Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

Μέρος πρώτο

Παρατηρώντας τα τμήματα που είναι ευλογημένα με καλούς μαθητές, και συγκρίνοντάς τα με εκείνα που έχουν αδύνατους μαθητές, καταλήγει κανείς γρήγορα στο συμπέρασμα ότι δεν είναι οι εξυπνότεροι που πάνε καλά αλλά εκείνοι που έχουν το μυαλό δεκτικό στη γνώση. Είναι ωφέλιμο μα διευκρινιστεί, φυσικά, ότι λέγοντας "καλά" δεν εννοούμε "άριστα" αλλά τη μέγιστη δυνατότητα του καθενός, γιατί δεν είμαστε όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Μπορεί κάποιος να μη γίνει τέλειος σε ότι διδάσκουμε, αλλά τουλάχιστον να μάθει κάποια βασικά πράγματα να μην τον πιάνουν κώτσο οι εξυπνάκηδες.

Δεκτικοί στη γνώση, λοιπόν.

Οι αδύνατοι μαθητές είναι αδύνατοι για κάποιον λόγο, δεν είναι τυχαίο. Τις περισσότερες φορές είναι κάτι το μικρό, όπως ένα ελάττωμα των γονιών ή κάποια κακή συγκυρία που απασχολεί το μυαλό του σε σημείο να μη χωράει τίποτα άλλο. Άλλες φορές είναι κάτι πιο βαρύ και πιο σοβαρό, όπως κάποιο αθεράπευτο σύνδρομο του παιδιού ή του γονέα που καθιστά την επικοινωνία, άρα και την διδασκαλία αδύνατη. Άλλες φορές, πάλι, είναι η ανατροφή του παιδιού στραμμένη σε άλλα πράγματα, όπως στην ομορφιά ή την άθληση όχι στον φυσιολογικό βαθμό αλλά σε υπέρμετρο, τόσο που το μαθευτικό του όργανο, το μυαλό, να λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο υπό τέτοιες συνθήκες, πράγμα απαγορευτικό για οποιαδήποτε άλλη μορφή μάθησης.

Μπαίνοντας, το λοιπόν, σε ένα τμήμα με περισσότερους από έναν μαθητές, είναι δύσκολο αλλά απαραίτητο να διακρίνει ο δάσκαλος αυτή την πιθανή κατάσταση μη-δεκτικότητας σε κάθε μαθητή, χωρίς να τη συγχέει με την απλή τεμπελιά ή την αδιαφορία για το συγκεκριμένο αντικείμενο, που αντιμετωπίζονται με άλλους τρόπους από τον δάσκαλο. Η μη-δεκτικότητα στη γνώση, ας την ονομάσω από-γνωση, εσκεμμένα ομόηχη της απόγνωσης, για να αντιμετωπιστεί χρειάζεται σχεδόν ψυχανάλυση από τον δάσκαλο και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί.

Το καλό στην υπόθεση είναι ότι τα παιδιά τις περισσότερες φορές είναι ομιλητικά και εύκολα εξωτερικεύουν αυτά που νιώθουν. Το κακό στην υπόθεση είναι ότι αν νιώσουν να ψυχαναλύονται γίνονται επιφυλακτικά και χάνεται δια παντός η επικοινωνία.

Το πρώτο πράγμα που είναι απαραίτητο είναι να πειστεί το παιδί ότι νοιαζόμαστε και το αγαπάμε, πράγμα που δεν γίνεται με συνταγή ούτε με σύστημα. Κάποιος που πραγματικά αγαπάει κάποιον, δεν θέτει τελεσίγραφα, όπως "εγώ το δίδαξα, τώρα πάμε στο επόμενο άσχετα αν το κατάλαβες ή όχι" ούτε κρίνει, όπως "είσαι αδιάφορος, πρέπει να δουλέψεις περισσότερο" ούτε επιβάλλει το οτιδήποτε, αλλά αντίθετα εμφυσά ή αλλιώς εμπνέει την όρεξη για μάθηση. Ακολουθούμε το ρυθμό του μαθητή και δεν τον παραβιάζουμε ποτέ. Δέκα λέξεις την ημέρα; Μία άσκηση το δεκάλεπτο; Αυτό. Κάποια στιγμή, αν κάνουμε σωστά τη δουλειά μας ο ίδιος θα ανταποκρίνεται καλύτερα και από μόνος του θα διεκπεραιώνει γρηγορότερα την ύλη, και μόνο τότε επιτρέπεται να αυξήσουμε την ταχύτητα. Όχι νωρίτερα.

Παράλληλα, επιτρέπουμε στο παιδί να μιλάει για εξωσχολικά ζητήματα, έστω και αν βιαζόμαστε να βγάλουμε την ύλη, έστω και αν οι συμμαθητές του είναι πιο γρήγοροι. Αυτό αποτελεί ξέσπασμα και ξαλάφρωμα της ψυχής, γιατί αυτά τα παιδιά έχουν πολλά απωθημένα. Συχνά οι γονείς τους είναι πολύ απασχολημένοι για να τους μιλήσουν ή δεν τα καταλαβαίνουν ή τα καταπιέζουν, τους λένε ότι είναι κακά παιδιά ή χαζά ή ότι το 19 μισό είναι κακός βαθμός τα τιμωρούν με σκληρούς τρόπους και διάφορα άλλα. Έτσι,μόλις το παιδί αντιληφθεί μία αχτίδα αγάπης (όχι υποχωρητικότητας!) ανοίγεται και βγάζει τα σώψυχά του χωρίς καμμία άλλη παρώτρυνση.

Εκ πρώτης όψεως, οι περισσότεροι το εκλαμβάνουν αυτό ως φασαρία και το καταστέλλουν με κατσάδες και τιμωρίες, ίσως γιατί νομίζουν ότι πρόκειται για αναίδεια ή έλλειψη σεβασμού προς το δάσκαλο. Αυτό τυχαίνει πολλές φορές και είναι απαραίτητο να διακρίνει ο δάσκαλος τη μία περίπτωση από την άλλη, καθώς επίσης και την κακή ανατροφή που κατά τη γνώμη μου είναι επίσης κάτι που χρειάζεται αντιμετώπιση, αν και όχι με τους γνωστούς τρόπους, αποβολές και αηδίες.

Όταν ένα παιδί μιλάει στον δάσκαλο, τότε ο δάσκαλος πρέπει να ακούσει για να ερμηνεύσει και να κατανοήσει. Στο επόμενο μάθημα ο δάσκαλος θα έχει καλύτερη ιδέα σε ποιόν απευθύνεται και πως να του μιλήσει.

Μιλώντας για άσχετα πράγματα, βγαίνουν στη φόρα απωθημένα και παράπονα χωρίς να το συνειδητοποιεί το παιδί. Στο τέλος της συζήτησης όμως είναι ξαλαφρωμένο, χαρούμενο και έτοιμο να γεμίσει το κεφάλι του με χρήσιμα πράγματα, και όχι με έγνοιες. Οι συμμαθητές, ακούγοντας όλα αυτά, συχνά αστειεύονται ή ανυπομονούν και αυτό είναι μέρος της διαδικασίας γιατί δείχνει στο παιδί ότι δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος αλλά υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, με μυαλό και κρίση και πρέπει να τους συμπεριλαμβάνουμε στη σκέψη μας. Αν πεί κάτι γελοίο ή τρομακτικό, τότε τα παιδιά θα το αντιμετωπίσουν ως τέτοιο και αυτό είναι η καλύτερη, αυθόρμητη και ειλικρινέστερη αντίδραση, αυτό που ζητάμε όλοι, εν τέλει.

Ένα δεκάλεπτο την ημέρα αρκεί. Τις περισσότερες φορές είναι το ίδιο παιδί που μονοπωλεί αυτό τον χρόνο, αλλά συμβαίνει συχνά, χωρίς καμμία παρέμβαση του δάσκαλου, να διεκδικούν άλλα παιδιά τον χρόνο που τους αναλογεί λέγοντας αυτό που τους έρχεται εκείνη τη στιγμή, ή να παραμένει σιωπηλός αυτός που συνήθως μιλάει. Το αστείο ή η πρόκληση, η εξομολόγηση ή η απορία που βγαίνει εκείνη την ώρα είναι ότι αυθόρμητο που μπορεί να γίνει. Ακόμα και όταν ο μαθητής μας προκαλεί, πρόκειται για κάτι που βγαίνει από μέσα του και δεν μπορεί να το ελέγξει, για αυτό είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι συμβαίνει αυτό, να το αντιμετωπίσουμε αλλά όχι να το καταστείλουμε γιατί αν το καταστείλουμε τότε θα διαιωνίζεται δια παντός.

Είναι, ας πούμε, ο Α., παιδί εξαιρετικής ευφυίας αλλά καταπιεσμένο στο σπίτι. Δεν το αφήνουν να εκφράζεται και παρόλο που είναι άφταστος στα μαθήματα, τον πιέζουν όλο και περισσότερο, κι αντί να είναι περήφανοι για το παιδί τους, κάνουν λες και πρόκειται από στιγμή σε στιγμή να καταστραφεί η ζωή του. Αδίστακτοι άνθρωποι, σκληροί. Όταν έρχεται στο μάθημα, με την πρώτη ευκαιρία πετάει παλιοκούβεντες, με προτίμηση στις σωματικές λειτουργίες.

Καθόλου βολικό για τον δάσκαλο, που πρέπει να διατηρήσει μία ατμόσφαιρα ευγενικής συναδελφικότητας και αλληλοσεβασμού. Αν τον τιμωρήσω, θα το εκλάβει ως μαγκιά. Αν του κάνω κήρυγμα, επίσης, θα καταλάβει ότι με έκανε έξαλλη, θα είμαι ακόμα ένας θυμωμένος δάσκαλος στη ζωή του.

Ok, λοιπόν, είναι κάτι που βγαίνει από μέσα του, άρα θα συνεχίσει να συμβαίνει για κάποιο διάστημα, ανεξάρτητα από τις νουθεσίες ή τιμωρίες μου. Όπως όλα τα παιδιά σήμερα, είναι καλά πληροφορημένο και ξέρει πολύ καλά τί είναι αποδεκτό και τί όχι, άρα είτε που δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του είτε που το κάνει για να με προκαλέσει, συνειδητά, είτε που με θεωρεί εύκολη περίπτωση και θαρρεί ότι θα τον αφήσω να κάνει ότι θέλει.
Τον κοιτώ με νόημα, χωρίς να πω τίποτα. Με βλέπει, το καταλαβαίνει και γνέφει καταφατικά, σα να λέει "κυρία είπα κοτσάνα" και για κάποιο διάστημα δεν ξαναλέει τίποτα το μεμπτό. Μετά από αρκετή ώρα, ξαναπετάει μία κοτσάνα και τον ξανακοιτάω και ξανα-καταλαβαίνει τί έγινε. Χαμογελάει ένοχα και χωρίς να πω τίποτα εκείνος λέει "Εντάξει, κυρία, καλά, δεν το ξανακάνω" Τα άλλα παιδιά παρατηρούν χωρίς να σχολιάζουν, προς το παρόν.

Στο επόμενο μάθημα, για τα πρώτα λεπτά κρατιέται, αλλά στο τέλος δεν αντέχει και την πετάει πάλι την κοτσάνα του. "Κοίτα," του λέω, "αυτό που είπες δεν είναι στα αλήθεια κακή λέξη. Απλά μας φέρνει στο νού δυσάρεστες εικόνες που βρωμάνε (χάχανα από τους άλλους) και είναι λίγο αηδία." Εντάξει, κυρία" λέει με έμφαση,"δεν θα το ξανακάνω!" ενώ εγώ σκέφτομαι "Ναι, καλά, σε πιστέψαμε. Εσύ πουλάκι μου, θες μερικούς μήνες ακόμα" αλλά δέχομαι την υπόσχεσή του με το σκεπτικό ότι ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί και να την κρατήσει.

Την επόμενη φορά που του ήρθε κάτι να πεί, με κοίταξε με απορία με σφιγμένο το στόμα. Ίσα που κρατιόταν. Ήταν μία άσκηση αυτο-έλεγχου, πολύ δύσκολη για αυτόν. Κόντευε να σκάσει! "Πες το", του λέω. "Είστε σίγουρη, κυρία;" Άντε, πες το! "Ναι;" Πες το, σου λέω!
Και το ξεφούρνισε, ενώ τα παιδιά που παρακολουθούσαν τη συνομιλία ξέσπασαν σε γέλια, λίγο για αυτό που είπε (κάτι για κλανιές) λίγο για το ύφος ανακούφισης στο πρόσωπο του Α., λίγο για τη γελοία συνομιλία μας. Ούτε εγώ δεν μπόρεσα να κρατηθώ. "Αμάν, βρε Α!", του είπα χαμογελώντας, καθώς όλοι γελούσαν με αυτόν.
Αφού τον άφησα να γελοιοποιηθεί έτσι αρκετές φορές, και αφού εισέπραξε την αμείλικτη κριτική των συμμαθητών του, την οποία επέτρεψα να εκφραστεί ελεύθερα αλλά χωρίς εγώ ποτέ να πω ούτε μία λέξη εναντίον του, κατάλαβε πλέον ότι ενώ δεν είναι ακριβώς απαγορευμένο, είναι καλύτερα για όλους να μην εκφραζόμαστε έτσι.

Τί κέρδισα εγώ; Καταρχάς την ικανοποίηση ότι έγινε κάτι σωστό: πήρε το μάθημά του και είναι πλέον κόσμιος

. Δεύτερον, το παιδάκι αυτό δεν έχασε την πίστη του σε εμένα, κι έτσι παραμένει ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας μας: θα του μάθω κι άλλα αγγλικά. Τρίτον: κέρδισα την εμπιστοσύνη και των υπολοίπων, δείχνοντας ότι δεν είμαι τιμωρός ούτε ανταγωνιστής αλλά βοηθός τους, ότι λύνω προβλήματα και σε καμμία περίπτωση δεν τους κρίνω. Τέλος, γελάσαμε με την ψυχή μας και διατηρήθηκε η καλή ατμόσφαιρα στην αίθουσα. Το κυριότερο από όλα όμως είναι ότι παρέμεινα "ασφαλής" για τα παιδιά και αυτό σημαίνει ότι θα μου λένε ό,τι τα απασχολεί, πράγμα που με τη σειρά του έχει τεράστια σημασία αν θέλω να παρακολουθώ την πρόοδό τους.

Γιατί δεν είναι λίγες οι φορές που το παιδί βιώνει δύο παράλληλα μαθήματα, ένα που νομίζει ότι κάνει ο δάσκαλος και άλλο ένα, εντελώς διαφορετικό που ζεί το παιδί μέσα στο κεφάλι του, χωρίς τα δύο να άπτονται το ένα του άλλου ποτέ, και αυτό είναι το πιο καταστροφικό πράγμα που μπορεί να συμβεί γιατί τότε δεν είναι μάθημα αλλά βάσανο.


Δεν υπάρχουν σχόλια: