Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Τί έχουν τα έρμα και ψοφάνε

Σε μία συζήτηση αναφέρθηκε το ζήτημα της ποιότητας των σχολείων ξένων γλωσσών, καθώς και το ζήτημα της αξιολόγησής τους. Αφορμή για αυτόν τον προβληματισμό ήταν το χαμηλό επίπεδο των σπουδαστών που φτάνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, παρόλο που, τύποις, έχουν πιστοποιητικά που πιστοποιούν τις γνώσεις τους. Αναρωτηθήκαμε όλοι γιατί να συμβαίνει αυτό και έπεσε η πρόταση να γίνει αξιολόγηση των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων ξένων γλωσσών, για να βρεθεί επιτέλους ο λόγος που ενώ έχουμε τόσους πτυχιούχους, τελικά έχουμε και τόση μεγάλη αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να ξέρουν και αυτό που τελικά ξέρουν.

Δεν είναι ένα, αλλά πολλά τα αίτια.

Πρώτον και κύριον, δεν είναι όλοι που αναζητούν την πραγματική γνώση. Υπάρχουν πολλοί γονείς και μαθητές που δεν επιθυμούν να μάθουν μία γλώσσα, αλλά απλά να έχουν "ένα χαρτί" για λόγους άλλους, όπως το να πάρουν πόντους για μία προαγωγή, ώς τυπικό προσόν για κάποια θέση, ακόμα και ματαιοδοξία. Αυτού του τύπου οι μαθητές, εμφανίζουν τα εξής χαρακτηριστικά. Πρώτον, μην έχοντας πραγματικό ενδιαφέρον για την γλώσσα, επιλέγουν την ευκολότερη δυνατή μέθοδο εξέτασης, η οποία κατά κανόνα αντιστοιχεί και σε χαμηλότερο επίπεδο γνώσεων. Δεύτερον, μετά την απόκτηση του πτυχίου, δεν ασχολούνται ποτέ ξανά με την γλώσσα, οπότε ξεχνούν και τα λίγα που έμαθαν. Αντίστοιχα, και ο δάσκαλος, που έχει και έναν βιοπορισμό στη μέση, αναγκάζεται πολλές φορές να παρέχει στους πελάτες-μαθητές αυτό που του ζητούν, δηλαδή τίποτα περισσότερο από "ένα χαρτί".Το έχω κάνει και εγώ.

Και είναι πολύ εύκολο. Όπως ανέφερε και κάποια συνάδελφος κατά τη διάρκεια της συζήτησης, εκπαιδεύεις τον μαθητή να ανταποκρίνεται σε μία μορφή εξέτασης και, τσούπ!, να το πτυχίο στην κορνίζα!

Το πιό εύκολο πτυχίο στην παραχάραξη αυτού του τύπου, είναι το Michigan. Φυσικά και μιλώ για τα αγγλικά, που είναι η ειδικότητά μου, αλλά δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι σε άλλες γλώσσες είναι διαφορετικά, ειδικά μετά από αυτά που άκουσα σε εκείνη τη συζήτηση. Το Michigan, λοιπόν, ενώ θεωρητικά έχει το ίδιο επίπεδο γνώσεων με το Cambridge, στην ουσία είναι ο τρόπος εξέτασης που το καθιστά ευάλωτο σε παραχάραξη, διότι οι πολλαπλές επιλογές, ενώ αποτελούν αποτελεσματικότατο τρόπο εξέτασης, δεν είναι καθόλου αποτελεσματικές σαν τρόπος διδασκαλίας, διότι παρακάμπτουν το ένα και σημαντικότερο ζήτημα στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, την παραγωγή λόγου. Έτσι, κατά την προετοιμασία για εξετάσεις Michigan,  είτε ECCΕ, είτε ECPE, οι μαθητές δεν διδάσκονται παραγωγή λόγου, αλλά συμπλήρωση κυτίων, σχεδόν αυτοματοποιημένα: "μόλις δώ αυτό, βάζω εκείνο". Αντίθετα, ο τρόπος εξέτασης του Cambridge, άρα και η περίοδος προετοιμασίας για αυτές τις εξετάσεις, διδάσκουν την παραγωγή λόγου , σε όλες τις ασκήσεις (cloze, transformations, reading, listening) και όχι μόνο στην έκθεση, όπως συμβαίνει στο Michigan.

