Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Πέρασμα Περάσματα (7 & τέλος)

Μέχρι που ένα πρωί, που έτυχε να έχουν απαρτία στο πρωινό, ο πατέρας πήρε το λόγο, σοβαρός.
"Εχτές, εσύ" είπε δείχνοντας τον Αντρέα, "γύρισες τα χαράματα. Και εσύ," συνέχισε δείχνοντας της Ειρήνη, "το ίδιο. Αυτό δεν θα ξαναγίνει. Είστε και οι δύο ελεύθεροι, έχετε ανάγκες, το καταλαβαίνω. Αλλά το χωριό ολόκληρο γελάει με αυτές τις ξεδιαντροπιές. Έχουμε γίνει ρεζίλι. Δε μπορώ να κυκλοφορήσω, με τα καμώματά σας. Για αυτό αποφάσισα να σας παντρέψουμε."
Ο Αντρέας άρχισε να διαμαρτύρεται, αλλά ο πατέρας τον έκοψε στη μέση.
"Άκου, Αντρέα, η αγάπη δεν ήρθε. Τί να κάνουμε τώρα; Να ξεφτιλίζεστε και οι δύο, είναι ωραίο; Αφού αυτή σε θέλει, πάρ'την και στήστε ένα σπιτικό, να ησυχάσουμε εμείς, να ησυχάσετε κι εσείς, να τελειώνουμε. Ή αυτό ή, αλλιώς, να φύγετε από το σπίτι, γιατί τέτοιες πομπές μέσα σε αυτό το σπίτι, δεν θα ανεχτώ άλλες."
Πάλι ο Αντρέας πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά η Ειρήνη τον έπιασε από το μπράτσο και σηκώθηκε όρθια.
"Έχεις δίκιο" του είπε. "από τότε που ήρθα, εσείς με βοηθάτε, με ταΐζετε, μου μάθατε να είμαι άνθρωπος, κι εγώ μόνο προβλήματα φέρνω. Ο Αντρέας δε φταίει σε τίποτα. Θα φύγω εγώ"
Κανείς δεν το περίμενε αυτό, ούτε ο πατέρας που φυσικά και  μπλόφαρε.
"Θα πάω στο δάσος. Έχει μία καλύβα που ήταν παλιά για το κυνήγι. Θα μείνω εκεί", συνέχισε η Ειρήνη.
Όλοι προσπάθησαν να της αλλάξουν γνώμη, της έλεγαν ότι δεν ήταν αυτός ο σκοπός τους, ανησυχούσαν πως θα βγάλει χειμώνα, αλλά εκείνη με μεγάλη ηρεμία τους καθησύχασε, λέγοντας ότι δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα περνούσε χειμώνα στο δάσος. Βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς το στάβλο. Ο παππούς είπε στον Αντρέα:
"Τρέχα!" το οποίο και έκανε. Την πρόλαβε και της είπε:
"Μή φύγεις. Κάτσε να προσπαθήσουμε."
"Να προσπαθήσουμε;!" έκανε έκπληκτη η Ειρήνη. "Τί να προσπαθήσουμε;"
"Να προσπαθήσουμε, βρε παιδί μου... Να δούμε πως θα πάει, μεταξύ μας."
Τον πλησίασε πολύ.
"Εγώ δεν χρειάζεται να προσπαθήσω. Γιατί ξέρω πως θα πάει. Αν εγώ και εσύ, βρεθούμε μαζί σε ένα δωμάτιο με κρεβάτι, ξέρω πολύ καλά τί θα γίνει", του είπε μιλώντας του ψιθυριστά από πολύ κοντά."Αλλά εσύ δεν ξέρεις και για αυτό, άντε γειά!" είπε και έφυγε, αφήνοντάς τον εμβρόντητο στη μέση της αυλής. Μέσα σε λίγη ώρα, είχε μαζέψει ελάχιστα πράγματα σε ένα σακίδιο, λίγα τρόφιμα που επέμειναν να της δώσουν και απλά έφυγε.
Της πήρε μιάμιση μέρα να φτάσει την παλιά καλύβα. Αμέσως άρχισε να επισκευάζει ό,τι μπορούσε και να μαζεύει εφόδια για τον χειμώνα που σε τρείς μήνες θα ερχόταν. Έστηνε παγίδες, έκοβε ξύλα, κάρφωνε σανίδες, πήγε σε κάποιο από τα άλλα χωριά και αντάλλαξε κυνήγι με προμήθειες, και μετά έμεινε μόνη, επιτέλους. Η μόνη φορά που έσπασε την απομόνωσή της ήταν για να προμηθευτεί μία βίβλο, για  όταν βαριέται.

Ήταν δύσκολος ο χειμώνας. Πείνασε και κρύωσε αρκετά. Δύο φορές αρρώστησε πολύ και δεν ήταν κανείς να την βοηθήσει. Της έλλειπαν. Για πρώτη φορά, έκλαψε. Μετά για να μη σκέφτεται, ασχολούνταν με την καλύβα. Ήθελε να αγοράσει μερικές κότες, κι έτσι βάλθηκε να φτιάξει ένα κοτέτσι. Της πέρασε από το μυαλό να φτιάξει και σκεπή για πάνω από την πόρτα. Να αγόραζε έναν καθρέφτη. Κι έτσι πέρασε ο καιρός.

Μία μέρα, αρχές Μάρτη, είχε αρχίσει να σουρουπώνει και είχε τελειώσει τις δουλειές της για την μέρα. Είχε πλυθεί και ετοιμαζόταν να φάει, όταν άκουσε θόρυβο, σαν άλογο, να πλησιάζει. Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Άνοιξε. Ήταν ο Αντρέας. Στην αρχή έμεινε να τον κοιτάει και μετά τον αγκάλιασε.
"Τί κάνεις εδώ;" του είπε.
"Ήρθα να δω τί κάνεις. Έφερα και αυτά" είπε, δείχνοντας μερικά πακέτα, δεμένα όλα μαζί. "Φαγητό από την Αγνή. Στο άλογο έχω και προμήθειες."
Ξεφορτώσανε το άλογο, έφεραν μέσα τα πράγματα και κάθισαν να φάνε. Αντάλλαξαν νέα. Εκείνος της είπε για την οικογένεια, για το χωριό και τη φάρμα. Εκείνη του είπε για την καλύβα και το δάσος.
"Έλα πίσω" της είπε κάποια στιγμή. "Κανείς δεν ήθελε να φύγεις. Θα πεθάνεις εδώ πάνω μόνη σου."
"Δεν θέλω"
"Εξαιτίας μου;"
"Δεν είναι μόνο αυτό... Η μάλλον, είναι μόνο αυτό. Εκτός από εσένα, δε μου αρέσει τίποτα άλλο εκεί πέρα. Όλοι είναι γκρινιάρηδες και τα πάντα απαγορεύονται. Εδώ μπορεί να είναι δύσκολα, αλλά κανείς δεν παίρνει αποφάσεις αντί για μένα. Είναι λες και έχουν συμφωνήσει όλοι μαζί να τη σπάνε ο ένας στον άλλον."
"Ανησυχούμε όλοι πάρα πολύ. Και μας λείπεις."
"Το  ξέρω. Κι εσείς μου λείπετε. Αλλά δεν μπορώ. Ίσως να είναι αδύνατον να γίνω κανονικός άνθρωπος. Ίσως να μείνω για πάντα άγρια στο δάσος" του είπε σκεφτική. "Περνάω καλύτερα εδώ."
Τον κοίταξε. Και συνέχισε.
"Παλιά, πριν έρθω σε εσάς, ήμουν πέρα από την πλαγιά, εκεί που είναι ο μεγάλος βράχος και μετά έχει ένα ίσωμα"
"Τόσο μακρυά; Και πως μας έκλεβες τα ταψιά;"
"χαχαχα. Σε ακολούθησα."
"Μα σε βρήκαμε στην παγίδα"
"Πριν από αυτό. Σε είχα δει να κοιμάσαι κάτω από ένα δέντρο, λίγο πιο πέρα από το μεγάλο βράχο. Είσαι το πρώτο πράγμα που θυμάμαι. Πριν από αυτό, το μόνο που θυμάμαι είναι δάσος, πολύ δάσος. Μόλις ξύπνησες σε ακολούθησα. Σε παρακολούθησα κάμποσο και είδα που μπήκες στο σπίτι της φάρμας. Μου πήρε αρκετό καιρό να μπώ κι εγώ μέσα γιατί φοβόμουν τους άλλους. Μετά μπήκα και σε είδα να τρώς και μόλις βγήκες, έφαγα κι εγώ. Αυτό ήταν το δεύτερο πράγμα που θυμάμαι. Σας παρακολούθησα πολύ καιρό. Ήξερα τα ονόματά σας πολύ πριν με πιάσετε."
Τότε του ήρθε μία ιδέα.
"Και τα φαγητά, πως τα έκλεβες; δε σε πιάσαμε ποτέ, δεν άφηνες ούτε μία πατημασιά. Πως το'κανες;"
"Πήγαινα στο δίπλα δωμάτιο"
"Τϊ!:"
"Ναι. Έπαιρνα το φαγητό, και πήγαινα στο δίπλα δωμάτιο, στην αποθήκη, μέχρι να φύγετε"
" αχαχαχα, σοβαρά!; Εμείς σε ψάχναμε στο δάσος κι εσύ έτρωγες με την ησυχία σου!"
"χαχαχα. Ναι. Έμπαινα στο σπίτι όποτε ήθελα, μετά. Και στο δωμάτιό σου. Τη νύχτα έκανα ότι ήθελα. καναδυό φορές κοιμήθηκα δίπλα σου"
"Τί λες τώρα!"
Ο Αντρέας δεν πίστευε αυτά που άκουγε. Η Ειρήνη συνέχισε.
"Για αυτό σου λέω, δεν μπορώ να γυρίσω. Τί να κάνω πίσω; Φαντάσου, ας πούμε. Εσύ για μένα είσαι σαν το αρνί στη σούβλα, το καλύτερο φαΐ. Εγώ για σένα είμαι το ψωμοτύρι που κάνεις όταν δεν έχεις τίποτα άλλο. Είναι άδικο. "
"Δεν είναι έτσι. Για αυτό ήρθα."
"Τι;"
"Σε σκεφτόμουν πολύ. Μου έλειψες. Δεν το ήξερα ότι θα μου λείψεις. Και κατάλαβα αυτό που είπες, ότι ξέρεις τί θα γίνει. Ότι δεν χρειάζεσαι να δοκιμάσεις... Ήταν απαίσια χωρίς εσένα. Μου έλειψες πολύ. Και μετά κατάλαβα ότι δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο. Σκέφτηκα ότι μόνο με εσένα μιλούσα. Ακόμα και πριν μάθεις να μιλάς, δεν μιλούσα με κανέναν. Τώρα ξέρω τι θα γίνει. Και χωρίς δοκιμή."
Η Ειρήνη κουνούσε αρνητικά το κεφάλι.
"Δεν γυρνάω πίσω, Αντρέα. Ο παππούς σε έστειλε;"
"Ήμουνα χάλια. Ήμουν τόσο χάλια που έκοψα το ποτό"
"χαχαχα"
"Με κατάλαβε ο παππούς και μου λέει΄άντε, πάνε να την βρείς, άμα είναι να πίνεις τσάι και λεμονάδα σαν τις κερίες, πάνε να την βρείς"
"χαχαχα. Αλήθεια;"
"Ναι, σου λέω! Ειρήνη, πάντως εγώ χωρίς εσένα δε γυρνάω πίσω."
"Τότε θα κάτσεις εδώ." του είπε για αστεία.
"Θα κάτσω εδώ, λοιπόν." είπε σοβαρά ο Αντρέας.
Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ειρήνη κοκκίνησε.
"Είχες πεί ότι ξέρεις τί θα γίνει άμα μείνουμε σε ένα δωμάτιο. Για έλα" της είπε και την έπιασε από το χέρι. "Δωμάτιο είναι κι αυτό."

Περάσανε μερικές εβδομάδες εντατικών ερωτικών αθλοπαιδιών. Τελικά η Ειρήνη πήγε πίσω, αλλά μόνο για λίγο, ώσπου να γίνει ο γάμος και μετά ξαναγύρισαν στην καλύβα. Ποτέ δεν μπόρεσε να γίνει "άνθρωπος" όπως έλεγε και πάντα ένιωθε άβολα με τον κόσμο. Μερικές φορές επισκέπτονταν την οικογένεια ή πήγαινε στην πόλη για ψώνια και μόνο τότε φορούσε κανονικά ρούχα. Ο Αντρέας την αγάπησε πραγματικά και όταν τον ρωτούσαν έλεγε ότι όλες οι άλλες γυναίκες ήταν που έκαναν σαν ζώα. Συμμερίστηκε την αντιπάθειά της για τον πολύ κόσμο και έζησαν μόνοι στην καλύβα για πολλά χρόνια.

Παιδιά δεν έκαναν. Ο γιατρός είπε ότι η ζωή στο δάσος είχε τις συνέπειές της. Αβιταμίνωση, τραυματισμοί, μολύνσεις την είχαν καταστήσει στείρα.

Όταν πέθανε, σε προχωρημένη ηλικία, μερικούς μήνες μετά τον Αντρέα, άφησε κληρονομιά στο χωριό τη μόδα των παντελονιών και των κοντών μαλλιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: