Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Πέρασμα Περάσματα (4)

(Η ως τώρα ιστορία εδώ)

Για το επόμενο διάστημα η Ειρήνη ακολουθούσε παντού τον Αντρέα, παρακολουθώντας τον ακόμα πιο στενά από ότι πριν. Όλοι τον δούλευαν για αυτό. Του έλεγαν ότι βρήκε την τέλεια σύζυγο, μιας και δεν μιλούσε, ότι μόνο μία ημιάγρια μπορούσε να τον ανεχτεί και άλλα πιο ακατάλληλα.

Την επόμενη φορά που ήταν να πάει για προμήθειες, μερικούς μήνες μετά, η Ειρήνη ήταν πολύ πιο ήμερη και είχε μάθει αρκετά πράγματα. Καταλάβαινε πολύ καλύτερα ό,τι της έλεγαν. Ωστόσο, μόλις της είπαν ότι ο Αντρέας θα πήγαινε στην πόλη, κοντοστάθηκε για μία στιγμή, πήγε στο δωμάτιό της και βγήκε με το παλτό της. Ανέβηκε στην καρότσα στη θέση του συνοδηγού και κοιτούσε μπροστά, έτοιμη να φύγει.
"Να την πάρω μαζί μου, λες;" ρώτησε τον Γιώργο ο Αντρέας.
"Πάρ'την. Να δούμε τί θα γίνει"
Έτσι και έγινε. Ανησυχώντας για το πως θα αντιδρούσε, ξεκίνησε για την πόλη. Στο δρόμο της εξηγούσε τί θα έβλεπε, προσπαθώντας να την προετοιμάσει. Εκείνη τον κοιτούσε με το άδειο βλέμμα που πάντα έπαιρνε όταν δεν καταλάβαινε.
"Θα κάνεις ό,τι σου λέω! Εντάξει;" της είπε τελικά κι εκείνη έγνεψε βουβά.
Όταν έφτασαν, η Ειρήνη έμεινε ακόμα πιο άφωνη μπροστά σε αυτό που της φαινόταν σαν ένα χάος από ανθρώπους. Ήταν ημέρα παζαριού. Την κέρασε γλυκά και λεμονάδα, την έβαλε να κουβαλήσει κάποια από τα πακέτα στην καρότσα, την πήγε σε όλα τα μαγαζιά. Την σύστησε στους συνεργάτες του. Μερικούς από αυτούς τους μύρισε με περιέργεια ή με σιχασιά, πράγμα που προξένησε γέλια.
Όταν επέστρεψαν η Ειρήνη ήταν πανευτυχής και εξαντλημένη. Έδειξε σε όλους το καινούριο ζευγάρι μπότες που της είχε αγοράσει.
"Σε μία εβδομάδα είναι και το πανηγύρι στο Πέρα Χωριό" είπε η Αγνή. "Λες να την πάμε κι εκεί; Άμα δεί ανθρώπους μπορεί να της έρθει να μιλήσει."
Αυτό έλυνε και το πρόβλημα του ποιός θα έμενε σπίτι μαζί της να την προσέχει, οπότε όλοι συμφώνησαν.
Την επόμενη εβδομάδα, της έδωσαν να φορέσει ένα όμορφο φόρεμα, της χτένισαν τα μαλλιά και της έβαλαν κολώνια και κοκκινάδι. Κοιτώντας το τελικό αποτέλεσμα, για μία ακόμα φορά συμφώνησαν ότι πλέον δεν φαινόταν τίποτα από την προηγούμενη ζωή της στο δάσος.
Ανέβηκαν στα κάρα και έφυγαν.
Κατά το σούρουπο έφτασαν στο πέρα χωριό.
Στην αρχή την είχαν πάντα δίπλα τους οι γυναίκες, χωρίς να την αφήνουν να πάει πουθενά χωρίς να της εξηγήσουν τί απαγορεύονταν. Την σύστησαν σε όλους τους φίλους και γνωστούς. Όσο περνούσε η ώρα, την εμπιστεύτηκαν όλο και περισσότερο. Στην αρχή την πίεσαν να χορέψει, μετά όμως της άρεσε τόσο πολύ που πήγαινε και τραβολογούσε όποιον ήθελε για να χορέψει. Της εξήγησαν και για αυτό πως γίνεται. Στάθηκε κάμποση ώρα μπροστά στην ορχήστρα θαυμάζοντας το πως έβγαινε η μουσική. Αρνήθηκε να πιεί αλκοόλ που της φάνηκε απαίσιο. Κάποια στιγμή την έχασαν. Τριγύρισαν όλη την πλατεία ψάχνοντάς την, την φώναζαν, αλλά δεν την βρήκαν. Είχε πάει για κατούρημα πίσω από έναν τοίχο κάποιας αυλής. Όταν άκουσε να την φωνάζουν, κοίταξε τριγύρω αλλά δεν τους έβλεπε μέσα στη πολυκοσμία. Σήκωσε τότε το φουστάνι της και σκαρφάλωσε σε μία ξύλινη κολώνα για να δεί καλύτερα. Τους είδε. Την είδαν.
"Βρε! Κατέβα! Φαίνονται τα βρακιά σου!" είπε μισογελώντας-μισοντροπιασμένη η Όλγα.
Κάποια στιγμή φάνηκε ανήσυχη. Κοίταξε τριγύρω. Οσμίστηκε τον αέρα κι έκανε μερικά βήματα προς την άκρη της πλατείας. Η Αγνή πήγε να την ακολουθήσει, αλλά η Όλγα την κράτησε από το μπράτσο.
"Άσ'την. Δεν θα χαθεί."
Η Ειρήνη μόλις είχε παρατηρήσει ότι ο Αντρέας είχε εξαφανιστεί πίσω από κάτι δέντρα μαζί με μία κοπέλα. Πήγε να δεί τί γινόταν. Ενστικτωδώς, πλησίασε χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο και τον είδε να φιλιέται με την κοπέλα. Τους παρακολούθησε για αρκετή ώρα, μέχρι που τελείωσαν αυτό που έκαναν και έφυγε την ώρα που ντύνονταν. Ξαναμπήκε στο πανηγύρι που μαίνονταν πια με όλα του τα ντεσιμπέλ μέσα στις αναθυμιάσεις του τσίπουρου και του κρασιού. Ήταν πολύ προβληματισμένη. Είχε πάλι το άδειο βλέμμα, σαν ενυδρείο χωρίς ψάρια. Κοίταξε τα ζευγάρια που χόρευαν. Κοίταξε τον πατέρα με τη μητέρα, που εκείνη την ώρα κάθονταν δίπλα-δίπλα κουτσομπολεύοντας εύθυμα ποιός-ξέρει-ποιόν, με την χαρακτηριστική άνεση των παλιών ζευγαριών. Κοίταξε μία αντροπαρέα που τσούγκριζαν το πολλοστό τους ποτό.
Τους πλησίασε. Την κοίταξαν απορημένοι ενώ εκείνη τους επεξεργαζόταν.
"Τί θες;" είπε ένας τους. Της πρόσφερε ένα ποτήρι κρασί το οποίο εκείνη έκανε πέρα.
Τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε απαλά. Χασκογελώντας αμήχανα ο πιωμένος άντρας, την ακολούθησε.
Τον πήγε εκεί που ήταν νωρίτερα ο Αντρέας με την κοπέλα. Τον άρπαξε από το κεφάλι και άγγιξε στα χείλη με τα δικά της, δοκιμαστικά, άτσαλα.
"Χαχαχα, έκανε πονηρά ο άντρας. "Περίμενε να σου δείξω" της είπε και τη φίλησε κανονικά. "Σου αρέσει;"
Η Ειρήνη έγνεψε καταφατικά.

Την ίδια στιγμή όλοι είχαν ξεχάσει την Ειρήνη. Ο πατέρας με τη μητέρα συζητούσαν τα δικά τους, τα παιδιά έπαιζαν με κάτι φίλους τους, ο παππούς συζητούσε πολιτικά με άλλους γέρους και ο Αντρέας πήγε στην παρέα του να συνεχίσει το ποτό του. Η Όλγα γέμιζε πιατέλες με μεζέδες και τις καράφες με ποτά.

Η Ειρήνη, αφού φίλησε για πολλή ώρα τον άντρα που είχε παρασύρει, τον βαρέθηκε και τον σταμάτησε πριν προχωρήσει παρακάτω. Σηκώθηκε και έφυγε, αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού. Εκείνος διαμαρτυρήθηκε αλλά ήταν πολύ πιωμένος για να κάνει οτιδήποτε άλλο. Η Ειρήνη πήγε σε μία άλλη παρέα και διάλεξε έναν άλλον και τον παρέσυρε σε άλλη μεριά. Είχε ήδη δοκιμάσει πεντέξι με τον ίδιο τρόπο όταν κάποιος το ανέφερε γελώντας σε κάποιον άλλον και το πήρε το αυτί του Αντρέα.
Αμέσως, σηκώθηκε και πήγε εκεί που του υπέδειξαν οι άλλοι και την βρήκε να φιλιέται με έναν άγνωστο.
"Σήκω πάνω! είπε, χωρίς να είναι σαφές αν απευθύνονταν στην Ειρήνη ή στον άντρα. Ο άντρας έφυγε και ο Αντρέας έπιασε από το μπράτσο την Ειρήνη. Την έσυρε μέσα στο πανηγύρι και την κάθισε σε μία καρέκλα.
"Είναι πολύ επικίνδυνο αυτό που κάνεις. Δεν πρέπει να το ξανακάνεις! Δεν μπορείς να φιλάς όποιον βρείς μπροστά σου! Θα πάθεις τίποτα!" της φώναζε, ολοφάνερα θυμωμένος. Πήγε να της εξηγήσει τι ακριβώς θα πάθαινε αν το ξαναέκανε αυτό, αλλά σταμάτησε πριν καν ξεκινήσει. Βλαστήμησε. "Μόλις γυρίσουμε σπίτι, αύριο κιόλας, θα πω στην Αγνή και στην Όλγα να σου πουν δυο-τρία πράγματα." Η Ειρήνη έσκυψε μπροστά για να τον φιλήσει, αλλά εκείνος την σταμάτησε. "Φιλάμε μόνο αυτούς που αγαπάμε" της είπε. Εκείνη ξαναέσκυψε μπροστά για να τον φιλήσει, κι αυτός πάλι την σταμάτησε. Την κοίταξε με περιέργεια. "Δεν σε αγαπάω" της είπε.
Εκείνη έσφιξε τα χείλη.
"Είσαι μεγάλος μαλάκας" του απάντησε με θυμό και σηκώθηκε.
Την έπιασε από τα μπράτσα.
"Ε, μιλάς; Μιλάς! Γιατί το έκρυβες;"
Τον κοίταξε βουβά, με μεγάλο εκνευρισμό. Αυτός μπορούσε να κάνει ότι θέλει αλλά για εκείνη απαγορεύονταν; Δεν του είπε τίποτα. Αυτός συνέχισε να την ρωτάει με περιέργεια και χαρά.
"Από πότε μιλάς; Αυτό είναι πολύ καλό!"
Η Ειρήνη τράβηξε το μπράτσο της από το κράτημά του και όλο νεύρα διέσχισε την πλατεία. Κάθισε δίπλα στην Αγνή και τον κοιτούσε με τόσο θυμό που θα έλεγε κανείς ότι έβγαζε φλόγες. Αυτό του φάνηκε αστείο και γέλασε. Εκείνη νευρίασε ακόμα περισσότερο και γύρισε το μούτρο της αλλού, βουβά όπως πάντα.
"Βρε, τί πάθαμε!" μονολόγησε ο Αντρέας.
Το άλλο πρωί, όταν τελικά ξύπνησαν ζαλισμένοι, ο Αντρέας εξιστόρησε τα καμώματα της Ειρήνης, ζητώντας από τις γυναίκες να την ενημερώσουν στα ερωτικά ζητήματα πριν γίνει "καμμία χοντράδα". Παρέλειψε, ωστόσο, να τους πεί για το γεγονός ότι η Ειρήνη μιλούσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: