Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Μαύρο Φάντασμα

Στη θέση του οδηγού ο αέρας ανεπαίσθητα άλλαξε υφή και πήρε σχήμα. Ένα αέρινο σώμα μίας νεαρής μαύρης γυναίκας με τα μαλλιά πιασμένα σε μία χαριτωμένη φουντωτή μπάλα. Εμφανή νεγροειδή χαρακτηριστικά, αλλά παρόλα αυτά όμορφη ακόμα και με τα δυτικά πρότυπα. Τζήν και πόλο, κομψά ίσια παπούτσια, η τσάντα της όμως δεν ήταν στη θέση του συνοδηγού όπου την είχε αφήσει όταν έφυγε το πρωί για τη δουλειά. Κοιτάχτηκε, ψηλαφίστηκε, κοίταξε τριγύρω και δεν κατάλαβε ότι είναι φάντασμα παρά μόνο όταν στάθηκε αδύνατο να ανοίξει την ξεκλείδωτη πόρτα και μετά το χέρι της πέρασε μέσα από το τιμόνι όταν πήγε να βάλει μπρος.

Πειραματίστηκε για λίγο, ερευνώντας τις μεριές στις οποίες είχε πρόσβαση. Τελικά, όπως αποδείχτηκε, μπορούσε να πάει παντού στο αυτοκίνητο, ακόμα και μέσα στη μηχανή ή στο σωλήνα της εξάτμισης, αλλά δεν μπορούσε να βγεί έξω από αυτό.

Το αυτοκίνητο ήταν αδειασμένο από κάθε αντικείμενο. Γιατί; Μία ματιά έξω. Ήταν πάνω σε ράμπα, μέσα σε ένα συνεργείο. Το καπώ και τα φανάρια από την δεξιά μεριά ήταν τσαλακωμένα. Η δεξιά πόρτα ήταν και αυτή λίγο βουλιαγμένη. Πάνω στην ώρα, ήρθε ένας μάστορας, με κοιλιά και αξύριστος. Άνοιξε την πόρτα και κάθισε στη θέση του οδηγού, πάνω της, μέσα στον αέρα της, και έβαλε μπρος τη μηχανή, η οποία παραδόξως ανταποκρίθηκε. Μετά βγήκε, αφήνοντας την Μάισα στη θέση του οδηγού, να περνάει λυπημένα το χέρι της μέσα από τα κλειδιά, που κανονικά θα έπρεπε να κουδουνίσουν παιχνιδιάρικα.

Ο μάστορας άνοιξε το καπώ και κάτι ψαχούλεψε. Η Μάισα τότε χώθηκε μέσα στη μηχανή γαι να βλέπει. "Δεν έχει πειραχτεί τίποτα" είπε ο μάστορας. "Απορώ πως σκοτώθηκε η κοπελιά, με τόσο χαμηλή ταχύτητα, γιατί εδώ δε βλέπω τίποτα. Λίγο ίσιωμα στις λαμαρίνες και είναι μια χαρά." Σε ποιόν τα έλεγε; Κάποιος ήταν πίσω, αλλά από τη θέση που ήταν δε μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι, μιας και ήταν αδύνατον να βγεί από το αυτοκίνητο. Ξαναπήγε στη θέση του οδηγού και είδε τον άντρα της. Θεέ μου! Τα παιδιά! Ο Κώστας! Ξαφνικά όλη της η ζωή πέρασε μέσα από το μυαλό της. Θεέ μου! Τι θα γινόταν τώρα; Έπρεπε να βγεί από εκεί μέσα, τώρα! Χτύπησε τις πόρτες με όλη τη δύναμή της, φώναξε, αλλά δεν έγινε αντιληπτή από κανέναν. Τρελάθηκε από ανησυχία, έπιανε το κεφάλι της και έκλαιγε. Έβαλε το χέρι μπροστά από το στόμα της και σκεφτόταν μόνο αυτό: τί θα γίνει τώρα; τα παιδιά, ο Κώστας! Βλαστήμησε ξανά και ξανά, έκλαψε πάλι. Ο μάστορας με τον Κώστα έφυγαν, συζητώντας διάφορα πρακτικά θέματα.

Τότε ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της. Έντρομη, σήκωσε τα μάτια και είχε έναν λεπτό πενηντάρη με κοστούμι, μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν και χαλαρωμένη γραβάτα.

"Ει!" του φώναξε με θυμό και πέταξε το χέρι του μακρυά.
Εκείνος χαμογέλασε καλωσυνάτα και μετά, υπομονετικά, της έκανε μία μικρή επίδειξη περνώντας μέσα από το κάθισμα και τον λεβιέ των ταχυτήτων για να της δείξε ότι ήταν στην ίδια κατάσταση με εκείνη.
"Είμαι ο Αλέκος" συστήθηκε. "Και δυστυχώς τα φαντάσματα δεν κάνουν σεξ." συνέχισε, παίζοντας τα φρύδια του πειραχτικά πάνω-κάτω. "οπότε, το μόνο που μας μένει είναι να σε βοηθήσω. Θες να ρωτήσεις τίποτα;"
"Τι να σε ρωτήσω; Τί ξέρεις;" είπε καχύποπτα.
"Ξέρω πως πέθανες, που είσαι και τί θα γίνει από εδώ και στο εξής. "
Η Μάισα μπερδεύτηκε. Δεν θυμόταν καθόλου πως είχε καταντήσει έτσι, παρόλο που την υπόλοιπη ζωή της τη θυμόταν μια χαρά.
"Πες" του είπε.
"Λοιπόν..."  ξεκίνησε, αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν στο παράθυρο άλλα δύο φαντάσματα. Και μετά ένα τρίτο.
"Α, καταρχάς να σου συστήσω τους φίλους μου. Από εδώ η Φιλιώ (μία νεαρή με παλιομοδίτικα ρούχα του 50), ο Λάμπρος (ένας έφηβος με ζελέ και σκισμένο τζήν) και ο Νότης (καθηγητής μαθηματικός, λιγνός και αχτένιστος)." Ο Νότης πέρασε μέσα από την πόρτα και κάθησε στο πίσω κάθισμα, άπλωσε το χέρι του ανάμεσα από τα μπροστινά και τη χαιρέτησε δια χειραψίας. "Χαίρω πολύ." είπε.
"Θα τα πούμε αργότερα, Νότη. Άσε να πω στην κοπέλα τί έγινε. Δεν βλέπεις; Έχει τρελαθεί από την αγωνία της." Όταν ο Νότης κάθησε στο πίσω κάθισμα, ο Αλέκος συνέχισε.
"Λοιπόν, δεν πέθανες από το ατύχημα, παρόλο που έτσι νομίζουν όλοι. Πέθανες από εγκεφαλικό, την ώρα που οδηγούσες. Ωστόσο, κατά το ατύχημα, χτύπησες το κεφάλι σου ακριβώς στο σημείο που ήταν το ανεύρυσμα και έτσι δεν φάνηκε ποτέ το τί ακριβώς συνέβη. Εκτός από εμένα, που ήμουν μέσα στο κεφάλι σου εκείνη την ώρα, κανείς άλλος δεν το ξέρει."
"Ήσουν μέσα στο κεφάλι μου;"
"Δεν είναι τόσο παράδοξο όσο ακούγεται. Ήμουν γιατρός και έχω αυτό το κουσούρι, να κοιτώ διάφορες περιπτώσεις. Εσύ φαινόσουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση και είναι πολύ κρίμα που πεθάναμε, γιατί αν σε είχα στο εργαστήριο όσο ζούσαμε θα σε είχα σώσει και θα είχα πάρει και ένα νόμπελ. Τι να κάνεις...Κανείς δεν μπορεί να τα έχει όλα."
Η Φιλιώ τότε κουνώντας το κεφάλι της πειραχτικά, σχολίασε: "Άνθρωπέ μου, πες στην κοπέλα! Θα της πείς ή να της πω εγώ που δεν τα έχω χαμένα;"
"Α, ναι. Λοιπόν, η κατάσταση έχει ως εξής. Δεν μπορείς να βγείς από το αυτοκίνητο μέχρι να ελευθερωθείς."Η Μάισα, ξέσπασε σε γέλια.

"Αλήθεια, ε; Αυτό δεν το ήξερα. Τί μου λες;! Τώρα μας βοήθησες πολύ!"
"Όχι, κάτσε να σου εξηγήσω. Κοίτα τον Νότη. Αυτός μπορεί να πηγαίνει όπου θέλει, γιατί έχει ελευθερωθεί. Η Φιλιώ και ο Λάμπρος, δεν μπορούν να μπούν πουθενά μέχρι να ελευθερωθούν και αυτοί, γιατί πέθαναν σε εξωτερικό χώρο. Εγώ έχω ελευθερωθεί. Εσύ όχι, για αυτό θα μείνεις εκεί που είσαι μέχρι να ελευθερωθείς."
"Να ελευθερωθώ από τί;"
"Αυτό το μελετάω ακόμα. Είναι βέβαιο ότι ο καθένας ελευθερώνεται από διαφορετικό πράγμα, αλλά δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως ο μηχανισμός απελευθέρωσης."
"Κι εσύ; Πως ελευθερώθηκες εσύ;"
Ο Αλέκος κούνησε το κεφάλι του.
"Παραμένει μυστήριο. Απλά μία μέρα άπλωσα το χέρι μου και βγήκα από τον τοίχο του ιατρείου μου, όπου είχα πεθάνει. Απλά έγινε."
"Και τί θα γίνει; Είπες πως ξέρεις τί θα γίνει."
"Ας μην μονοπωλώ τη συζήτηση. Λάμπρο; Θα πείς;"
"Ναι. Βασικά, ο Κώστας θα πουλήσει το αυτοκίνητο σε ένα σούργελο που παριστάνει τον υπεύθυνο πωλήσεων για κάποια εταιρεία, δε θυμάμαι πως τη λένε. Αυτός ταξιδεύει πολύ και είναι από Λαμία, οπότε τα παιδιά και τον Κώστα δεν θα τους ξαναδείς ποτέ."
'Ε, όχι ακριβώς" παρενέβη ο Αλέκος, παρατηρώντας τον τρόμο στα μάτια της Μάισας. "Μέχρι να ελευθερωθείς"
"Ε, ναι, μωρέ, αυτό. Ο Κώστας δεν θα παντρευτεί ποτέ αλλά θα πάει με όλες τις φίλες σου και γενικά θα χαρεί τη ζωή του. Ήδη τον "ψήνει" η Ελεονώρα. Τα παιδιά θα είναι καλά, οπότε μην ανυσηχείς για αυτά."
Η Μάισα είχε μείνει αποσβολωμένη με το ένα χέρι πάνω από το στόμα της, σα να συγκρατούσε με κόπο μία κραυγή και το άλλο χέρι σφίγγοντας το στομάχι της, μία μπάλα άγχους και φόβου. Κοιτούσε στο άπειρο, με χίλιες σκέψεις να κονταροχτυπιούνται στο μυαλό της.
"Τί θα κάνω;" είπε άψυχα, σα φάντασμα.
"Βασικά, ό,τι θέλεις. Ότι, γουστάρεις!" είπε ο Λάμπρος.


2 σχόλια:

Darthiir the Abban είπε...

Ε ρε γλέντιαααα
(Μα τί σε έπιασε;)

BlueAthina Mesa sto Kazani είπε...

Καλό, ε;
(τι εννοείς τί με έπιασε; έμπνευση είχα!)