Μία άλλη διαφορά ανάμεσα στα δύο, είναι ότι στο Michigan τα προφορικά είναι τόσο τυποποιημένα, που οποιοσδήποτε μπορεί να περάσει με λίγη κατήχηση, ενώ στο Cambridge, οι ερωτήσεις είναι όχι δυσκολότερες, αλλά γενικότερες, δίνοντας μεν στον μαθητή μεγαλύτερα περιθώρια έκφρασης αλλά και στον εξεταστή δε περισσότερο υλικό για αξιολόγηση. Για άλλη μία φορά, το ζήτημα της παραγωγής λόγου είναι που κάνει την διαφορά.

Για αυτό και μίλησα για παραχάραξη νωρίτερα, γιατί με τόσο περιορισμένη παραγωγή λόγου, αυτό που γίνεται τελικά είναι η πλαστογράφηση της γνώσης, ένα πτυχίο πλαστό, στην ουσία.

Οι γονείς και μαθητές δεν πρόκειται να πάψουν να το ζητούν, διότι αυτό που θέλουν είναι το "χαρτί". Υπάρχουν παιδιά που από μικρή ηλικία ξεκινούν με σκοπό να πάρουν το Michigan και ολόκληρα βιβλία που επικεντρώνονται σε αυτόν τον τρόπο διδασκαλίας και εκμάθησης. Και όσο το ζητούν οι πελάτες, εμείς θα τους το παρέχουμε. Τόσο κυνικά και, όσο βαθαίνει η κρίση, ακόμα κυνικότερα.

Αυτό που μπορεί να γίνει, όμως, ώστε να βελτιωθεί το επίπεδο όσων φτάνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι να ελέγχουμε ποιούς θα δεχτούμε στα πανεπιστήμια. Προτείνω να μην γίνεται δεκτό το Michigan ούτε σαν Β2 ούτε σαν Γ2 παρά μόνο σε ιδρύματα που δεν έχουν την ξένη γλώσσα ως κεντρικό μάθημα (πράγμα που δεν ξέρω κατά πόσο είναι εφικτό) ή καλύτερα, να αυξηθεί ο βαθμός δυσκολίας των εισαγωγικών εξετάσεων στις ξένες γλώσσες. Θα πρότεινα ακόμα και να μην γίνεται δεκτό το Michigan  ούτε καν στο ΑΣΕΠ αλλά ήδη ξεπέρασα το όριο τρελών ιδεών σε αυτή την ανάρτηση.

Κάτι άλλο που πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις, είναι το τί ακριβώς θεωρούμε "ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ξένων γλωσσών", κάτι εξαιρετικά σημαντικό, ειδικά αν είναι να τα αξιολογήσουμε.  Προσωπικά, αλλά και για το φροντιστήριο στο οποίο εργάζομαι, δέχομαι να αξιολογηθώ όποτε θέλει ο καθένας, με οποιονδήποτε τρόπο. Μπορώ και το κάνω. Ένας λόγος για τον οποίον μπορώ να αξιολογηθώ δεν είναι μόνο η αυτοπεποίθηση στην αξία μου και στις γνώσεις μου, αλλά και ότι εφόσον είμαι επίσημα δηλωμένη ως καθηγήτρια αγγλικών, σε ένα επισήμως κατοχυρωμένο φροντιστήριο, μπορεί ο καθένας να με βρεί, να με ελέγξει και να με αξιολογήσει, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Είμαστε όμως σίγουροι ότι όλοι αυτοί μαθητές που ενώ έχουν πιστοποίηση δεν ξέρουν γρύ, προέρχονται από φροντιστήρια;

Ξέρει κανείς πόσοι κάνουν ιδιαίτερα στην επικράτεια και πόσοι μαθητές προέρχονται από αυτούς; Αυτούς, ποιός θα τους αξιολογήσει; Ευχαρίστως να αξιολογηθούν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, θα μειωθεί και ο ανταγωνισμός, θα επικρατήσω εγώ που είμαι η καλύτερη στην μικρή μου πόλη. Μήπως, όμως, μετά από αυτή την αξιολόγηση, ρίξουμε στην μαύρη αγορά μεγαλύτερο ποσοστό μαθητών; Αν αυτό συμβεί, θα λυθεί το πρόβλημά μας στην τριτοβάθμια;

Το φροντιστήριο αυτή τη στιγμή είναι ο εύκολος στόχος: πληρώνει ρεύμα, ικα, τεβε, φόρους, φπα, κοκ, λογοδοτεί για κάθε μία αποτυχία και πας εις κακεντρεχής νούς μπορεί να το κλείσει με μία απλή καταγγελία που δεν χρειάζεται καν να είναι αληθινή. Όσοι κάνουν ιδιαίτερα, από την άλλη, εισπράττουν μαύρα λεφτά τα οποία φυσικά και δεν φορολογούνται, εννοείται ότι δεν έχουν κανένα φπα, και παίρνουν ζωές στο λαιμό τους, γιατί μέχρι να καταλάβει ο γονιός ότι δεν κάνουν καλή δουλειά (όχι όλοι φυσικά) το παιδί έχει χάσει πολύτιμο χρόνο.

Άρα, πριν σκεφτούμε καν να αξιολογήσουμε τον οποιονδήποτε, είναι απαραίτητο να έχουν γίνει πρώτα τα εξής: να απαγορευτεί η συμμετοχή των ¨ανεξάρτητων¨ υποψηφίων στις εξετάσεις πιστοποίησης και, μάλιστα να θεσπιστεί ελάχιστος χρόνος φοίτησης πριν την συμμετοχή σε αυτές: δεν μπορεί κανείς σε οκτώ μήνες από αρχάριος να έχει φτάσει σε επίπεδο Β2 αν δεν είναι native speaker, ας πούμε! Χρειάζονται τουλάχιστον 4-5 έτη, για το Β2 μόνο, και αυτό πρέπει να θεσπιστεί επίσημα. Όσοι θέλουν να κάνουν ιδιαίτερα, να είναι δηλωμένοι επαγγελματίες, σύμφωνα με την ήδη υπάρχουσα νομοθεσία, να έχουν μηχάνημα για αποδείξεις και για κάθε υποψήφιο που κατεβάζουν να φορολογούνται αντιστοίχως. Η αξιολόγηση, με αυτό τον τρόπο, θα γίνει από μόνη της. Θα φανεί αμέσως ποιός διδάσκει τί και πόσο καλά κάνει τη δουλειά του.

Το ζητούμενο, εδώ δεν είναι να προστατευθούν τα φροντιστήρια, αλλά να ενταχθούν στο σύστημα και όσοι κάνουν ιδιαίτερα, ώστε να εκλείψει αυτός ο αθέμιτος ανταγωνισμός αφενός, και αφετέρου να καταστεί εφικτή η περίφημη αξιολόγηση. Γιατί αν πραγματοποιηθεί αξιολόγηση τώρα, μόνο το ένα τρίτο των δασκάλων ξένων γλωσσών θα αξιολογηθούν, άρα το μόνο που θα πετύχουμε είναι μία τρύπα στο νερό, και θα συνεχίσουν να φτάνουν στα πανεπιστήμια νέοι με τζούφια πτυχία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: