Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Ευμορφία

Ένα ζευγάρι με ένα παιδί, περπατά σε έναν βραδινό δρόμο, μετά από κάποια γιορτή. ΟΙ γονείς, γύρω στα τριάντα-κάτι, λίγο πιο χαρούμενοι από ότι συνήθως από το ποτό, λένε διάφορα ενώ το παιδί, ένα όμορφο κοριτσάκι γύρω στα δεκατέσσερα, χαίρεται που επιτέλους την συμπεριέλαβαν στη διασκέδασή τους. Νιώθει μεγάλη, προσπαθεί να μπεί στην κουβέντα. Γελάει, αν και κάποιες φορές χωρίς να έχει πολυκαταλάβει, απλά επειδή γελούν οι γονείς της. Ξαφνικά, ήθελε τουαλέτα. Κάνε υπομονή, να πάμε σπίτι. Όχι, δεν μπορώ. Καλά, να μία καφετέρια. Μπες και θα σε περιμένουμε στο πάρκινγκ.

Μόλις τελείωσε, βγήκε από την καφετέρια και στρίβοντας τη γωνία είδε στο πάρκινγκ δύο άντρες να
πετάγονται από το πουθενά. Ζητούν λεφτά, ο πατέρας τους τα δίνει, έντρομος. Ο ένας άντρας πλησιάζει τη μητέρα. Είναι πολύ όμορφη. Αρχίζει να την αγγίζει. Ο πατέρας τον χτυπά, με μόνο αποτέλεσμα να τον ξυλοκοπήσει ο ένας άντρας, όσο ο άλλος βίασε την μητέρα. Το κορίτσι, έβγαλε το κινητό από το τσαντάκι και πήρε την άμεση δράση.

Ώσπου να φτάσουν, όμως, η μητέρα ήταν αιμόφυρτη και ο πατέρας αναίσθητος ανάμεσα στα ακίνητα αυτοκίνητα. Η μητέρα πέθανε από τις μαχαιριές, ο πατέρας έζησε.

Η χρονιά που ακολούθησε ήταν για τον πατέρα και το κορίτσι, την Ευμορφία, ή Έφη όπως την φώναζαν όλοι, μία μουδιασμένη περίοδος. Τίποτα δεν είχε γεύση, τίποτα δεν έκανε διαφορά, τίποτα δεν είχε ενδιαφέρον. Ο πατέρας μόλις που έβγαζε πέρα την κάθε μέρα, η Εφη μόλις που τα κουτσοκατάφερνε στο σχολείο. Η φωτογραφία της μητέρας, που είχε τραβηχτεί λίγες ημέρες πριν τη ληστεία, έστεκε πάνω στη βιβλιοθήκη του καθιστικού. Ήταν τόσο όμορφη, τόσο όμορφη. Ήταν άδικο.

Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να συνηθίσουν να ζουν μόνοι τους. Μερικούς μήνες αργότερα, δεν άντεχαν άλλο το σπίτι με τις αναμνήσεις, και ο πατέρας πήρε απόφαση να ζητήσει μετάθεση, το οποίο και κατάφερε. Βρήκε δουλειά σε μία πόλη, στην άλλη άκρη της χώρας, ένα νέο ξεκίνημα.

Όντως, εκεί όλα ήταν καινούρια.
Η δουλειά που είχε βρεί ο πατέρας, σε μία αντιπροσωπεία αυτοκινήτων, του έδινε νέες προοπτικές και η Έφη στο σχολείο ήταν ελεύθερη από την καταπιεστική υπενθύμιση του περίγυρου, έπαψε να είναι η ορφανή, κανείς δεν ήξερε την ιστορία της. Ήθελε την ησυχία της και την είχε.

Είχε έμφυτη κοινωνικότητα, και γρήγορα έκανε νέους φίλους. Εκτός αυτού, είχε κληρονομήσει την ομορφιά της μητέρας της για αυτό πολλά αγόρια την γλυκοκοίταζαν. Όλα τα αγόρια μαζεύονταν γύρω της, έκαναν αστεία για να την κάνουν να γελάσει ή, όπως συμβαίνει συχνά με τα αγόρια, από αμηχανία έκαναν γκάφες. Ένας συμμαθητής της, μάλιστα, έφτασε στο σημείο να της βάλει τσίχλα στα μαλλιά, όταν δεν του έδινε σημασία.

Μία μέρα, μέσα στο πρώτο τρίμηνο, μία από τις καινούριες της φίλες ήταν στεναχωρημένη. Ο λόγος ήταν ότι της άρεσε ένα αγόρι, το οποίο όμως προτιμούσε την Έφη.
-Δε με ενδιαφέρει καθόλου ο Άλεξ, διαβεβαίωσε γελώντας η Έφη, την ώρα του διαλείμματος.
- Εγώ το ξέρω, απάντησε η φίλη της και πρόσθεσε θλιμμένα, αλλά αυτός δε με θέλει γιατί λέει ότι αγαπάει εσένα. Άφησε έναν αναστεναγμό. Η Έφη την αγκάλιασε για συμπαράσταση, αλλά έμεινε προβληματισμένη.

Αυτό που σκέφτηκε ήταν ότι η ίδια δεν ενδιαφερόταν για κανένα αγόρι. Περίεργο. Μέτρησε με το νού της όλα τα αγόρια που ήξερε, αλλά όλοι της φαίνονταν αδιάφοροι. Αυτό συνέχισε να την απασχολεί για μέρες, για εβδομάδες, μέχρι που της ήρθε μία ιδέα. Θα γινόταν άσχημη. Έτσι, ο Άλεξ θα στρεφόταν στην φίλη της.

Έτσι, έπαψε να φορά τους φακούς επαφής της, άρχισε να φορά παράταιρα, παλιομοδίτικα ρούχα, άχαρα παπούτσια και έκοψε τα μαλλιά της σε ένα άχαρο καρέ, το οποίο άφηνε άλουστο και αχτένιστο.  Το καλύτερο, το κόλπο για το οποίο ήταν υπερήφανη, ήταν που έβαζε μέσα στην κρέμα προσώπου λίγο πηλό, που έδινε στην επιδερμίδα της μία απροσδιόριστα κίτρινη όψη.
Το κόλπο έπιασε.
Τα αγόρια έχασαν το ενδιαφέρον τους και ποτέ ξανά δεν της κόλλησε κανείς τσίχλα στα μαλλιά.
Σύντομα, ο Άλεξ στράφηκε στην φίλη της.

Ωστόσο, η Έφη ανακάλυψε στην πορεία ότι τελικά ήταν πολύ πιο συμφέρον να είναι κανείς άσχημος. Καταρχάς, έπαψαν οι άνθρωποι να προεξοφλούν ότι είναι ¨ελαφριά" απλά και μόνο επειδή έτυχε το πρόσωπό της να έχει ένα συγκεκριμένο σχήμα. Οι καθηγητές την ενοχλούσαν λιγότερο, ίσως επειδή δεν την παρατηρούσαν ή ίσως επειδή ένα άσχημο παιδί είναι πιο εύκολο να χαρακτηριστεί "φυτό" από ότι ένα όμορφο, με αποτέλεσμα οι βαθμοί της να ανέβουν. Και τέλος ανακάλυψε, με μεγάλη της έκπληξη, ότι τα αγόρια ήταν πολύ πιο ενδιαφέροντα όταν δεν γίνονταν γελοία και όταν δεν είχαν στο μυαλό τους μόνο πως να σε αποπλανήσουν.
Μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς, κανείς δεν θυμόταν ότι κάποτε είχε υπάρξει όμορφη, αλλά από την άλλη απολάμβανε περισσότερο τις συζητήσεις, είχε πιο στενές σχέσεις με τα υπόλοιπα παιδιά και, ενώ αρχικά όλοι περίμεναν να βρεί έναν όμορφο και πλούσιο γαμπρό, τώρα όλοι την ενθάρρυναν να σπουδάσει. Οι ίδιοι οι καθηγητές, της έδιναν περισσότερη βοήθεια και επιπλέον υλικό, ακόμα και χωρίς να το ζητήσει. Ήταν απίστευτο.

Ήταν τόσο τρομερή αυτή η ανακάλυψη, που ένα μεσημέρι, αναπολώντας την μητέρα της, αποφάσισε να συνεχίσει την μασκαράτα. "Η μητέρα μου έπαθε ότι έπαθε επειδή ήταν όμορφη. Τώρα, θα με οδηγούσαν προς μία ανούσια ζωή, μόνο και μόνο επειδή με θεωρούν όμορφη." Ξαφνικά άκουσε την γειτόνισσα να φωνάζει τα παιδιά της για φαγητό. Κοίταξε από το παράθυρο, και την είδε στη βεράντα, με ταλαιπωρημένη όψη, να ανεβαίνει τα σκαλιά, ενώ παραδίπλα ήταν απλωμένη η μπουγάδα και ένας μεσήλικος σύζυγος κάρφωνε κάτι ξύλα, ποιός ξέρει για ποιό λόγο. Πάνω στην ώρα, χτύπησε το κινητό της. Ήταν η φίλη της.
Κάτι έλεγε για τον Άλεξ, πάλι. Κάτι της είπε, αυτή κάτι του απάντησε, και τελικά τσακώθηκαν.
Η Έφη την παρηγόρησε, της έδωσε κάποιες συμβουλές, αλλά κλείνοντας είχε καταλήξει στην απόφασή της.
"Για έναν άντρα να περνάω τέτοια μαρτύρια; Ποιός αξίζει τέτοιο βάσανο; Το βραβείο της ομορφιάς, είναι αυτή η κατάντια; Να περνάς ώρες μπροστά στον καθρέφτη, να πασχίζεις για τα μαλλιά, για τα νύχια, για τη δίαιτα, για τα ρούχα, για το βάψιμο, και για όλη αυτή την προσπάθεια, το έπαθλο είναι αυτό; Είτε μαιτρέσσα είτε δουλικό; "
Και έτσι, αποφασίστηκε.

Πήγε στο μπάνιο να πλύνει το πρόσωπό της. Χωρίς την κρέμα πηλού και με τα μαλλιά χτενισμένα, ήταν ο παλιός της εαυτός. Γέλασε στον εαυτό της.

Αυτό που την χαροποιούσε περισσότερο, ήταν η ικανοποίηση ότι αυτή ήταν η δική της κρυφή συνομωσία, το δικό της κρυφό μυστικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: