταγές, να κουνάει το κεφάλι της για το ναι και το όχι, έμαθε λέξεις όπως σπίτι, φαγητό, ύπνος και άρχισε να μπαίνει στον ρυθμό της φάρμας και του νοικοκυριού.
Η Όλγα βρήκε από τη ντουλάπα της ένα παλιό φόρεμα και η Αγνή της το έφερε στα μέτρα της, αν και της πήρε πολύ καιρό να  συνηθίσει να το φοράει και ακόμα περισσότερο να συνηθίσει τα εσώρουχα.

Αλλά δεν κατάφεραν να την κάνουν να μιλήσει.
"Ρε, Αντρέα, γιατί δεν την μαθαίνεις να μιλάει;" είπε ο παππούς μία μέρα καθώς ο ένας άρμεγε την αγελάδα στο στάβλο και ο άλλος φτυάριζε κοπριά με τη βοήθεια της Ειρήνης.
"Τί να της κάνω; Αφού τώρα καταλαβαίνει τί λέμε και δεν βγάζει κιχ... μπορεί να είναι μουγκή"
"Να επιμείνεις. Εσένα σε ακούει"
"Ο γιατρός είπε ότι είναι, λέει, ψυχολογικό. Τι να την κάνω;"
"Αφού έμαθες στον Χάρη να φτύνει στα πέντε μέτρα, θα μάθεις και στην Ειρήνη να μιλάει."
"χαχαχα, ναι"
Τα απογεύματα όταν δεν είχαν δουλειά, ο Αντρέας την κάθιζε στην κουζίνα και την έβαζε να λέει "ααα" και "οοο" ή της επαναλάμβανε λέξεις με την ελπίδα ότι θα την παρακινούσε να τον μιμηθεί, αλλά ούτε καν το  κλασσικό πλέον "γρμφ" δεν της απέσπασε. Τον κοιτούσε στα μάτια χωρίς να αντιδρά. Συχνά οι άλλοι έμπαιναν στη μέση και προσπαθούσαν με τον δικό τους τρόπο να την μάθουν έστω και ένα φωνήεν, πάντα όμως αποτύγχαναν.

Έτσι, τα παράτησαν.
Η ζωή στο αγρόκτημα συνεχίστηκε, με την Ειρήνη να δουλεύει μαζί τους, συμμετέχοντας βουβά στις καθημερινές ασχολίες.
Ένα βράδυ, ήταν όλοι στην βεράντα αποκαμωμένοι. Η Ειρήνη, καθισμένη όπως πάντα δίπλα στον Αντρέα , ήταν ήρεμη και έδειχνε να παρακολουθεί την συζήτηση.
"Λες να καταλαβαίνει ;" αναρωτήθηκε ο παππούς.
"Δεν αποκλείεται" είπε ο Αντρέας. "Εγώ ό,τι της λέω το κάνει."
"Ναι, και με εμένα. Αλλά αν πούμε κάτι άλλο;" είπε η μητέρα.
"Σαν τί; Πολιτική; Τέχνη;" έκανε ειρωνικά ο πατέρας. "Κάτσε να δούμε μήπως πεί το όνομά της πρώτα, και βλέπουμε και για τα άλλα!"
"Κάτσε να δοκιμάσουμε" είπε ο Γιώργος. "Ειρήνη!"
Αυτή στράφηκε προς το μέρος του.
"Αύριο το πρωί, ο Αντρέας θα πάει στην πόλη" συνέχισε αργά ο Γιώργος. "Θα πάρει το κάρο, και πρωί-πρωί θα πάει για προμήθειες."
Τον κοιτούσε ανέκφραστη.

Την επομένη το πρωί, ο Αντρέας ετοιμάστηκε να φύγει. Η Ειρήνη τον κοιτούσε χωρίς να καταλαβαίνει.
Όταν ανέβηκε στο κάρο, πήγε κι εκείνη να ανέβει.
"Όχι. Εσύ θα μείνεις εδώ."
Τον κοίταξε πάλι ανέκφραστη.
Της έδειξε με το δάχτυλο το σπίτι.
"Θα μείνεις εδώ! Κατέβα!" είπε και της έβγαλε το χέρι από το κάρο.
"Θα γυρίσω το βράδυ! Πήγαινε στο σπίτι!" είπε και έδωσε μία στο άλογο.
Η Ειρήνη έμεινε εκεί, κοιτώντας την πλάτη του με ανοιχτό στόμα, καθώς το κάρο έβγαινε από την πόρτα το φράχτη.

Για όλη την υπόλοιπη ημέρα ήταν ανήσυχη, έσκουζε λυπητερά και κοιτούσε διαρκώς προς το φράχτη. Δύο φορές προσπάθησε να φύγει, αλλά την κράτησαν.
"Θα γυρίσει το βράδυ, βρε!" την καθησύχαζαν, αλλά έδειχνε απαρηγόρητη.

Όταν τελικά γύρισε, με το κάρο φορτωμένο τσουβάλια και κουτιά, έτρεξε κι ανέβηκε δίπλα του στο κάρο.
"Κατέβα, βρε!" της είπε και άρχισε να ξεφορτώνει το κάρο.
Όλο το βράδυ, ήταν δίπλα του και όταν πήγαν για ύπνο, σιγουρεύτηκε ότι όλοι είχαν αποκοιμηθεί και πήγε έξω από την πόρτα του.

Το επόμενο πρωί τη βρήκαν να κοιμάται εκεί, στο πάτωμα.

"Πρόβλημα" είπε ο παππούς στην Αγνή, που πάντα ξυπνούσαν πρώτοι το πρωί.


Δεν υπάρχουν σχόλια: