Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Ευμορφία (6 και τέλος)

Έμεινε ξύπνια μέχρι αργά.
Τελικά, ήταν ίδια με αυτόν γιατί έκανε την ίδια ζωή. Και εκείνη, χρησιμοποιούσε τους άντρες μόνο για να καλύψει κάποιες ανάγκες, μόνο πρόσκαιρα και μόνο επιπόλαια. Και εκείνη είχε υπάρξει σκληρή, απόλυτη. Και εκείνη, προεξοφλούσε το χειρότερο για τους άλλους, χωρίς να δώσει ούτε μία ευκαιρία, ούτε στους άλλους, ούτε στον εαυτό της.
Τουλάχιστον εκείνος της είχε πεί την αλήθεια. Από την αρχή, από το πρώτο δευτερόλεπτο.

Είχε δίκιο ο Τσέζαρε. Όσο τρομερός και αν ήταν ο χαμός της μητέρας της, πράγμα που εκείνος φυσικά δεν γνώριζε, δεν έφταιγαν όλοι άντρες για αυτό. Και σίγουρα, υπήρχαν αρκετές ανήθικες γυναίκες στη γύρα. Μερικές από αυτές φίλες της. Η ίδια η Ιρέν είχε φερθεί με κάποια χοντροκοπιά,
ας πούμε, όταν μίλησε για μωρό και μετά την περιπέτεια με τον Τσέζαρε δεν πήγε δα και σε κανένα μοναστήρι....

Κι όμως, εκείνος ήταν που είπε ότι ήθελε να την κάνει να τον ερωτευτεί, όχι από πόθο για αυτήν αλλά από πείσμα, για εκδίκηση. Δεν κάνεις τέτοια αν αγαπάς κάποιον. Και, ακόμα κι αν είχε δίκιο για την Ιρέν, η απανθρωπιά του ήταν αδικαιολόγητη. Δεν κάνουν έτσι οι κύριοι, οι καλοί άνθρωποι.

Από την άλλη, της έστειλε μήνυμα κατευθείαν μόλις έφτασε. Όταν τον βρήκε, φορούσε ακόμα τη στολή του. Η Έφη έψαξε λίγο στο διαδίκτυο και βρήκε κάποιο άρθρο για μία στρατιωτική ομάδα από την Ιταλία που έφτανε στις Βρυξέλλες λίγες ώρες πριν. Αν ο Τσέζαρε ήταν μέλος της, τότε αυτό σήμαινε ότι της έστειλε το μήνυμα κατευθείαν μόλις βγήκε από το πλοίο ή το αεροπλάνο ή ότι ήταν αυτό τέλος πάντων.

Μα, ήταν δυνατόν; Πως; Ήταν αδύνατον να την αγαπάει. Είχαν συναντηθεί μόνο μία φορά, κι αυτή μέσα στην αντιπαράθεση και την παρεξήγηση. Τον είχε αποκαλέσει ένα σωρό πράγματα, από πόρνη, μέχρι επιπόλαιο, ανήθικο, κακό και ούτε καν θυμόταν τί άλλο. "Αν κάποιος μου είχε φερθεί τόσο ελεεινά, σιγά μην τον αγαπούσα!" σκέφτηκε και μετά συνειδητοποίησε ότι αυτός της είχε φερθεί ελεεινά κι αυτή τον είχε ερωτευτεί.

Fuck! βλαστήμησε στα αγγλικά.
Είχε εισπράξει όλη τη στεναχώρια, χωρίς να έχει απολαύσει τίποτα.
Κι όμως...
Ακόμα κι αν την αγαπούσε, τί θα γίνονταν στο μέλλον;
Της είχε πεί ότι στην πραγματική ζωή δεν υπάρχουν εγγυήσεις, και μάλλον είχε δίκιο.
"Κάνεις σα χαζογκόμενα. Εκεί που για σένα δεν ήταν παρά ένα γουρούνι, ξαφνικά κάνεις λες και είπε την υπέρτατη σοφία!", έψεξε τον εαυτό της.

Φέρθηκα άσχημα.
Ό,τι και αν είναι αυτός, εγώ δεν ήμουν σωστή. Τον αναστάτωσα και έφυγα, σαν μία...
Δεν ήθελε να σκεφτεί καν τη λέξη...

Είχε πάει τρείς η ώρα. Σήκωσε το κινητό της. Πληκτρολόγησε "Έχεις δίκιο. Θα κάνω ό,τι θες."
Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα ήρθε η απάντηση "Να πας να γ****"
Η Έφη έκλαψε όσο δεν είχε κλάψει σε όλη της τη ζωή. Την πήρε ο ύπνος έτσι.

Ξύπνησε αργά. Έπλυνε το πρόσωπό της αλλά δεν φόρεσε την άσχημη μάσκα της. Δεν είχε καμμία διάθεση. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Αν εξαιρούσες τα πρησμένα από το κλάμα μάτια, έδειχνε μια χαρά. Ένιωθε τόσο χάλια, που αντί για τα συνηθισμένα της τσουβάλια, φόρεσε ένα φόρεμα με ταιριαστά πέδιλα και αντί για το σάκο που συνήθως κουβαλούσε, πήρε ένα τσαντάκι χαριτωμένο. Σήμερα δεν είχε δουλειά. Πέρασε το πρωί περπατώντας. Οι ίδιες σκέψεις τριγυρνούσαν στο μυαλό της και ήξερε ότι δεν σκεφτόταν καθαρά γιατί αν σκεφτόταν καθαρά, τότε το μυαλό της δεν θα έκανε γύρες. Ξαφνικά,της ήρθε μία σκέψη. Ο Τσέζαρε απάντησε το μήνυμά της κατευθείαν. Άρα, ούτε αυτός κοιμόταν, ούτε έκανε κάτι άλλο! Άρα......
Mon dieu! Σηκώθηκε αμέσως από το καφέ και κατευθύνθηκε προς το ξενοδοχείο του. Μετά σταμάτησε απότομα. "Μου είπε να πάω να γ****" σκέφτηκε. "Θα είναι εδώ μόνο για σήμερα" ήταν η επόμενη σκέψη. Έμεινε ακίνητη στο πεζοδρόμιο για λίγο. Μετά συνέχισε το δρόμο της.

Έφτασε στο ξενοδοχείο. Στην ρεσεψιόν της είπαν ότι ήταν στο εστιατόριο. Πήγε και τον είδε να γευματίζει με κάποιους άλλους ένστολους. Πήγε πάλι στη ρεσεψιόν και βγήκε έξω στο πεζοδρόμιο. Έλαβε μήνυμα "Περίμενε". Επέστρεψε στη ρεσεψιόν. Τον είδε να βγαίνει από το εστιατόριο.
Πήγε κοντά της και την αγκάλιασε σιωπηλά.
Μετά από λίγο της είπε:
-Εγώ πέτυχα τον σκοπό μου. Σε έκανα να με ερωτευτείς. Εσύ τον πέτυχες τον σκοπό σου;
-Ναι.
-Ποιός ήταν αυτός;
-Να σε κάνω να υποφέρεις.
Κάθισαν στην αίθουσα αναμονής.
-Λοιπόν; Αξίζω τον κόπο; τη ρώτησε.
-Όχι.
Ο Τσέζαρε σήκωσε απηυδησμένος τα χέρια του στον αέρα.
-Ε, τώρα! Τί κάνεις τώρα; Τί ήρθες εδώ να κάνεις, ε;
Έβρισε στα ιταλικά και σηκώθηκε.
-Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη. Έκανα λάθος για εσένα και σου φέρθηκα  αδίκως άσχημα. Το πρόβλημα είναι ότι εγώ είμαι που δεν μπορώ.
Και του διηγήθηκε τα κομμάτια της ιστορίας της που είχε παραλείψει την πρώτη φορά.
-Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να είμαι όπως θες. Αυτά τα πράγματα θα είναι μέσα μου για πάντα. Θα είμαι για πάντα έτσι. Και δεν μπορώ να σε πάρω στο λαιμό μου. Θα σε κάνω δυστυχισμένο. Χωρίς να το ξέρεις, είχες δίκιο: εκδικούμαι τους άντρες και είμαι ανικανοποίητη. Του είπε και για τις φορές που έβγαινε μόνη στους δρόμους.
-Μπορείς να αντέξεις τόσο μελόδραμα; του είπε τελικά.
-Τί κοτσάνες λες; Γιατί τα μπερδεύεις όλα; Με θες, σε θέλω, τί άλλο θέλεις;!  Θες παρακάλια; Τί θες επιτέλους;
-Τίποτα.
-χαχαχαχα! κάγχασε ο Τσέζαρε, και συνέχισε. Λοιπόν. Γειά. Καλή τύχη.
-Τσέζαρε!; τον φώναξε.
-Ναι;
-Μία βραδυά; Μόνο;
Ο Τσέζαρε γύρισε και την κοίταξε.
-Όχι.
Και έφυγε, οριστικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: